Τετάρτη, Απριλίου 15, 2009

Στον κήπο του Επίκουρου, Ίρβιν Γιάλομ

«Μολονότι η σωματική διάσταση του θανάτου μάς καταστρέφει, η ιδέα (=όψη, θέαση) του θανάτου μάς σώζει», φαίνεται να είναι η βασική «φιλοσοφία» αυτού του βιβλίου του Γιάλομ που, προκειμένου να διερευνήσει το άγχος του θανάτου, ανατρέχει στην «ιατρική φιλοσοφία» του Επίκουρου. Τον Επίκουρο αναγνωρίζει ως τον πρώτο υπαρξιακό ψυχοθεραπευτή, θεωρώντας όπως κι εκείνος, ότι η ρίζα του κακού στην ανθρώπινη δυστυχία είναι ο αδιάλειπτός μας φόβος για τον θάνατο.
Ο φόβος του θανάτου φυσιολογικά λειτουργεί από τα έξι περίπου χρόνια αλλά οπωσδήποτε, στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου έχει κορυφώσεις και υφέσεις, για να «εγκατασταθεί» στη σκέψη μας στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής μας.
Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς κάθε στιγμή έχοντας ολοκληρωτική συνείδηση του θανάτου. Είναι σα να προσπαθείς να γυρίσεις τα μάτια σου στον ήλιο: για πολύ λίγο μπορεί να τ’ αντέξεις. Το «άγχος θανάτου» είναι πάντα παρόν, αλλά ο Γιάλομ πιστεύει ότι ο άνθρωπος μπορεί ν’ αναπτύξει δυνάμεις και να συγκροτήσει έτσι τη συνείδησή του ώστε να το αντιμετωπίσει· πιστεύει επίσης στη θεραπευτική βοήθεια που μπορεί να προσφέρει η ψυχοθεραπεία. Πολλές φορές π.χ. ο φόβος είναι συγκαλυμμένος και παρουσιάζεται με διάφορες απροσδόκητες μορφές, τις οποίες μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε, ή υπάρχουν εμπειρίες «αφυπνιστικές», που ωθούν τον άνθρωπο σε μια ζωή πιο πλήρη:
Σελ. 45:
Ο Χάιντεγκερ πρότεινε δυο τρόπους ύπαρξης: τον καθημερινό τρόπο και τον οντολογικό τρόπο. Στον καθημερινό μας τρόπο είμαστε εντελώς απορροφημένοι από το περιβάλλον μας και απορούμε για το π ώ ς είναι τα πράγματα στον κόσμο. Στον οντολογικό τρόπο αντίθετα εστιάζουμε την προσοχή μας και αξιολογούμε το θαύμα της «ύπαρξης» αυτό καθεαυτό, και απορούμε που τα π ρ ά γ μ α τ α ε ί ν α ι, π ο υ ε μ ε ί ς ε ί μ α σ τ ε (…) Στον οντολογικό τρόπο όχι μόνο έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση της ύπαρξης, της θνητότητας και των άλλων απαρασάλευτων χαρακτηριστικών της ζωής αλλά και μεγαλύτερο άγχος και είμαστε πιο έτοιμοι να προχωρήσουμε σε σημαντικές αλλαγές. Παρακινούμαστε να αναλάβουμε τη θεμελιώδη ευθύνη μας να κατασκευάσουμε μια αυθεντική ζωή κλπ. κλπ.

…γιατί, όπως λέει σε άλλο σημείο του βιβλίου,

πεθαίνεις τόσο άσχημα επειδή έζησες τόσο άσχημα

Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, όπως κάποια από τα προηγούμενα έργα του Γιάλομ, αλλά ούτε για βιβλίο θεωρητικό. Με βάση κάποιες γενικές διαπιστώσεις ή φιλοσοφικές στάσεις (εφόσον το θέμα του θανάτου είναι κατεξοχήν θέμα που απασχόλησε τη φιλοσοφία) ο συγγραφέας περιγράφει και σχολιάζει κλινικές περιπτώσεις που στηρίζουν το βασικό πυρήνα της θεωρίας. Έτσι, συγκεκριμενοποιείται ο «πανικός του θανάτου», βλέπουμε μέσα από εξατομικευμένα περιστατικά πολλές διαφορετικές οπτικές και συναισθήματα. Η δομή του βιβλίου είναι ξεκάθαρη, και μάλιστα μας προετοιμάζει ο ίδιος ο Γιάλομ για τις θεματικές ενότητες που θα ακολουθήσουν, ήδη από τις πρώτες σελίδες. Άλλωστε οι τίτλοι των επί μέρους κεφαλαίων είναι οδηγοί για το περιεχόμενο, όπως «το άγχος για το τίποτα είναι στην πραγματικότητα άγχος για το θάνατο», «το πένθος/τα ορόσημα της ζωής/τα όνειρα/το τέλος της θεραπείας κ.α. ως αφυπνιστικές εμπειρίες», «το φαινόμενο των κυματισμών εν δράσει» κ.α.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ουσιαστική στήριξη προσφέρει το 3ο κεφάλαιο, «Η δύναμη των ιδεών», όπως το υποκεφάλαιο «Ο Επίκουρος και η άχρονη σοφία του». Πέρα όμως από το γνωστό «τρίπτυχο» του Επίκουρου σχετικά με το θάνατο (η θνητότητα της ψυχής, το υπέρτατο τίποτα του θανάτου, το επιχείρημα της συμμετρίας/μετά το θάνατο-πριν τη γέννηση) παρατίθενται και στοχασμοί κι άλλων μεγάλων διανοητών, του Νίτσε, του Σοπενχάουερ κ.α. Όπως γράφει και στο βιβλίο, «μερικές γραμμές γεμάτες ουσία ή ένα απόφθεγμα γραμμένο από έναν φιλόσοφο ή κάποιον άλλον στοχαστή μπορούν πολλές φορές να μας βοηθήσουν να κάνουμε ωφέλιμες σκέψεις γύρω από το δικό μας άγχος θανάτου και τον τρόπο με τον οποίο εμείς πραγματώνουμε τη ζωή μας».
Τέτοιες φράσεις:
«Οι επιλογές αποκλείουν», στο μυθιστόρημα του John Gardner Γκρέντελ (είναι ο αφανής λόγος για το οποίο πολλοί άνθρωποι αποδιοργανώνονται μπροστά στην αναγκαιότητα να πάρουν μιαν απόφαση/ για κάθε ναι πρέπει να ειπωθεί ένα όχι και κάθε θετική επιλογή σημαίνει ότι είσαι υποχρεωμένος να παραιτηθείς από άλλες). Έτσι διστάζεις να «ζήσεις» προκειμένου να μη χάσεις οριστικά κάποιες άλλες ευκαιρίες.
«Όταν είμαστε κουρασμένοι μας επιτίθενται ιδέες τις οποίες είχαμε πριν από πολύ καιρό κατατροπώσει» (Νίτσε)
«Να ξαναζείς μια πανομοιότυπη ζωή πάλι και πάλι στους αιώνες των αιώνων», στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε. Πρόκειται για την ιδέα της «αιώνιας επανάληψης», ή της «αιώνιας επιστροφής», που ο Νίτσε θεωρεί την πιο «μεγαλόπνοη σκέψη του», κατά τον Γιάλομ. (Η ιδέα ότι θα ξαναζείς πανομοιότυπη τη ζωή σου πάλι και πάλι στους αιώνες των αιώνων μπορεί να είναι συνταρακτική, μπορεί να είναι και ένα είδος μικρής θεραπείας υπαρξιακού συγκλονισμού. Λειτουργεί συχνά σαν ένα διανοητικό πείραμα που μπορεί να μας συνεφέρει, να μας οδηγήσει ν’ αναλογιστούμε σοβαρά πώς πραγματικά ζούμε). Στο ίδιο πνεύμα της σκέψης του Νίτσε: Καμιά θετική αλλαγή δε μπορεί να επέλθει στη ζωή μας, όσο παραμένουμε προσκολλημένοι στη σκέψη ότι ο λόγος που δε ζούμε καλά βρίσκεται έξω από εμάς τους ίδιους.
«Γίνε αυτός που είσαι», φράση που αποδίδεται στο Νίτσε και προβληματισμός που έχει ήδη απασχολήσει τον Αριστοτέλη, τον Σπινόζα, τον Λάιμπνιτς, τον Γκαίτε, τον Ίψεν, την Karen Horney κ.α. φτάνοντας στη σύγχρονη έννοια της αυτοπραγμάτωσης. «Ανάλωσε τη ζωή σου» και «πέθανε τη σωστή στιγμή», συναφείς φράσεις του Νίτσε.
«Ό, τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» του Νίτσε και
«Ορισμένοι άνθρωποι αρνούνται το δάνειο της ζωής, για ν’ αποφύγουν το χρέος του θανάτου», φράση του Otto Rank, που αντικατοπτρίζει το ότι ορισμένοι άνθρωποι αποφεύγουν να ζήσουν, ν’ αγαπήσουν, να απολαύσουν επειδή τους τρομοκρατεί η ιδέα ότι θα χάσουν πάρα πολλά.
Τέλος, με βάση μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ, σημασία δεν έχει «αυτό που κατέχουμε», ούτε βέβαια «αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων» αλλά «αυτό που είμαστε». Η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πώς ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες, ένα θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα.
Όλες αυτές οι σκέψεις δεν παρατίθενται μόνο με διδακτικό και αποφθεγματικό χαρακτήρα (πράγμα που είναι ελαφρώς απωθητικό), αλλά με πολλά παραδείγματα από την ψυχοθεραπευτική εμπειρία του Γιάλομ. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος στο τέλος αυτού, του τρίτου κεφαλαίου, "η δύναμη όλων αυτών των ιδεών ενισχύεται από ένα άλλο στοιχείο, τη στενή σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους". Η ανθρώπινη μοναξιά μπορεί να είναι διαπροσωπική αλλά και υπαρξιακή. Η δεύτερη μορφή μοναξιάς, η υπαρξιακή απομόνωση είναι πιο βαθιά και πηγάζει από το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο άτομο και τους άλλους ανθρώπους. Το χάσμα αυτό είναι συνέπεια όχι μόνο του γεγονότος ότι ο κάθε άνθρωπος βρίσκεται πεταμένος μόνος του μέσα στην ύπαρξη κι είναι υποχρεωμένος να βγει απ’ αυτήν μόνος, αλλά προκύπτει από το γεγονός πως ο καθένας από μας κατοικεί έναν κόσμο, τον οποίο γνωρίζει πλήρως μόνο ο εαυτός μας.
Ο Γιάλομ, ως υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής αναγνωρίζει ως σημαντικό «εργαλείο» για ν’ αντέξει κανείς το «πιο μοναχικό γεγονός της ζωής, το θάνατο», την ενσυναίσθηση, αυτό που μας επιτρέπει να αισθανθούμε, σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτό που αισθάνεται κάποιος άλλος. Όπως γράφει στη σελ. 134, η προθυμία να βιώσουμε τη δική μας οδύνη σε συμφωνία με τον άλλον έχει αποτελέσει μέρος των ιαματικών παραδόσεων, κοσμικών, και θρησκευτικών, εδώ και αιώνες.
Ο Γιάλομ αναγνωρίζει ότι λίγα ψυχοθεραπευτικά συστήματα ασχολούνται με το αμήχανο θέμα του άγχους του θανάτου· η τρέχουσα αντίληψη είναι ότι θα πρέπει κανείς να ζει μια θλιβερή ζωή όταν ασχολείται τόσο πολύ με τόσο σκοτεινά ζητήματα (…και προσπαθώ να μεταδώσω ξανά το μήνυμα ότι το να κοιτάξεις κατάματα τον θάνατο, διαλύει κάθε τι μακάβριο). Έτσι, αφού αφιερώνει ένα κεφάλαιο εξομολογούμενος τη δική του, προσωπική αναμέτρηση με το άγχος του θανάτου, απευθύνεται στους ψυχοθεραπευτές για να τονίσει ότι η ανθρώπινη απόγνωση δεν πηγάζει μόνο από απωθημένα ένστικτα, διαταραγμένους τρόπους σκέψης, τραυματικές μνήμες κλπ. αλλά και από μια κατά πρόσωπο συνάντηση με την ύπαρξή μας. ξεκαθαρίζει λοιπόν τις βασικές του θέσεις ότι η υπαρξιακή του κοσμοθεωρία βασίζεται στον ορθολογισμό, απέχει από τις υπερφυσικές πίστεις (εδώ έχει ενδιαφέρον η διαλεκτική σύγκρουση του Γιάλομ με τον πολύ θρήσκο Τζέημς, που τον ρωτά «πώς μπορείς να ζεις δίχως νόημα; πώς βρίσκεις νόημα χωρίς τη θρησκεία;»)και υποστηρίζει ότι η ζωή είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων. Ότι βρισκόμαστε πεταμένοι σ’ αυτήν την ύπαρξη μόνοι και ότι πρέπει ν’ αποφασίσει καθένας πώς να ζήσει όπως γίνεται πληρέστερα. Στην ψυχοθεραπευτική του μέθοδο μεγάλη σημασία έχει το «εδώ και τώρα», και αναδεικνύεται αυτό με πολλά παραδείγματα. Τον πόνο και τη μοναξιά του τελευταίου ταξιδιού μπορεί να τον απαλύνει και η πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να ζει μέσα από τις αξίες του, τις πράξεις του και τις συνέπειές τους ακόμα κι όταν έχει αποχωρήσει από τη ζωή (δεν μπορείς να πάρεις απ’ αυτόν τον κόσμο τίποτα απ’ όσα σου δόθηκαν. Μπορείς να πάρεις μαζί σου μόνο όσα έδωσες). Αυτή η θετική επίδραση στους άλλους, που διατηρείται και μετά θάνατον, ονομάζεται από τον Γιάλομ «κυματισμοί».
Έτσι, βλέπουμε ότι στην εποχή μας, όπου ατονεί η συλλογικότητα, η τελετουργικότητα, η άμεση αναφορά στο θάνατο, στους νεκρούς, το θρηκευτικό συναίσθημα κλπ. (στοιχεία που «λειτουργούσαν» στο παρελθόν μέσα από δημοτικά τραγούδια, αναπαραστάσεις, μοιρολόγια ή διάφορα έθιμα), το ρόλο της ενσυναίσθησης- το μόνο ίσως παρήγορο στήριγμα στην αμετάκλητη μοναξιά μπροστά στο θάνατο- τον παίζουν σιγά σιγά οι ομάδες, τα κέντρα θεραπείας, οι διαδικτυακές ομάδες και οι ειδικοί επαγγελματίες.
Τελειώνω την αναφορά μου στο πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο με μια μαρτυρία που με συγκίνησε, της Άλις (σελ 137) που, παρόλες τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους, δε φαινόταν να μπορούσε να απαλύνει το παραλυτικό άγχος τής ιδέας του θανάτου. Ο πανικός της Άλις απροσδόκητα υποχώρησε μετά από την «εκτονωτική» συνεδρία γιατί τη βοήθησε η παρουσία και η ενσυναίσθηση του Γιάλομ. Ωστόσο, οι κουβέντες της είναι χαρακτηριστικές της απόγνωσης και της αδυναμίας για παρηγοριά: (Θέλεις να μάθεις τι φοβάμαι; Είναι απλό: δεν είμαι πια εγώ!/Με κυκλώνει ο θάνατος, ο θάνατος είναι παντού/ μου έρχεται να ουρλιάξω/ το αίσθημα αυτό είναι πάρα πολύ δυνατό, Ίρβ, δε μπορούν να το λυγίσουν οι ιδέες. Δεν το αγγίζουν καν/ αυτός ο τρόμος με πνίγει/είναι μια απειλή που δεν μπορώ να την ονομάσω/απλώς δε θέλω ν’ αφήσω τη ζωή/ θέλω να είμαι εδώ )

Γιατί, όπως παραφράζει κι ο Γούντυ Άλλεν τη θέση του Επίκουρου,
«Δεν φοβάμαι τον θάνατο, απλώς δε θέλω να είμαι εκεί όταν θα έρθει»

Χριστίνα Παπαγγελή

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2009

Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών, Τζην Ρυς

Όλα προοιωνίζονταν ξωτικά στο βιβλίο αυτό, και πιο πολύ ο …τίτλος που αναφέρεται στη θάλασσα των Σαργασσών στον ατλαντικό ωκεανό, γνωστή σε μένα μόνο από το ποίημα του Καββαδία «Μαρέα» (!)
Γραμμένο από Δομινικανή στα τέλη του 19ου αι., κόρη κρεολής και Ουαλού, με πολύ ταραχώδη και καλλιτεχνικό βίο, μου τράβηξε το ενδιαφέρον η τόλμη –για την εποχή- και η πρωτοτυπία της σύλληψης: η συγγραφέας Τζην Ρυς θέλησε να «αποκαταστήσει» μια αδικημένη μυθιστορηματική ηρωίδα, τη γυναίκα του Ρότσεστερ, την Μπέρθα, στο έργο της Σαρλότ Μπροντέ «Τζέην Έυρ»! Όπως σημειώνει κι η ίδια, πάντα την ενδιέφερε η τρελή πρώτη σύζυγος του Ρότσεστερ γιατί πίστευε ότι η Σαρλότ Μπροντέ είχε ένα είδος προκατάληψης έναντι των Δυτικών Ινδιών, γι’ αυτό και παρουσίασε ως τέρας τη γυναίκα αυτή. Έτσι, η Τζην Ρυς γράφει αυτό το βιβλίο από την οπτική γωνία της ηρωίδας (εκείνη αφηγείται και στο μεγαλύτερο μέρος) δίνοντάς της μάλιστα άλλο όνομα, το οποίο εν συνεχεία υποτίθεται ότι άλλαξε βάναυσα ο Άγγλος σύζυγός της.
Η συγγραφέας μάς μεταφέρει με αδρές γραμμές το πνεύμα στη Τζαμάικα- και όλου του συμπλέγματος των νησιών αυτών της Καραϊβικής- όπου ζει και μεγαλώνει η ηρωίδα της, Αντουανέτ, ξένη ανάμεσα σε λευκούς, μιγάδες και μαύρους, μέσα σε μια περίοδο ταραχών λόγω της αγγλικής κατοχής. Δεν ανήκει στους λευκούς οι οποίοι ποτέ δε δέχτηκαν την κρεολή μητέρα της, δεν τη δέχονται όμως και οι ντόπιοι:
Σελ.40:
Οι μαύροι δε μας μισούσαν και τόσο πολύ όταν ήμασταν φτωχοί (πριν η μητέρα της παντρευτεί λευκό). Ήμασταν λευκοί αλλά δεν το είχαμε σκάσει και σύντομα θα πεθαίναμε γιατί δε μας είχαν μείνει καθόλου λεφτά. Είχαμε κάτι να μας μισούν;
Τώρα το μίσος είχε ξαναρχίσει, και χειρότερα από πριν, η μητέρα μου το ξέρει αλλά δε μπορεί να το πιστέψει.
Σελ. 116:
Ήταν ένα τραγούδι για μια άσπρη κατσαρίδα. Αυτή είμαι εγώ. Έτσι αποκαλούν όλους εμάς που ήμασταν εδώ πριν οι δικοί τους στην Αφρική τους πουλήσουν στους δουλέμπορους. Και άκουσα και κάποιες αγγλίδες να μας αποκαλούν λευκούς νέγρους. Γι΄ αυτό κι εγώ, που βρίσκομαι ανάμεσα σ’ αυτούς και σε σας, αναρωτιέμαι για το ποια είμαι και πού είναι η πατρίδα μου και πολύ ανήκω και για ποιο λόγο γεννήθηκα τελικά.
Σιωπηλή, νωχελική, απόμακρη η ηρωίδα, με μόνη της συντροφιά τη μαύρη νταντά της Κριστοφίν, φορέα του πνεύματος της ντόπιας παράδοσης (μάγια, βασκανίες κλπ.), δίνει με ποιητικές πινελιές την ατμόσφαιρα της ζωής της στο πρώτο μέρος του βιβλίου. Στη συνέχεια, την «πουλάνε» στον κ. Ρότσετστερ, ο οποίος ποτέ δεν την αγάπησε. Θαμπωμένος για ένα διάστημα από τη ομορφιά της (όλη τη μέρα ήταν σαν όλα τα κορίτσια, χαμογελούσε στον εαυτό της μέσα στον καθρέφτη της, προσπαθούσε να μου μάθει τα τραγούδια της, αυτά που με στοίχειωναν), γρήγορα ενέδωσε στις συκοφαντίες και τα κουτσομπολιά σε βάρος της, ότι δηλαδή η μητέρα της νεαρής συζύγου του καθώς και ο αδερφός της πάσχουν από ψυχασθένεια, επομένως έχει κληρονομική προδιάθεση στην τρέλα. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου βλέπουμε την οπτική γωνία του Ρίτσαρντ, ο οποίος κάνει κάποιες φιλότιμες προσπάθειες αρχικά να την καταλάβει, αλλά δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο ντόπιο πνεύμα και κρατά απόσταση από τη γυναίκα του. Στο τρίτο μέρος, την αφήγηση αναλαμβάνει ξανά η Αντουανέτ, αυτή τη φορά από τη σοφίτα του σπιτιού στην Αγγλία, όπου είναι έγκλειστη. Από δω συνεχίζει (εν αγνοία της!) την ιστορία η Σαρλότ Μπροντέ.
Κάπως χαλαρή η συνοχή στο βιβλίο και χωρίς δραματικότητα ή έντονα πάθη. Στις τελευταίες σελίδες μόνο βλέπουμε κάτι από την εσωτερική σύγκρουση των ηρώων, όπως τα αντιφατικά συναισθήματα του Ρίτσαρντ απέναντι στην όμορφη γυναίκα του, τις προσπάθειες της Αντουανέτ να τον αγαπήσει (της έκανες έρωτα, μέχρι να τη μεθύσεις, κανένα ρούμι δε θα τη μεθούσε έτσι, μέχρι να μη μπορούσε να ζει χωρίς αυτό). Το μίσος που γεννιέται μέσα της για ό, τι την παίρνει μακριά από τον τόπο με τον οποίο είναι δεμένες οι αναμνήσεις της, μίσος που γεννά την ψυχρότητα, την αδιαφορία, την τρέλα (το είπα και την κοίταξα διακρίνοντας το μίσος στα μάτια της και νιώθοντας το δικό μου μίσος να αναβλύζει για να συναντήσει το δικό της. Γι άλλη μια φορά η ιλιγγιώδης αλλαγή, η ανάμνηση, η ναυτία που συνοδεύει την επιστροφή του μίσους). Τέλος, στο τρίτο και μικρότερο μέρος παρακολουθούμε τις ασύνδετες σκέψεις της παράφρονος πλέον ηρωίδας που το σκάει από τη σοφίτα και μέσα σ’ ένα παραλήρημα βάζει φωτιά στις κουρτίνες του σπιτιού (δηλαδή έχουμε τη γνωστή σκηνή από το «Τζέην Έυρ»).[1]
Όλα αυτά είναι δοσμένα με μια ποιητικότητα θα έλεγε κανείς ιμπρεσσιονισική. Πινελιές ποίησης:
Σελ. 69:
Ήταν όπως εκείνο το πρωί που είχα βρει το νεκρό άλογο. Μην πεις τίποτα και τότε μπορεί να μην είναι αλήθεια.

Σελ. 90:
«Αληθεύει», ρώτησε, «πως η Αγγλία μοιάζει με όνειρο»;
«Λοιπόν» απάντησα ενοχλημένος, «έτσι περίπου μοιάζει και το δικό σου όμορφο νησί σε μένα, αρκετά εξωπραγματικό και ονειρικό».
«Ναι, αλλά πώς γίνεται να είναι εξωπραγματικά τα ποτάμια, τα βουνά, η θάλασσα
«Και πώς γίνεται τα εκατομμύρια ανθρώπων, τα σπίτια τους και οι δρόμοι τους να είναι εξωπραγματικά;»
«Ευκολότερο», είπε, πολύ ευκολότερο. Είναι φυσικό μια μεγάλη πόλη να μοιάζει με όνειρο».
«Όχι, αυτό εδώ είναι εξωπραγματικό και σαν όνειρο».

Σελ. 96 (για την Κριστοφίν):
«Αναμφίβολα είναι άξια γυναίκα. Αλλά δεν μπορώ να πω πως μου αρέσει ο τρόπος που μιλάει. Και δείχνει τόσο τεμπέλα. Τριγυρίζει χασομερώντας».
«Έχεις άδικο, για άλλη μια φορά. Δείχνει αργή, αλλά όλες οι κινήσεις της είναι σωστές, οπότε στο τέλος το αποτέλεσμα είναι γρήγορο».

Η Τζην Ρυς μέσα σ’ αυτό το βιβλίο θίγει ένα ενδιαφέρον κοινωνικό θέμα, τη ρευστή κοινωνική κατάσταση στις αποικίες για τους λευκούς δεύτερης και τρίτης γενιάς, και ιδιαίτερα τη μοίρα των κρεολών, κληρονόμων συνήθως μιας μεγάλης περιουσίας που μετά την απελευθέρωση αυτών των περιοχών μένουν χωρίς πατρίδα και βιώνουν ένα μίσος για τους λευκούς αλλά και για τους ντόπιους, παράλληλα με μια μεγάλη νοσταλγία για τον τόπο όπου μεγάλωσαν. Θέλησε να υποδείξει ότι αυτή η ρομαντική ιστορία του Ρότσεστερ που παντρεύτηκε στο τέλος την Τζέην Έυρ κρύβει πίσω της τη δυστυχία ενός ανθρώπου που έχασε σταδιακά τη χαρά της, την ομορφιά της, τα λεφτά της, την αγάπη, μέχρι και το … όνομά της. Που οδηγήθηκε μοιραία στη σκλαβιά και την τρέλα. Όπως έχει τονίσει και η Penny Boumelha[2], «Όταν η Τζην Ρυς άρχισε να γράφει για να δικαιώσει «την τρελή», έδωσε έμφαση στο ρόλο της ως «το κληροδότημα του ιμπεριαλισμού που φωλιάζει κρυμμένο στην καρδιά του κάστρου κάθε Άγγλου τζέντλεμαν».
Είναι έξυπνη η σύλληψη και αρκετά ποιητικό το ύφος, αλλά δε μπορώ να πω ότι με συνάρπασε.

[1] Πολύ αναλυτική και κατατοπιστική η παρουσίαση του βιβλίου από τον librofilo εδώ
[2] Εισαγωγή στο βιβλίο, του Hilary Jenkins

Χριστίνα Παπαγγελή

Τρίτη, Απριλίου 07, 2009

1356 λέξεις για τις ταυτότητες στη Μακεδονία, συλλογικό έργο

Τα προβλήματα ή καλύτερα οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στις σύγχρονες κοινωνίες διέπονται από το χαρακτηριστικό της πολύ-πολιτισμικότητας της οποίας οι φορείς αναμειγνύονται μεταξύ τους και συνυπάρχουν στα πλαίσια του ίδιου εθνικού κράτους. Αυτές οι συνθήκες συνύπαρξης έχουν τον ιδεολογικό αντίκτυπο και θέτουν επιτακτικά το ζήτημα του προσδιορισμού ή του αυτοπροσδιορισμού της ταυτότητας.

Αν το ζήτημα των ταυτοτήτων τεθεί ως ζήτημα εθνικής ταυτότητας τότε η ιστορία καλύπτει το σύνολο του 20ου αιώνα και κυρίως από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και μετά. Τα κριτήρια της εθνικής ταυτότητας σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκαν ανεπαρκή και σχετικά αφήνοντας ως μόνο αναμφισβήτητο αυτό του αυτοπροσδιορισμού. Και αυτό όμως πολλές φορές δεν αναγνωρίστηκε ως δικαίωμα, κυρίως όταν αφορούσε τις μειονότητες.

Σήμερα οι πιέσεις που ασκούνται είναι μεγαλύτερες επειδή η ομοιογένεια των εθνικών κρατών έχει διαταραχθεί εξαιτίας της έλευσης προσφύγων και οικονομικών μεταναστών στις χώρες της Δύσης και στην Ελλάδα. Η έννοια της εθνικής ταυτότητας – ιδωμένη στατικά – δέχεται πιέσεις που την καθιστούν ξεπερασμένη, αναχρονιστική. Η λύση που παρουσιάζεται δεν είναι καινούργια, έρχεται από την αρχαιότητα με τη ρήση του Ισοκράτη ότι Έλληνες είναι οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας (μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας, Ισοκράτους Πανηγυρικός, παρ. 50)

Εδώ τίθεται ξανά το ζήτημα με αριστοτελικό τρόπο, δηλαδή θα πρέπει να διερευνήσουμε το βάθος και το πλάτος της έννοιας εθνική ταυτότητα και ίσως πρέπει να θέσουμε το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Συνήθη χαρακτηριστικά που αποδίδονταν στην εθνική ταυτότητα ήταν (και είναι σε ένα βαθμό) η γλώσσα, η θρησκεία, τα έθιμα, η καταγωγή κλπ (σχετικά με αυτό είναι ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του βιβλίου της Ελπίδας Κ. Βόγλη, «Έλληνες το γένος» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Όμως καθένα από αυτά αίρεται όταν έχουμε περιπτώσεις όπως οι παλινοστούντες – που δε γεννήθηκαν στην Ελλάδα, οι θρησκευτικά αλλόδοξοι των Κυκλάδων – που δεν υιοθετούν το Ορθόδοξο δόγμα, οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς στην Αμερική, την Ευρώπη ή αλλού – που δε γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, κλπ.

Μειώνοντας το βάθος, δηλαδή τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να προσδιορίσουμε κάποιον με την έννοια της εθνικής ταυτότητας, αυτομάτως, αυξάνουμε το πλάτος της, μπορούμε δηλαδή να συμπεριλάβουμε περισσότερες πληθυσμιακές ομάδες που παρουσιάζονται πολιτισμικά και εθνοτικά διαφοροποιημένες. Αρκεί να έχουν την απαιτούμενη παιδεία ώστε να αυτοπροσδιορίζονται εθνικά με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Στο περιθώριο (ή στο κέντρο;) αυτής της συζήτησης έχει ενδιαφέρον να μελετήσουμε τη γένεση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Αυτό θα μας οδηγούσε σε μεγάλη κουβέντα, αλλά νομίζω ότι όλη η προσπάθεια συγκρότησης ευρωπαϊκής ταυτότητας γίνεται γύρω από την υιοθέτηση ορισμένων εννοιών - αξιών όπως η δημοκρατία ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Κάτι τέτοιο αμβλύνει την έννοια «ευρωπαίος» και επιτρέπει την ένταξη σε αυτή ομάδων με διαφορετικό χρώμα, διαφορετική μητρική γλώσσα από αυτές των ευρωπαϊκών, διαφορετικών τελικά εθνοτικών ομάδων.

Αυτή η ευρωπαϊκή πρακτική πιέζει και την πρακτική των κρατών σχετικά με την έννοια της εθνικής ταυτότητας τα χαρακτηριστικά της οποίας ορίζει το καθένα. Διαμορφώνονται και δυναμικοί συσχετισμοί μεταξύ των μειονοτικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών, των εθνοτικών και εθνικών ταυτοτήτων ως συνέπεια των συσχετισμών μεταξύ εθνικών ταυτοτήτων και της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Νομίζω ότι η διεθνής κοινότητα ήδη τοποθετείται σχετικά με αυτά τα ζητήματα για παράδειγμα στη Διάσκεψη για την Ανθρώπινη Διάσταση, Κοπεγχάγη 1990, στη Συνάντηση της Γενεύης του 1991 και του Ελσίνκι 1992. Ενδεικτικά μπορεί να δει κανείς τους συνδέσμους 1.http://www.lawnet.gr/pages/eofn/2/meion.asp,
2.http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/articles_2002/pr_30_03_02.doc
και 3. http://archive.enet.gr/1999/08/02/on-line/stiles/analisi.htm

Νομίζω ότι σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να μελετήσουμε το συγκεκριμένο βιβλίο ή προς αυτά θα οδηγηθούμε.

Το βιβλίο είναι μια πολυεπίπεδη και πολύπλευρη προσέγγιση του ζητήματος των ταυτοτήτων στην Μακεδονία Πιο συγκεκριμένα είναι προσέγγιση στον προσδιορισμό και αυτοπροσδιορισμού των ντόπιων κατοίκων, στην ιστορική, κοινωνική, πολιτική, εθνοτική, πολιτισμική διάσταση των ταυτοτήτων και στις εκφάνσεις που αυτή αποκτά ως ψήφος, ως αντιπαράθεση με κατοίκους που προσδιορίζονται διαφορετικά (όπως οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν μετά το 1922 στη Μακεδονία), ως πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα, κλπ. Κοιτά με τόλμη την πραγματικότητα στην ελληνική Μακεδονία και προσπαθεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες συνθήκες που διαμορφώνονται διεθνώς και αφορούν τόσο την επιστήμη της ιστορίας όσο και τη θέση ομάδων ή μειονοτήτων με πολιτισμικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα κυρίαρχα στα πλαίσια μιας επικράτειας. Έτσι διερευνώνται πολύπλευρα τα χαρακτηριστικά εκείνα που διαφοροποίησαν ή διαφοροποιούν ακόμη ομάδες δίγλωσσων/σλαβόφωνων κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας.

Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από νηφάλια και αποστασιοποιημένη προσπάθεια να προσεγγίσει όλα αυτά τα φλέγοντα και συγκινησιακά φορτισμένα θέματα και από μια γλώσσα ιδιαίτερα προσεγμένη. Η χρήση ορολογίας είναι ιδιαίτερα προσεκτική, αφού όπως επισημαίνεται και στην εισαγωγή του Β. Γούναρη οι όροι που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν είναι αναγκαστικά φορτωμένοι με ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Εκδόθηκε το 1997 και οι έκδοσή του στις γενικότερες συνθήκες της δεκαετίας το 1990 το καθιστά περισσότερο σημαντικό, δηλαδή εκτός από το περιεχόμενό του είναι και η κυκλοφορία του ίδιου, ως εκδοτικού συμβάντος που έχει σημασία.

Το στίγμα και τις προθέσεις του βιβλίου δίνει εξ’ αρχής ο πρόλογος του Θ. Βερέμη που καταλήγει στην αναγκαιότητα διαμόρφωσης μιας εθνικής ελληνικής συνείδησης, χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, μιας τέτοιας συνείδησης που θα μπορέσει να εντάξει το διαφορετικό έτσι όπως παρουσιάζεται στην πολυπολιτισμική πραγματικότητα των ημερών μας. Νομίζω ότι αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη της επιστημονικής προσέγγισης που επιχειρείται στη χώρα μας. Κατά συνέπεια, η μελέτη του είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση ρεαλιστικής και σύγχρονης αντίληψης για το μακεδονικό ζήτημα.
Κάθε μία από τις οκτώ εργασίες του βιβλίου διατηρεί την αυτονομία της και όλες μαζί συγκλίνουν στο ίδιο ζήτημα της διαμόρφωσης ταυτοτήτων.

Χωρίς να υποτιμώ τις άλλες εργασίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο θα ήθελα να σταθώ σε τρεις. Του Βλάση Βλασίδη, «η αυτονόμηση της Μακεδονίας, από τη θεωρία στην πράξη». Παρουσιάζει το μακεδονικό ζήτημα από τα χρόνια της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται το αίτημα αυτονόμησης της Μακεδονίας τίθεται για πρώτη φορά το 1876 από τον Αυστριακό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ. Το 1893 ιδρύεται η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) της οποίας η δράση θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Το 1895 έχουμε την ίδρυση του Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου και το 1903 τη σημαντική για τους βόρειους γείτονες εξέγερση του Ίλιντεν. Ο συγγραφέας παρακολουθεί την πολιτική και ένοπλη δράση. Αρχικά η ΕΜΕΟ ήταν προσανατολισμένη στην αυτονομία της Μακεδονίας. Το κομιτάτο όμως στόχευε στην ενσωμάτωση της στο Βουλγαρικό κράτος. Η ΕΜΕΟ διασπάστηκε και έτσι άφησε ελεύθερο πεδίο για να εμφανιστούν και ένοπλα ελληνικά σώματα στη Μακεδονία που αποτελούσε, ακόμη, μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Είναι ξεχωριστά ενδιαφέρουσα αυτή η πρώτη φάση του Μακεδονικού ζητήματος γιατί συνήθως επικεντρώνουμε την προσοχή μας στην μεταπολεμική περίοδο.

Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης μελετά τις σχέσεις Σλαβόφωνων και Προσφύγων, ένα ακανθώδες θέμα. Η διαφοροποίηση των δύο πληθυσμιακών ομάδων και η αντιπαράθεσή τους εκφράζεται και πολιτικά ως τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Οι πρόσφυγες ήταν προσκολλημένοι στους Φιλελεύθερους γιατί από εκεί προσδοκούσαν την αποκατάστασή τους και γιατί είχαν αντιμετωπίσει την έχθρα των «Λαϊκών» και των άλλων φιλοβασιλικών κομμάτων. Αυτή η αντιπροσφυγική πολιτική των δεύτερων έσπρωξε την πλειοψηφία των σλαβόφωνων στα δεξιά κόμματα. Ωστόσο κάποιοι από τους σλαβόφωνους συμπορεύτηκαν με το ΚΚΕ που υποστήριξε την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Μετά τον πόλεμο και σε κάθε περίπτωση μετά την μεταπολίτευση δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις, αν και έχουμε διαπιστωμένη τη μαζική περιχαράκωση και τη διοχέτευση των ντόπιων ψήφων προς συγκεκριμένα κάθε φορά κόμματα. Η εργασία βασίζεται στη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα.
Για το ίδιο θέμα έχει συμπληρωματικό ενδιαφέρον ένα δημοσίευμα του Ιου στις 15/3/1998 σχετικά με την ιστορία και την αντιπαλότητα των χωριών Αγίου Παντελεήμονα και Βεγόρας.

Τρίτη εργασία αυτή του Άγγελου Χοτζίδη για την «Άρθρωση και Δομή του μειονοτικού λόγου». Μελετάται εκ των έσω η ιδεολογία που αναπτύσσουν οι σλαβόφωνοι με την έκδοση των περιοδικών «Μογλενά» και «Ζόρα». Αποτελεί προσέγγιση της πιο σύγχρονης εποχής. Η προώθηση εθνοτικών χαρακτηριστικών από το 1991 με την εμφάνιση της ΜΑΚΙΒΕ και την ευρωπαϊκή προοπτική της υπόθεσης με την οργάνωση «Ουράνιο Τόξο». Εξετάζονται το όνομα και οι ασαφείς διακηρύξεις μιας ομάδας που έχει ιδιαίτερα εθνοτικά χαρακτηριστικά αλλά όχι τα χαρακτηριστικά μιας εθνικής μειονότητας.

Κατά δεύτερο λόγο η κατάδειξη της διαφορετικότητας των σλαβόφωνων γίνεται μέσω της ιστορίας με αναφορές κυρίως στην εξέγερση του Ίλιντεν το 1903. Επίσης εξετάζεται η ξεχωριστή πολιτιστική ταυτότητά τους σε σχέση με την προσπάθεια ίδρυσης «Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού» στη Φλώρινα.

Σε όλα αυτά κεντρικό είναι το ζήτημα της γλώσσας και της γραφής, όπως επίσης και η κοινωνική διαφοροποίηση αφού οι ντόπιοι νιώθουν να βρίσκονται σε υποδεέστερη μοίρα συγκριτικά με τους πρόσφυγες.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις Παπαζήση

Υ.Γ. Πρόσφατα εκδόθηκε το "Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο: Η διαχρονική τους πορεία".

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009

930 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το τέχνη, γλώσσα και εξουσία του Μάριου Πλωρίτη

Πρόκειται για εννέα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα από το 1983 και εξής. Σε αυτά ο συγγραφέας ασχολείται με τρία θέματα. Κατά πρώτο λόγο με ζητήματα τέχνης. Εξετάζει τη σχέση του καλλιτέχνη με την εξουσία, η οποία σε κάθε περίπτωση στέκεται περιφρονητική απέναντί του. Ευνοεί τους καλλιτέχνες που την υπηρετούν, αγνοεί όσους δε τη θίγουν και διώκει όσους την ενοχλούν. Ο καλλιτέχνης διεκδικεί λόγο και έκφραση, όμως η τέχνη είναι στο περιθώριο. Αυτό είναι φανερό από την απουσία της τέχνης στην Παιδεία που καθίσταται έτσι άγονη και παραγωγή ημιμάθειας. Η ανάγκη ελεύθερης έκφρασης των καλλιτεχνών είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Πλωρίτης τεκμηριώνει τις απόψεις του με συγκεκριμένες αναφορές. Ο Μπρέχτ έγραφε: «κανένας ζωγράφος δε μπορεί να ζωγραφίσει όταν τρέμουν τα χέρια του από το φόβο για την ετυμηγορία κάποιου κομματικού αξιωματούχου». Υπερασπίζεται την ανάγκη ελευθερίας και αυτονομίας της Τέχνης με αναφορές και σε κείμενα του Τρότσκι και θεσμών του Σοβιετικού Κράτους όπου διατυπώνεται ότι η τέχνη είναι ένας χώρος από αυτούς που το κόμμα δεν πρέπει να ελέγχει. Στο ίδιο πνεύμα εξετάζει το θέμα της στράτευσης του καλλιτέχνη και της πνευματικής ελευθερίας που είναι ταυτόσημη με τη δημιουργία.

Το δεύτερο θέμα είναι η γλώσσα. Αντικρούει την κινδυνολογία για τη φτώχεια της γλώσσας. Είναι φυσικό να αχρηστεύονται και να χάνονται τύποι που δεν την υπηρετούν. Ας πούμε η απώλεια του δυικού αριθμού, της ευκτικής, της δοτικής δε συνεπάγεται πρόβλημα, αλλά είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της γλώσσας όπως αυτή διαμορφώνεται από το λαό που τη μιλά και τη διαμορφώνει. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ζητήματα ορθογραφίας. Οι απλοποιήσεις της γραφής, η καθιέρωση του μονοτονικού δε βλάπτουν τη γλώσσα. Οι σχετικές κινδυνολογίες μάλλον κρύβουν άλλες σκοπιμότητες.

Από την άλλη, όμως, η γλώσσα δεν «πλουταίνει» με τη εισροή ξένων λέξεων. Στην ελληνική γλώσσα αυτό το φαινόμενο εξηγείται και από την υψηλή διάσταση που έχει η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Βέβαια πολλές λέξεις ξένες έχουν υιοθετηθεί κατά την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, λέξεις που αφομοιώθηκαν και τώρα πια δεν ξεχωρίζουν. Για το συγγραφέα το πρόβλημα υπάρχει σήμερα γιατί οι εισροή ξένων λέξεων είναι μαζική και έχουμε ταυτόχρονα παραγωγή λεκτικών τύπων με μίμηση ξενικών, όπως σπορτέξ.

Ο Πλωρίτης καταλήγει ότι είναι ευθύνη μας να φροντίζουμε το λεξιλογικό πλόυτο της γλώσσας και να μη περιοριζόμαστε στη χρήση μερικών εκατοντάδων που εξυπηρετούν οριακά την καθημερινή επικοινωνία. Δε θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε όλες τις παλιότερες λέξεις σα νεκρές, αλλά σα ξεχασμένες. Επικαλείται τον Ψυχάρη για το δικαίωμα να αναζητά λέξεις στην αρχαία γλώσσα ώστε να καλύψει σημερινές ανάγκες. Αρκεί βέβαια να τις προσαρμόζει στο τυπικό της δημοτικής. Αν οι λέξεις αυτές ξαναπεράσουν σε γενική χρήση είναι ζήτημα που θα κρίνει το κοινό γλωσσικό αίσθημα.

Το επόμενο κείμενο είναι αυτό που εισηγήθηκε στην «ημερίδα του Μίλωνα», τον Ιανουάριο του 1895. Στη σύγκρουση απόψεων που εκφράστηκε εκεί, ο Πλωρίτης προσπαθεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Αυτό, κατ’ ουσίαν, δεν είναι εφικτό. Γράφει για κακοπάθεια της Δημοτικής που οφείλεται σε αμέλεια και δόλο. Διαπιστώνει ότι η δημοτική δε μελετήθηκε όπως και όσο θα έπρεπε και αφέθηκε να οδηγηθεί σε λαϊκιστικό κράμα. Κατά δεύτερο λόγο είναι πολλοί αυτοί που κρύβουν την αμάθεια και την αγραμματοσύνη τους πίσω από τη δημοτική. Ο περιορισμός του λεξιλογίου και ο εντυπωσιασμός των νέων γλωσσικών τύπων είναι κακοποίηση της γλώσσας και είναι υποκριτικό πίσω από κηρύγματα πολιτισμού να βρίσκεται η αμέλεια και η υποτίμηση της αξίας που έχει η γλώσσα. Σε κείνη την ημερίδα, μάλλον, ο λόγος του Πλωρίτη δικαίωνε τους κινδυνολόγους νεογλωσσαμύντορες. Βέβαια, είναι φανερό ότι η πρόθεση του δεν ήταν αυτή.

Τρίτο και συναφές άμεσα με το δεύτερο θέμα είναι το ζήτημα του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών. Η σκέψη του Πλωρίτη τεκμηριώνεται με συχνές και σαφείς αναφορές. Στο Βηλαρά, στο Γληνό, κλπ. Συμφωνεί για την «άψυχη και τυπολογική αρχαιογνωσία» που συνιστούσε το μάθημα. Αλλά νομίζω ότι κάνει ένα λογικό σφάλμα. Θεωρεί τη γλώσσα ευρύτερο πολιτισμικό αγαθό από τον αρχαίο κόσμο. Στη σελίδα 67 γράφει: «... στάθηκε η ρίζα της αποστροφής των ‘‘ελληνοπαίδων’’ όχι μόνο για την αρχαία γραμματεία, αλλά και για την ελληνική γλώσσα, γενικότερα: ....». Αυτό είναι νομίζω το σημείο που θα τον οδηγήσει σε άλλα ιδεολογικοποιημένα συμπεράσματα και εξηγεί τον υπότιτλο του άρθρου, «κατάργηση ενός μαθήματος ή κατάργηση του μέγιστου μαθήματος». Είναι εντυπωσιοθηρικό και δίνει ψευδή εικόνα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Τα αρχαία ελληνικά, η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ποτέ δεν καταργήθηκε στην εκπαίδευση. Αυτό που είχε γίνει ήταν να γίνεται η διδασκαλία της από μεταφράσεις. Το ξέρει βέβαια καλά ο Πλωρίτης. Αυτό που ζητά μέσα στο κείμενό του είναι να υπάρχει παράλληλα με τη μετάφραση και η παράθεση του αρχαίου κειμένου. Είναι ένα λογικό και παιδαγωγικά σωστό αίτημα. Ούτε τότε έγινε, ούτε τώρα. Τώρα (εδώ και 17 χρόνια κρατά αυτό το τώρα) που επανήλθε η διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Όμως, για τον Πλωρίτη, όπως και για πολλούς άλλους, η αρχαία ελληνική γλώσσα και η παράθεση των κειμένων στο πρωτότυπο αποτελεί πρότυπο για την καλλιέργεια της γλώσσας και του ύφους των μαθητών (σελ. 71) και εδώ μάλλον διατυπώνει μία ιδεοληψία παρά μια γλωσσολογική ή εκπαιδευτική κρίση.

Τα δύο τελευταία άρθρα γράφονται το 1985 και το 1987. Ο Πλωρίτης επισημαίνει την λεξιλογική φτώχεια και τη δυσκολία σύνταξης του λόγου που έχουν οι νέοι, επιστρατεύει επιχειρήματα που ο ίδιος είχε αναιρέσει, όπως το ζήτημα της ορθογραφίας – ανορθογραφίας. Τεκμηριώνει το σκεπτικό του σε δημοσιεύματα του Ταχυδρόμου και «πειράματα» που κάνει ο ίδιος. Επιτίθεται στην πολιτική που «καταργεί τα Αρχαία Ελληνικά και καταρρακώνει τα Νέα» (σελ. 78) και εν τέλει υπηρετεί την αντιμεταρρύθμιση που εκδηλώθηκε κατά τη δεκαετία του ’80. Και στο τελευταίο άρθρο (1987) ούτε μια «καλή κουβέντα» για την εκπαιδευτική πραγματικότητα που για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους ήταν συνδεμένη με τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό.


αΒδεηηίίλμνσςΣςυω αλφαβητοτακτοποιημένος

Κυριακή, Απριλίου 05, 2009

1515 λέξεις αναλφαβητοτακτοποίητες για το Δημόσιο Διάλογο για τη Γλώσσα (συλλογικό)

Πρόκειται για τα κείμενα των ομιλιών για τη γλώσσα στη σχετική «ημερίδα του Μίλωνα» που οργάνωσε το ΚΚΕ εσωτερικού στις 19 Ιανουαρίου 1985. Περιλαμβάνονται επίσης οι δευτερομιλίες και οι παρεμβάσεις των συνέδρων. Το βιβλίο αποτελεί, πλέον, ντοκουμέντο όπου καταγράφονται οι έντονες συζητήσεις για τα γλωσσικά ζητήματα και κυρίως οι δύο – κατ’ ουσίαν – διαφορετικές στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Αυτή που θεωρεί ότι η γλώσσα κινδυνεύει και έχει ανάγκη τη ρυθμιστική παρέμβαση των ειδημόνων και την αναγωγή της σε παλιότερες και «ενδοξότερες» μορφές της και αυτή που υπερασπίζεται τη ζωντάνια της και θεωρεί ότι η γλώσσα αντιμετωπίζει μόνη της τα αδιέξοδα και τις δυσκολίες και χρέος των μελετητών αποτελεί η καταγραφή και η διδασκαλία της με βάση τη δική της εξέλιξη καθώς χρησιμοποιείται καθημερινά. Βέβαια αυτή παρουσίαση των δύο τάσεων είναι πολύ σχηματική και αδικεί την προσωπική ματιά των ομιλητών, αλλά...

Η ιστορική συγκυρία των κειμένων είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 1976 και την αναγνώριση ή επιβολή της δημοτικής στην εκπαίδευση και στις υπόλοιπες εκφράσεις του Κράτους. Οι λέξεις «αναγνώριση» και «επιβολή» δείχνουν ακριβώς τις δύο διαφορετικές οπτικές που αναφέρθηκαν. Καθώς λοιπόν η μεταρρύθμιση δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, δεν είχε κάνει ούτε τον πρώτο εννιαετή κύκλο της υποχρεωτικής φοίτησης ενός παιδιού στο σχολείο, καθώς η διδασκαλία της δημοτικής αντιμετώπιζε τα προβλήματα που προέρχονταν κυρίως από το γεγονός ότι πρώτη φορά διδάσκονταν – αν εξαιρέσουμε τις βραχύχρονες μεταρρυθμίσεις του 1917 και 1964 – και μάλιστα μετά την δύσκολη περίοδο της δικτατορίας, καθώς η καθιέρωση της ως επίσημης γλώσσας της Πολιτείας είχε ακόμα νηπιακή ηλικία και έπρεπε να αντιμετωπίσει δυσκολίες όπως η νομική ιδιόλεκτος και η απόδοσή της στη νεοελληνική, εμφανίστηκε ο αντίλογος, η νοσταλγία του γλωσσικού παρελθόντος, η ενοχοποίηση της γλωσσικής εξέλιξης με την κατάδειξη των αδυναμιών και των αδόκιμων προσπαθειών να ανταποκριθεί η «επίσημη» πλέον δημοτική στα καθήκοντα της γλώσσας που υπηρετεί την εκπαίδευση και την εξουσία. Επίσης, πολλές φορές, η ιδεολογική υπεράσπιση των παλιότερων μορφών της γλώσσας σε βάρος της ομιλούμενης οδηγούσε σε στρέβλωση της γλωσσικής πραγματικότητας, για να αντλήσει αντεπιχειρήματα.

Τώρα, σχεδόν 25 χρόνια μετά, τα κείμενα αυτά έχουν εκτός από γλωσσολογική αξία και ιστορικό ενδιαφέρον. Οι νεοσυντηρητικές απόψεις κυριάρχησαν. Ενδεικτικά, επανήλθε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια. Οι εξελίξεις ακολούθησαν το πνεύμα των απόψεων που εκφράσανε κυρίως ο Γ. Μπαμπινιώτης και ο Γ. Καλιόρης. Έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κάποιος τις κριτικές και τις διακηρύξεις, ώστε να τις συγκρίνει με τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα όπως εμπειρικά – έστω – την αντιλαμβάνεται. Πρώτο θέμα του βιβλίου είναι το ερώτημα αν υπάρχει γλωσσικό πρόβλημα σήμερα, ήταν το πρώτο θέμα και της ημερίδας.

Συγκεκριμένα, στο κείμενο του Γ. Μπαμπινιώτη βρίσκουμε τη διαπίστωση ότι η γλώσσα εξαιτίας της ξενομανίας που συνιστά και γλωσσική εξάρτηση ρυπαίνεται και αλλοιώνεται η ταυτότητά της (20), η ξενομανία αυτή αφήνει αφύλαχτο το κάστρο της γλωσσικής μας ρωμιοσύνης και αποτελεί Εφιάλτη που παραδίνει τη γλώσσα μας στο γλωσσικό οδοστρωτήρα των ξένων γλωσσών (27). Για την αντιμετώπιση της γλωσσικής υποβαθμίσεως, ανάμεσα στα άλλα, θα πρέπει να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος. (37) εδώ βρίσκεται μια από τις εσκεμμένες στρεβλώσεις που ανέφερα.

Προφανώς ένας γλωσσολόγος ξέρει καλά ότι είναι διαφορετικό πράγμα ο λόγος (κοινωνικό παράγωγο, γενική υπερ-ατομική γλώσσα των μελών μιας γλωσσικής κοινότητας 58) από ο,τι η γλώσσα που βέβαια ορίζεται πολυσύνθετα και δύσκολα 15, βασικά ως κύριο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων 25. Ο λόγος είναι η εσωτερική συστηματική πλευρά της γλώσσας, η κατ’ εξοχήν γλώσσα 45 και είναι ενδιάθετος, πρόκειται για κώδικα που μαθαίνει το άτομο από τα πρώτα έτη της ηλικίας του ... και που διαρκώς συμπληρώνει και βελτιώνει 59. Εξωτερική εφαρμογή της γλώσσας αποτελεί η ομιλία 45 που είναι φωνούμενη και χωρίζεται σε προφορική και γραπτή 89. (Η παράγραφός αυτή βασίζεται στο βιβλίο του Γ. Μπαμπινιώτη, Θεωρητική Γλωσσολογία, Αθήνα 1980, το οποίο είναι εξελιγμένη μορφή της Εισαγωγής εις την Γενικήν Γλωσσολογίαν, εν Αθήναις 1974, του ιδίου. Οι χρονολογίες των βιβλίων είναι αυτές των οποίων την έκδοση έχω υπόψη μου. Και τα δύο χρησιμοποιήθηκαν ως πανεπιστημιακά συγγράμματα. Οι αριθμοί παραπέμπουν στις σελίδες του πρώτου βιβλίου).

Τι εννοεί λοιπόν να διδαχτεί και πάλι στα σχολεία ο αρχαίος ελληνικός λόγος;
Στάθηκα στο Γ. Μπαμπινιώτη γιατί η ιστορία τον ανέδειξε επιφανέστερο από τους ομογνώμονες του. Να μην αδικήσω τους υπόλοιπους. Ο Γ. Καλιόρης ζητά ήδη από τον τίτλο μία ευρύχωρη δημοτική. Εκεί βρίσκω την παλιότερη καταγραφή της «λεξιπενίας» (41). Υπερασπίζεται την ονοματουργία των λογίων και της καθαρεύουσας που βαρύμοχθα πρόσφεραν στη γλώσσα πλήθος λέξεων (51). Και ίσως δε θα διαφωνούσε κάποιος, αλλά «στην καθαρεύουσα δημιουργήθηκαν μερικά από τα πιο υψηλά επιτεύγματα του λόγου, που ισάξιά τους η δημοτική δεν μπόρεσε ακόμα να δώσει». (51) ...

Ακολουθεί ο Ανδρέας Λεντάκης με ιστορική αναφορά στο γλωσσικό ζήτημα και την περιγραφή της σημερινής κατάστασης όπου μέμφεται τη δημοτικιστική ρυθμιστική επιβολή που επηρεάζει με διατάγματα τη γλώσσα κλπ.

Η άλλη οπτική εκφράζεται από το Β. Φόρη. Δηκτικός για όσους βλέπουν γλωσσικά λάθη μόνο στους άλλους, επισημαίνει ότι μόλις βγήκαμε από το χάος της διγλωσσίας και τονίζει τους παραλογισμούς της καθαρεύουσας και το αλληθώρισμα προς την αρχαία γλώσσα. Οι παρεμβάσεις των συνέδρων έχουν το δικό τους ενδιαφέρον καθώς απηχούν ένα γενικευμένο αντιμεταρρυθμιστικό κλίμα. Εξαίρεση σε αυτό είναι η παρέμβαση του Α. Μπελεζίνη.

Το δεύτερο θέμα είναι σχετικό με τη γλώσσα στην εκπαίδευση. Ο Μανόλης Ανδρόνικος εκφράζει με διαύγεια και με λακωνικό λόγο την πεποίθηση ότι η καθιέρωση της δημοτικής από την πολιτεία ήταν νομοτελειακή συνέπεια ιστορικών αιτιών. Η καθαρεύουσα δέχτηκε το τελειωτικό της χτύπημα από τη γλώσσα των συνταγματαρχών που τη γελοιοποίησαν άθελα τους. Η γλωσσική μεταρρύθμιση βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα καθώς τη δημοτική διδάσκουν δάσκαλοι που δεν την έχουν διδαχτεί οι ίδιοι. Αναδεικνύει την πολιτική διάσταση των εκπαιδευτικών ζητημάτων και το καίριο ζήτημα να αγαπήσουν οι νέοι τη γλώσσα τους.

Ο Δ. Τομπαΐδης εξετάζει περισσότερο πρακτικά προβλήματα που έχει η διδασκαλία της δημοτικής στο σχολείο, πώς αντιμετωπίζονται και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα.

Στον αντίποδα ο Κ. Γεωργουσόπουλος. Με θολό σκεπτικό που παρουσιάζεται κριτικό προς όλες τις κατευθύνσεις γίνεται σαφής στο τέλος όταν διατυπώνεται την κρίση ότι χωρίς την αρχαία και μεσαιωνική φάση της γλώσσας μας δεν μπορούμε να διδάξουμε γλώσσα στο σχολειό. Και, επίσης, όταν υποθέτει ότι το 2010 αν μία πολιτική εξουσία θεσπίσει ως γλώσσα της εκπαίδευση τη γλώσσα της βιογραφίας του Βαμβακάρη (!) θα μείνει έξω από την εκπαίδευση ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Ταχτσής κλπ (!).

Ο Τάσος Λιγνάδης, τέλος, εστιάζει στην ανάγκη επαναφοράς της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο. Προφανώς ως Αρχαία Ελληνικά εννοεί μόνο τη διδασκαλία τους στην πρωτότυπη γλώσσα. Απαξιώνει τη μετάφραση τους, θεωρεί την ηλικία των 12 -15 ετών ως την προσφορότερη και ζητά μία παιδεία που θα στον Έλληνα πολίτη πρώτα από όλα την συνείδηση της ιθαγένειάς του.

Ιδιαίτερη αξία έχει η άμεση παρέμβαση του Ανδρόνικου που αξίζει να παρατεθεί.

Το γενικό κλίμα επιβεβαιώνεται και πάλι προς την ίδια αντιμεταρρυθμιστική κατεύθυνση. Ανάμεσα στις παρεμβάσεις είναι και του Ταχτσή που ζητά «ούτε καθαρεύουσα, ούτε δημοτική, αλλά μια νεοελληνική που να τα περιέχει λίγο –πολύ όλα». Πέρα από αυτό είναι ίσως μια αυθεντική ιδιόμορφη οπτική ενός ιδιόμορφου λογοτέχνη.

Ανδρόνικος και Τομπαΐδης προχωρούν σε δευτερολογίες στις οποίες τα λεγόμενά τους μάλλον δείχνουν την ψυχαναγκαστική επίδραση της μαζικής αντιμεταρρυθμιστικής ιδεοληψίας που κυριαρχεί.

Τρίτο θέμα: γλώσσα και πολιτική, γλώσσα και πολιτισμός. Ο Μάριος Πλωρίτης διεισδυτικός και κριτικός φροντίζει να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Το κείμενό του είναι από τα ενδιαφέροντα και τεκμηριωμένα κείμενα το βιβλίου.

Ο Δ. Μαρωνίτης γίνεται περισσότερο πολιτικός προσπαθώντας να εξηγήσει και να κατηγοριοποιήσει όσους αντιδρούν και κινδυνολογούν. Ξεκινά από την επισήμανση ότι είναι αναγκαία η ιστορική προσέγγιση του ζητήματος και ότι για πρώτη φορά η δημοτική γίνεται γλώσσα της εξουσίας. Επιτίθεται στο Γλωσσικό Όμιλο και κάνει τη διαπίστωση ότι στα χρόνια της δικτατορίας όπου η γλώσσα δεινοπαθούσε δε θα μπορούσε να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Εντοπίζει επτά αιτίες που εξηγούν την καταγγελία εναντίον της «εξουσιαστικής δημοτικής». Τα συμφραζόμενα στο κείμενο το Μαρωνίτη είναι πολλά. Ζητά σαφώς να αναγνωριστεί γενναία το πολιτικό, πολιτιστικό και ιδεολογικό φορτίο της γλώσσας και να ομολογήσουν όλοι με ποιο συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό οπλισμό προτείνουν να ξεπεραστεί η κρίση της δημοτικής γλώσσας.

Η παρουσία του Δ. Σαββόπουλου εντυπωσίασε, αλλά επέσυρε και έντονη κριτική και ο Σ. Ράμφος προσέγγισε με το δικό του ιδεολογικό και θρησκευτικό τρόπο τα γλωσσικά ζητήματα. Ουσιαστικότερη γλωσσολογική αξία έχουν οι παρεμβάσεις που ακολουθούν. Ο Κ. Ζουράρις που αυταναγορεύεται ως περίπου αρμόδιος να κρίνει την εγκυρότητα των απόψεων που άπτονται της πολιτικής επιστήμης. Ο Β. Φόρης που αποδομεί την παρουσίαση του Σαββόπουλου κλπ. Τα πνεύματα είναι μάλλον οξυμμένα. Ο Μπελεζίνης σαρκάζει ζητώντας να τον καλέσουν να αναλύσει μουσικά και θεολογικά θέματα (που προφανώς αγνοεί, υπονοώντας την ακαταλληλότητα του Σαββόπουλου και του Ράμφου να μιλήσουν για γλωσσικά ζητήματα). Ο Φωστιέρης μιλά για κρατική επιβολή του μονοτονικού αντιστρέφοντας την ιστορική πραγματικότητα, κάτι που δεν αφήνει ασχολίαστο ο Πλωρίτης. Ο Μαρωνίτης χαρακτηρίζει αυτό που έδωσε ο Σαββόπουλος επιστημονικοφανή φάρσα και αντιπαραθέτει στο Μπαμπινιώτη την ανάγκη να τεθεί το ζήτημα με όλα τα «υπονοούμενά» του και αρνείται στο Ζουράρι την αξίωση να αντιμετωπιστεί η γλώσσα ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο όπως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο δεν είναι ούτε ο ελληνικός λαός. Ο Σαββόπουλος θα επανέλθει, το ίδιο και ο Ράμφος.

Και όλα γίναν ιστορία, μία ενδιαφέρουσα και επίκαιρη ιστορία...

Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

Το παλιό σχολείο, Τομπάιας Γουλφ

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60, σ’ ένα αριστοκρατικό αμερικανικό σχολείο με παράδοση λογοτεχνική. Ένα ιδιότυπο σχολείο, εφόσον οι μαθητές όχι μόνο διδάσκονται λογοτεχνία αλλά ασκούνται και στο να γράφουν, ενώ όλες τους οι προσπάθειες κορυφώνονται στους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που διοργανώνει το σχολείο κάθε τρίμηνο. Το έπαθλο σ’ αυτούς τους διαγωνισμούς είναι μια κατ’ ιδίαν συνάντηση μ’ έναν καταξιωμένο λογοτέχνη (π.χ. Φροστ, κ.α.), ο οποίος κρίνει τα έργα, τα αξιολογεί και επιλέγει τον νικητή, ενώ παράλληλα όλοι οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν και ν’ ακούσουν το λογοτέχνη από κοντά.
Πρόκειται δηλαδή για ένα κλειστό σύστημα, έναν ιδιαίτερο μικρόκοσμο πολύ ξένο για τα ελληνικά δεδομένα: ένα ιδιωτικό κολλέγιο/οικοτροφείο όπου οι μαθητές έχουν όντως ζήλο να γίνουν μουσικοί, τραγουδιστές, αθλητές, παλαιστές, θεατρίνοι, αλλά προπαντός «γραφιάδες». Ένα μοναδικό σχολείο όπου οι φιλόλογοι χαίρουν άκρας εκτίμησης (!), όπου η γνώση φαίνεται να είναι ουσιαστική, αλλά και οι παιδαγωγικές μέθοδοι εμπνευσμένες. Οι περισσότεροι μαθητές είναι επιφανών οικογενειών, ωστόσο το σύστημα τούς προστατεύει ώστε να μη γνωρίζουν μεταξύ τους την οικονομική κατάσταση του καθένα, αντίθετα, γινόσουν δέσμιος ενός συστήματος αξιών που σε εκτιμούσε για ό, τι πετύχαινες μόνος σου.
Όλα αυτά ακούγονται εξωπραγματικά και ουτοπικά, ωστόσο περιγράφονται μέσα από το πρίσμα ενός πάλαι ποτέ μαθητή του σχολείου, που τώρα πια είναι ενήλικας και μέσα από την απόσταση του χρόνου και της εμπειρίας απαντά καίρια στα ερωτήματα του αναγνώστη: είναι ένα «σνομπ» σχολείο; Πώς κατάφερναν οι φιλόλογοί μας να εμπνέουν τόσο σεβασμό και δέος; Σε σύγκριση με όσους δίδασκαν φυσική ή βιολογία τι πραγματικά γνώριζαν για τον κόσμο; (σε αντίθεση με τους μαθηματικούς και τους καθηγητές των φυσικών επιστημών εκείνοι έτειναν προς την ευρυμάθεια. Όσο ικανοί κι αν ήταν στην ανάλυση ενός κειμένου, δεν άφηναν ποτέ ένα ποίημα ή ένα μυθιστόρημα τεμαχισμένο, σαν σφαγιασμένο βάτραχο που βρομάει φορμελδαΰδη· το ξαναέραβαν με Ιστορία και ψυχολογία, με φιλοσοφία και θρησκευτικά, ακόμα και κάποιες φορές με φυσικές επιστήμες. Χωρίς να σου κολακεύουν την επιθυμία να ταυτιστείς με τον ήρωα μιας ιστορίας, σ’ έκαναν να νιώσεις ότι αυτό που είχε σημασία για τον συγγραφέα, ήταν σημαντικό για σένα). Και, κυρίως, γιατί τόσο πολλοί από μας θέλαμε να γίνουμε συγγραφείς; (ίσως να νόμιζαν, όπως κι εγώ, ότι με το να γίνεις συγγραφέας, αποφεύγεις τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνική τάξη και την καταγωγή. Οι συγγραφείς ζούσαν σε μια δική τους κοινωνία, έξω από την κατεστημένη ιεραρχία, κι αυτό τους έδινε μια εξουσία που δεν πήγαζε από κανένα προνόμιο· την εξουσία να πλάθουν εικόνες του συστήματος εκτός του οποίου παρέμεναν, και, επομένως, να το κρίνουν).
Ο ανώνυμος ήρωας- αφηγητής είναι υπότροφος, ταπεινής καταγωγής, εβραίος και παιδί χωρισμένων γονιών· κοινωνικά χαρακτηριστικά που υποσυνείδητα και συνειδητά αποσιωπά (εφόσον άλλωστε το σύστημα το «επιτρέπει»). Έτσι, δεν τολμά ή δε θέλει να αμφισβητήσει ένα σχολείο που είναι περήφανο για το ιεραρχικό του σύστημα, βασισμένο στο χαρακτήρα του ατόμου και τις πράξεις του. Πίστευε (το σχολείο) ότι το σύστημα αυτό ήταν ανώτερο από εκείνο που ίσχυε στον έξω κόσμο, κι ότι μας δίδασκε να υπερηφανευόμαστε και ν’ απαιτούμε την αναγνώριση, μονάχα όταν το αξίζουμε. Ωστόσο, αντιλαμβάνεται, έστω κι ενστικτωδώς -χωρίς να το ομολογεί ούτε στον εαυτό του- ότι είναι ένα ωραίο όνειρο, που παρουσιάζει ρωγμές. Αποκαλυπτικό π.χ. για την ψυχοσύνθεση του ήρωα είναι το επεισόδιο με τον εβραίο επιστάτη τον οποίο ο ήρωας προσβάλλει άθελά του σφυρίζοντας αφελώς μπροστά του ένα ναζιστικό τραγούδι (του είχε «κολλήσει» από την κατασκήνωση όπου δούλευε το καλοκαίρι…). Παρόλη την κατσάδα, δεν αποκαλύπτει την εβραϊκή του ταυτότητα, πράγμα που θα τον «έσωζε», ούτε «αξιοποιεί» τη συναισθηματική κατάσταση για να γράψει το διήγημα που σκέφτηκε. Πέρα απ’ το ότι οι αναγνώστες αποκτούν ένα πρώτο δείγμα της ουσιαστικής ταυτότητας του πρωταγωνιστή, που θ’ αποτελέσει το μοιραίο στοιχείο για τη συνέχεια, ο τρόπος αφήγησης είναι γλαφυρός και διασκεδαστικός.
Μια δεύτερη ένδειξη του μυστικού ψυχικού κόσμου του ανώνυμου ήρωα είναι το ποίημα που εμπνέεται από τη φωτιά, το ποίημα με ήρωα τον πυροσβέστη που μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά γυρίζει στο μίζερο σπίτι του κι όλα τον ενοχλούν:
Νόμιζα ότι το γράψιμο μ’ ευχαριστούσε, και συνήθως έτσι συνέβαινε. Όμως το γράψιμο εκείνου του ποιήματος δεν το χάρηκα (…). Πάντως μιλούσε για κάτι πολύ οικείο· μιλούσε για το σπίτι μου, για τη μητέρα μου που είχε φύγει, για τον πατέρα μου (αν και δεν ήταν πυροσβέστης) που τον πλήγωνε η αδιαφορία μου, για μένα που η ανάγκη του για τρυφερότητα με τρόμαζε, (…+++), για μια ατμόσφαιρα ενυδρείου όπου όλα είναι κλειστά και κυκλικά. Άκουγα κι έβλεπα τα πάντα μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα, ακόμα και το μοτίβο στη φορμάικα. Έβλεπα κι εμένα μέσα και δεν ήθελα να με βλέπω. Ούτε ήθελα να με δει κανένας άλλος.
Κρατώντας λοιπόν κρυμμένο έναν ολόκληρο κόσμο, ο αφηγητής μάς παρουσιάζει τη ζωή του, τα συναισθήματά του και τις αγωνίες του στην προσπάθεια να προσαρμοστεί στο κλειστό σύστημα του σχολείου αλλά και να διακριθεί στο διαγωνισμό, στοχεύοντας ιδιαίτερα στη συνάντηση με τον Έρνεστ Χεμινγουαίη τον οποίο υπερθαυμάζει. Υιοθετεί ένα «άνετο» στυλ, κατασκευάζει μια εικόνα ανέμελου νεαρούλη καλής οικογενείας, ειρωνικά εγκάρδιου επιμελώς αχτένιστου κλπ. Πέρα από τις γνήσιες λογοτεχνικές ανησυχίες (εγώ δε διάβαζα μόνο συγγραφείς, διάβαζα και για συγγραφείς (…). Οι επιδιώξεις μου ήταν μυστικιστικού χαρακτήρα· ήθελα ν’ αγγίξω χέρια που είχαν γράψει ζωντανά διηγήματα και ποιήματα, χέρια που είχαν αγγίξει χέρια άλλων συγγραφέων. Ήθελα το χρίσμα τους), πειθόμαστε για την έφεσή του στο λόγο, από τον τρόπο που παρατηρεί, βιώνει και μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Είναι ένας μοναδικός παρατηρητής, με ευαισθησία και χιούμορ. Επίσης, δίνεται αφορμή στον αφηγητή/συγγραφέα, μέσα από την παρουσίαση των «ανταγωνιστών» του και των έργων τους, να μπει στην «ουσία της γραφής», να εκφράσει ένα σωρό πολύ καίριες παρατηρήσεις για τα έργα τους αλλά και για τη γλώσσα της λογοτεχνίας.
Ωστόσο, αυτό που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο αυτό δεν είναι η- πάντα συναρπαστική- σχολική ζωή και οι σχέσεις της, ούτε οι διαπιστώσεις σχετικά με το λογοτεχνικό λόγο. Προχωρά σε περισσότερο βάθος και εστιάζει γύρω από το πολυσυζητημένο θέμα της σχέσης ζωής και έργου ενός συγγραφέα, αλλά αυτή τη φορά από μέσα. Δηλαδή, ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, χωρίς να το συνειδητοποιεί αρχικά τουλάχιστον, αντιστέκεται σθεναρά στο να αποκαλύψει τον εαυτό του στους άλλους αλλά και στα διηγήματα του. Τα δυο επεισόδια που προαναφέρθηκαν είναι χαρακτηριστικά. Όσο περνά ο καιρός όμως και πλησιάζει η προθεσμία να υποβάλει το διήγημα στο διαγωνισμό (με επικείμενη την επίσκεψη του Χεμινγκουέι) η έμπνευσή του παγώνει, δε γράφει, δε μπορεί να γράψει τίποτα (ήμουν κι εγώ τόσο εξουθενωμένος, περιμένοντας με το χέρι απλωμένο να με ελεήσουν οι λέξεις, ώστε πραγματικά μπήκα στον πειρασμό να του πω την αλήθεια- ότι δεν είχα γράψει τίποτα, ότι δεν μπορούσα να γράψω τίποτα).
Κι όμως, ο ήρωας ανυπομονεί να βγάλει τη μάσκα του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που λατρεύει τον Χεμινγουαίη:
Σελ. 130:
Μπήκα στον κόσμο του αναζητώντας εικόνες δύναμης, αυτάρκειας, απελευθέρωσης από τα δεσμά του σχολείου, (…) τώρα όμως διάβαζα έναν διαφορετικό συγγραφέα. Μπορεί να συμβαίνουν σκληρά πράγματα σ’ αυτά τα διηγήματα, αλλά οι άνθρωποι δεν είναι σκληροί, τα νιώθουν τα χτυπήματα. (…) Ο άνθρωπος που ζούσε μέσα σ’ αυτά τα διηγήματα, δεν ήταν ο ατσάλινος πολεμιστής που η εικόνα του είχε θολώσει τόσο πολύ τις πρώτες εντυπώσεις μου. Από πολλές απόψεις ήταν ένας ασήμαντος, σχεδόν κοινός άνθρωπος που έκανε λάθη, που έπασχε από νευρικότητα και φόβο- φόβο ακόμα και για τα ίδια του τα πνευματικά δημιουργήματα- και που μερικές φορές δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί.
Αυτή είναι η ψυχολογία του ήρωα όταν πέφτει στο «μοιραίο σφάλμα». Ένα σφάλμα μεγάλο για το σχολείο, για το διαγωνισμό και για τους άλλους, αλλά για τον ίδιο μια προσωπική υπέρβαση: ανοίγει από περιέργεια ένα περιοδικό με λογοτεχνικά διηγήματα της Ακαδημίας Θηλέων και το ειρωνικό μειδίαμα σβήνει με την πρώτη αράδα ενός διηγήματος μιας κοπέλας:
«Ελπίζω να μη με είδε κανείς να μαζεύω τη γόπα από κάτω, αλλά έχω ξεμείνει και θέλω να φουμάρω…»
Η αποκάλυψη για τον ήρωα είναι συγκλονιστική. Το διαβάζει ολόκληρο με κομμένη ανάσα και σχολιάζει:
«Όλα εντάξει». Αυτή ήταν η τελευταία φράση του διηγήματος, μιας ιστορίας όπου τίποτα δεν ήταν εντάξει. Το ξαναδιάβασα από την αρχή, αργά αυτή τη φορά, νιώθοντας ότι κάποιος είχε διαρρήξει και λεηλατήσει το θησαυροφυλάκιό μου, κι ότι όλα μου τα μυστικά ήταν τώρα εκτεθειμένα σ’ εκείνες τις σελίδες. Από την πρώτη φράση, έβλεπα κατάφατσα τον εαυτό μου.
(..) Πώς αρχίζει κανείς να γράφει την αλήθεια;
Δε νιώθει καμιά ενοχή να το αντιγράψει και να το υποβάλει αυτούσιο στο διαγωνισμό, γιατί αισθάνεται ότι «είναι δικό του» (ολόκληρο το διήγημα ήταν σα να’ χε από το ημερολόγιο που δεν κράτησα ποτέ).
Το αντέγραψε όλο με την ικανοποίηση και τη σιγουριά ότι «όποιος διάβαζε αυτό το διήγημα, θα μάθαινε ποιος ήμουν στ’ αλήθεια».
Τα γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία, η ουσία άλλωστε του βιβλίου έχει ειπωθεί: ο Χεμινγκουέι εντυπωσιάζεται, στέλνει εκτενή κριτική την οποία σχολιάζει ο ήρωας με μεγάλη οξυδέρκεια, αλλά όταν γίνεται αντιληπτή η απάτη, φυσικά αποβάλλεται από το σχολείο. Τον παρακολουθούμε με αξιοπρέπεια να αποδέχεται την τιμωρία και να παίρνει το τρένο της αποχώρησης, λίγες μέρες πριν το ίνδαλμά του επισκεφτεί το σχολείο.
Το βιβλίο ωστόσο δεν τελειώνει, μας επιφυλάσσει κάποιες ανατροπές:
Ο ήρωας χρόνια μετά γίνεται καταξιωμένος συγγραφέας και τον προσκαλούν, ως συγγραφέα πια, στο σχολείο. Αρνείται όμως- κι έχουν ενδιαφέρον τα συναισθήματα που τον οδήγησαν σ’ αυτήν την απόφαση. Στην τυχαία του συνάντηση μ’ έναν καθηγητή του, μαθαίνει κάποια καθοριστικά παρασκήνια των γεγονότων που δεν τα ήξερε, και το βιβλίο τελειώνει με την ιστορία του Άρτς, ενός άλλου καθηγητή που παραιτήθηκε για παρόμοιους λόγους και εντέλει επέστρεψε ως άσωτος υιός (μάλιστα η τελευταία φράση του βιβλίου είναι «ο πατέρας του, μόλις τον είδε να’ ρχεται, έτρεξε να τον προϋπαντήσει». Ένα τέλος λίγο άστοχο, ακόμα κι αν δει κανείς τον Άρτς σα μια διαφορετική περσόνα του πρωταγωνιστή.

Κατά τη γνώμη μου πάντως, η πιο αξιόλογη –και κωμικοτραγική- ανατροπή είναι όταν συναντιέται λίγο καιρό μετά την αποβολή του από το σχολείο με τη Σούζαν, την κοπέλα που έγραψε το διήγημα. Η συνάντηση είναι «καθαρτική». Δεν ήταν τυχαίο που το διήγημα της Σούζαν μίλησε τόσο στην ψυχή του ήρωα. Η Σούζαν είναι άμεση, αυθόρμητη, διεισδυτική, νομίζει ότι η απάτη με το διήγημα της είναι μια καλοστημένη φάρσα που γελοιοποιούσε το κυριλέ εκτροφείο επιβητόρων, τον Χενινγκουέι και την ιδέα της λογοτεχνίας ως μεγάλης φαλλοκρατικής (!) επιχείρησης. Η συνάντησή τους είναι μια ακόμα αφορμή κατάπληξης για τον ήρωα, ο οποίος εκδηλώνει το θαυμασμό του για το θάρρος και την ειλικρίνεια του διηγήματος (Σούζαν: Πώς το ξέρεις ότι δε είναι απάτη, απ’ την αρχή ως το τέλος;) και τελειώνει όχι βέβαια με ρομάντζο, αλλά με τη σοκαριστική της δήλωση ότι δε γράφει πια γιατί είναι ανούσιο, γιατί απλώς σε αποκόβει από τον κόσμο, σε κάνει εγωιστή και, γενικά, δε σε ωφελεί σε τίποτα. Αμέσως μετά ο ίδιος σημειώνει: «ξέρουμε τι είναι ιερό για μας όταν αποστρεφόμαστε έντρομοι το βέβηλο, κι αυτήν ακριβώς την επίδραση είχε πάνω μου η άνεση με την οποία η Σούζαν πρόδιδε το χάρισμά της».


Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

7414 χαρακτήρες για τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή της Μαρίας Γεωργιάδου

Ξαναδιάβασα το βιβλίο από την οπτική μιας ήδη σχηματισμένης γνώμης, ότι ο Κ.Κ, αν και δεν ήταν Ναζί, εξυπηρέτησε τα συμφέροντά τους. Είχα ξεφυλλίσει το εμπεριστατωμένο, πολύπλευρο και πληρέστατο βιβλίο την Άνοιξη του 2008. Και τώρα βέβαια (Ιανουάριος 2009) δε μπορώ να ισχυριστώ ότι στάθηκα στις πάρα πολλές λεπτομέρειες και τεκμηριωμένες αναφορές σχετικά με τη ζωή του και περισσότερο με το έργο του. Ιδίως για το έργο του απαιτούνται εξειδικευμένες μαθηματικές γνώσεις.

Έτσι η ανάγνωσή μου ήταν μια τομή που έψαχνε να βρει συγκεκριμένα στοιχεία για τον πολιτικό βίο του Καραθεοδωρή. Βρήκα την απάντηση που ζητούσα στην αντίθετη στάση του Μπορ και κυρίως του Αϊνστάιν. Περισσότερο βρήκα, στη σελίδα 852, την πιο εύστοχη λακωνική διατύπωση του H. Mehrtens σχετικά με τον Καραθεοδωρή: «ανεύθυνη καθαρότητα».

Το ερώτημα τίθεται ως εξής: δικαιούται ο επιστήμονας ή γενικά ο «άνθρωπος των γραμμάτων» να επικαλείται το διαχωρισμό επιστήμης και κοινωνικής ευθύνης; Μπορεί να μιλάμε για ουδέτερη επιστήμη, ανεξάρτητη από κοινωνικές και ιστορικές συνισταμένες; Μπορεί να υπάρξει τέτοιος διαχωρισμός χωρίς να δημιουργήσει πλήθος ερωτήματα και αντινομίες;

(Καθώς «ξεφύλλιζα» τις 1100 σελίδες εξελίσσονταν ένας διάλογος σχετικά με τα γεγονότα του Δεκέμβρη 2008. Αφορμή ήταν η επικριτική στάση του Απ. Δοξιάδη και άλλων για τις δράσεις που διέκοπταν θεατρικές παραστάσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις).

Επανέρχομαι στον Καραθεοδωρή και τη ζωή του.

Στις σελίδες 170-172, παντρεύεται με την Ευφροσύνη Καραθεοδωρή, θεία του, μικρότερη κατά έντεκα χρόνια. Αυτό θα ήταν κουτσομπολιό, αν ο πεθερός του Κωνσταντίνου δεν ήταν ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρή Πασά που ήταν ανώτερος διπλωμάτης στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Συμμετείχε στη Συνδιάσκεψη Κωνσταντινούπολης (Δεκ ’76 – Ιαν ’77) και στο Συνέδριο του Βερολίνου 1876.
Στη σελίδα 250 ο Καραθεοδωρή δεν υπογράφει την «Έκκληση προς τον κόσμο του πολιτισμού» που δικαιώνει τη γερμανική επιθετικότητα και τον πόλεμο ως υπόθεση πολιτισμού. Υπογράφουν ενενήντα τρεις διανοούμενοι τον Οκτώβριο 1914, ανάμεσά τους ο Μαξ Πλάνκ. Δεν υπογράφει ο Χίλμπερτ, αν και είναι Πρώσος. Στις 22-4-1915 οι Γερμανοί χρησιμοποιούν δηλητηριώδη αέρια. Ο Καραθεοδωρή δεν υπογράφει το «Υπόμνημα των καθηγητών» που δικαιολογεί την επεκτατική πολιτική των Γερμανών. Υπογράφουν 1347 διανοούμενοι.

Συνεχίζω το ξεφύλλισμα με πιο κωδικοποιημένο τρόπο, παραθέτω τις σελίδες και τα γεγονότα.
251, το 1914 ο Hans Reichenbach αναρωτιέται για την απουσία των πανεπιστημιακών από τα κοινωνικά ζητήματα. «Στα πανεπιστήμιά μας δε συναντούμε παρά καθηγητές». Ο Fritz Haber θέτει την έρευνα σχετικά με τα δηλητηριώδη αέρια στην υπηρεσία του γερμανικού στρατού. Ο Einstein υπογράφει την πρώτη του έκκληση για ειρήνη.
535, το 1931 ο Καραθεοδωρή εργάζεται ως Κυβερνητικός Επίτροπος, χωρίς να αφήσει τη θέση του στη Γερμανία, για την αναδιοργάνωση των ελληνικών πανεπιστημίων
552, στις 21/5/1933 εισάγεται από το Σύνδεσμο Γερμανικών Πανεπιστημίων, χωρίς εξωτερική πίεση, η «αρχή του ηγέτη». Στις 11/11/1933 επτακόσιοι από τους δύο χιλιάδες καθηγητές υπογράφουν όρκο πίστης στο Χίτλερ.
555 – 579, συνεχείς διώξεις επιστημόνων φίλων του Καραθεοδωρή. Ο Max Born αναγκάζεται να πάρει άδεια σε ηλικία 51 ετών. Ο Otto Neugebauer αρνήθηκε να δώσει όρκο πίστης στο Χίτλερ και αναγκάστηκε να φύγει από το Γκέτιγκεν όπου έγινε διευθυντής του Μαθηματικού Ινστιτούτου για μία μέρα. Ο Einstein δηλώνει: «χαρακτηρίζω την κατάσταση στην τωρινή Γερμανία σαν μια κατάσταση ψυχικής ασθένειας των μαζών», φεύγει από την Πρωσική Ακαδημία και διαγράφεται από τη Βαυαρική την ίδια στιγμή που «πολλοί στερούνται την ελευθερία να εργάζονται και να κερδίζουν τη ζωή τους». Ο Καραθεοδωρή σιωπά. Διώκεται ο Χούσερλ και ανακαλείται ο τίτλος του καθηγητή, είναι 77 χρονών. Ο Καραθεοδωρή αποφασίζει να μείνει στη Γερμανία. Από δω και πέρα η ελευθερία των επιλογών του συνεχώς μειώνεται...
603, ο Καραθεοδωρή διορίζεται σε επιστημονικές επιτροπές και εκπροσωπεί τη Γερμανία σε διεθνείς επιστημονικές συναντήσεις και συνέδρια
598 και 683, τη νύχτα της 9ης προς 10η Νοεμβρίου 1938 γίνονται επιθέσεις με στόχο τους Εβραίους όλης της χώρας, είναι γνωστή ως «Νύχτα των Κρυστάλλων».
682, το 1938 απονέμεται στον Καραθεοδωρή τίτλος επίτιμου Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στις σελίδες 881 – 891 υπάρχει χρονολογικό παράρτημα. Σταχυολογώ:
887, στις 28 Αυγούστου 1934 δίνει όρκο πίστης στο Χίτλερ.
888, στις 28 Μαΐου 1935 εκλέγεται μέλος της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών και στις 13 Ιουνίου 1935 διορίζεται στη Διεθνή Επιτροπή Μαθηματικών με διάταγμα του Βαυαρικού υπουργείου παιδείας. Στις 28 Οκτωβρίου 1936 γίνεται «παπικός ακαδημαϊκός».
889, το Σεπτέμβριο του 1938 συμμετέχει στην ετήσια συνέλευση της Γερμανικής Ένωσης Μαθηματικών.

Στις σελίδες 843 – 862 βρίσκεται ο ενδιαφέρων και πυκνός επίλογος. Στέκομαι επιλεκτικά στη διαπίστωση ότι οι ιστορικοί των μαθηματικών είναι ελάχιστοι και κατά συνέπεια υπάρχει μεγάλο κενό σε αυτόν τον τομέα. Επιστρέφω στην αρχική οπτική μου που καθόρισε την «ανάγνωση». Ο Καραθεοδωρή απόφυγε ή προσπάθησε να αποφύγει την ανάληψη ευθυνών απέναντι στα γεγονότα του καιρού του. Δέσμιος της επιλογής του να μείνει στη Γερμανία ήταν αναγκασμένος να σωπαίνει και να υπηρετεί. Ενδεικτικό είναι ότι δεν ανέφερε ποτέ το ολοκαύτωμα των Εβραίων ή τα ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα. Όμως δεν υπηρέτησε την ουδετερότητα της επιστήμης αλλά την «ανεύθυνη καθαρότητα» της.

Γνωρίζω ότι η ανάγνωση που έκανα είναι «προκατειλημμένη». Νομίζω, όμως, ότι δικαιώνεται. Επίσης νομίζω ότι δεν αδικεί το βιβλίο, δηλαδή τις σελίδες εκείνες που έχουν βιογραφικό χαρακτήρα. Δε στάθηκα καθόλου σχεδόν στις υπόλοιπες. Θέλω να πιστεύω ότι τα ζητήματα της επιστημονικής προόδου θα είχαν υπηρετηθεί αποτελεσματικότερα χωρίς τους φραγμούς της ιστορικής συγκυρίας. Αν δηλαδή δεν ίσχυε ότι επιστήμονες «πολλοί στερούνται την ελευθερία να εργάζονται και να κερδίζουν τη ζωή τους».

Για να «ισορροπήσω» τα πράγματα παραθέτω απόσπασμα από τον επίλογο (σελ. 851-852):
«Ο Einstein παρατηρούσε σχετικά: «Είναι πράγματι παράδοση της γερμανικής διανόησης να μη νοιάζεται για τις δημόσιες υποθέσεις. Ως προς αυτό, οι Γερμανοί διανοούμενοι διαφέρουν από τους συναδέλφους τους στις ΗΠΑ και στην Αγγλία. [...] Υποτάχθηκε η μεγάλη μάζα των Γερμανών διανοούμενων στις διαθέσεις των Ναζί; [...] Ήταν αρκετά πρόθυμοι να λένε: «Χάιλ Χίτλερ» και να αγνοούν πολλά από όσα συνέβαιναν γύρω τους, όσο μια τέτοιας μορφής υποταγή τους επέτρεπε να συνεχίζουν τη μελέτη τους για το ηλεκτρόνιο ή, ας πούμε, για την πρώιμη ιστορία της ισπανικής γλώσσας. Οι περισσότεροι από τους συναδέλφους μου στο Βερολίνο υιοθέτησαν αυτήν τη στάση και όχι στάση θετικής αποδοχής του Χιτλερισμού, ούτε ανησυχούσαν υπερβολικά για το εισόδημά τους. Δεν χρειάζεται να τονίσω ότι η στάση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εδώ ελλοχεύουν πραγματικά οι μέγιστοι κίνδυνοι της εξατομικευμένης ειδίκευσης των διανοουμένων. [...] Ανεξάρτητα από το πόσο άνετα αισθάνονται στον γυάλινο πύργο οι επιστήμονες, υπάρχουν, ασφαλώς, στοιχεία που συνηγορούν σε αυτό. Η δυσκολία είναι να βρει κανείς την κατάλληλη ισορροπία».

Χωρίς να αμφισβητεί κάποια αυτονομία της επιστήμης, ο Einstein υπεδείκνυε ότι υπό ναζιστική κυριαρχία το καθετί ήταν πολιτικό και η προσδοκία ότι η επιστήμη θα μπορούσε να κρατηθεί αλώβητη από τις προκλήσεις των καιρών, να διατηρήσει την αγνότητά της σε συνθήκες πλήρους κατεδάφισης και της παραμικρής ανθρωπιστικής αξίας ήταν τραγική πλάνη. Αυτό που ο H. Mehrtens αποκαλεί «ανεύθυνη καθαρότητα» ισοδυναμούσε με οικτρή αυταπάτη.


silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος
(ένα κείμενο του Τ. Καμπύλη απο την Καθημερινή) για το βιβλίο της Μ. Γεωργιάδου)

Σάββατο, Μαρτίου 21, 2009

4801 χαρακτήρες για «την Κωνσταντίνα και τις αράχνες της», της Άλκης Ζέη

«Δανείστηκα» το βιβλίο από την Κωνσταντίνα. Όταν το διάβασε το σχολίασε, χωρίς να θυμάμαι πώς ακριβώς, κάτι που δε συνηθίζει.
Είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για ένα δύσκολο θέμα όπως τα ναρκωτικά. Ένα θέμα για το οποίο φαίνεται να επικρατεί σιωπή, ένοχη σιωπή ή ίσως αμηχανία εξαιτίας άγνοιας και τόσης ιδιομορφίας που το χαρακτηρίζει. Κι όμως, την ίδια στιγμή που δαιμονοποιείται ο καπνός, αναμφίβολα εθιστικός και τοξικός, δε γίνεται ανάλογη κουβέντα για τις άλλες ουσίες που προκαλούν εθισμό και κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή των χρηστών.
Η Άλκη Ζέη «στήνει» ένα μυθιστόρημα χωρίς δραματοποιήσεις και ηθικοπλαστική διάθεση κηρύγματος. Για αυτό το λόγο ίσως είναι και πιο αποτελεσματικό. Μέσα από τη ζωντάνια της αφήγησης τίθεται το ζήτημα των ναρκωτικών, οι κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες του μικρο-περιβάλλοντος και τα εφηβικά αδιέξοδα που προέρχονται από την πίκρα της βίωσης ενός κόσμου που παρουσιάζεται «τελεσίδικος». Οι εμμονές των ενήλικων να ερμηνεύουν ή να μην ερμηνεύουν τα συμβάντα γύρω τους και να εθελοτυφλούν είναι χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου.
Ο προβληματισμός και η ισχυροποίηση των μηχανισμών της κριτικής σκέψης είναι τα κέρδη που αποκομίζει ο νέος αναγνώστης. Η διαπίστωση ότι υπάρχει ένας κόσμος στον οποίο δε σκύβουμε για να τον κατανοήσουμε είναι το κέρδος για μας τους ενήλικες.
Το βιβλίο έχει όλες τις αρετές του μυθιστορήματος και της καλλιεργημένης γραφής της Ζέη. Αποτελεί έργο που δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά. Ή καλύτερα, σέβεται τόσο τα παιδιά ώστε είναι και για μεγάλους κυρίως αν το δούμε ως μια κριτική ματιά και ως αυτοκριτική, εστιάζοντας στο ρόλο των γονέων και στο χαρακτήρα της γιαγιάς. Η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» που κατεξοχήν απευθυνόταν σε μεγάλους μου είχε αρέσει τόσο για τη γραφή του όσο και για την επαφή του με την ιστορική πραγματικότητα. «Η Κωνσταντίνα και η αράχνες της» μου άρεσαν για τη γραφή και τη μυθοπλασία.
Όμως ποια είναι η ιστορία; Το ζευγάρι αποκτά ένα καχεκτικό παιδί, την Κωνσταντίνα που η γιαγιά της από την πρώτη στιγμή χαρακτηρίζει «λειψανάκι», ίσως πικραμένη και επηρεασμένη από το άλλο της εγγονάκι που έχασε. Οι καταστάσεις οδηγούν τους δασκάλους γονείς να φύγουν στη Γερμανία για να εργαστούν εκεί. Εκεί θα αλλάξει και η ζωή τους και θα οδηγηθούν στο χωρισμό. Ο πατέρας είναι αυτός που θα ανακοινώσει εύσχημα στη μικρή Κωνσταντίνα το «τελεσίδικο» γεγονός. Η λέξη αυτή όπως και η λέξη «δεδομένο», ακατανόητες για το παιδί, θα χαραχτούν στη μνήμη του. Οι νέες καταστάσεις και το πρόβλημα υγείας με τα βρογχικά που έχει η Κωνσταντίνα θα υποβάλουν την απόφαση να γυρίσει στην Ελλάδα για να ζήσει ένα χρόνο με τη γιαγιά της. Σύμφωνα με τα εκπαιδευτικά συστήματα θα πάει στην πρώτη Γυμνασίου. Η γιαγιά, η φάρμπουρ, όπως την προσφωνεί η εγγονή θα είναι το σημαντικό πρόσωπο στη ζωή της. Η αδυναμία της να υποκαταστήσει τους γονείς παρουσιάζεται δεδομένη. Είναι και η εμμονή της γιαγιάς στο παρελθόν με την αντίσταση και τους Γερμανούς που επέφεραν τόσα δεινά εκείνα τα χρόνια. Η ζωή για τη φάρμπουρ σταμάτησε τότε. Η Κωνσταντίνα έχοντας τη δυσπιστία προς τη γιαγιά της, που – ενδεικτικά – δεν της έδινε κλειδί από το σπίτι, ενώ στο Άαχεν είχε από πολύ μικρή, θα φύγει μια μέρα κρυφά με δυο τουρίστες Γερμανούς στον Προυσό. Είχε βρεθεί στο Καρπενήσι μαζί με τη γιαγιά και τις φίλες της για να δουν τα μέρη της καταγωγής και της «ελεύθερης Ελλάδας» της Κατοχής. Εκεί για πρώτη φορά θα δοκιμάσει ένα γαλάζιο χαπάκι που θα την κάνει να νοιώσει όμορφα. Στο σχολείο είναι ένας μεγαλύτερος συμμαθητής της, ο Λουμίνης, που θα γίνει ο κρίκος με τον κόσμο των «ουσιών». Η παρόμοια προσωπική τους ιστορία είναι ένα κοινό σημείο. Με το Λουμίνη, θα γνωρίσει και τη Λαίδη Ντ. που αποτελεί τον σκοτεινό και αδιευκρίνιστο κόσμο που δεν πρέπει να επισκεφτεί μόνη της. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής θα έχει ένας καθηγητής, ο Μπένος, που θα προσεγγίσει συναισθηματικά την Κωνσταντίνα και θα αντιληφθεί την εμπλοκή της με τον κόσμο των «ουσιών».
Η Κωνσταντίνα θα οδηγηθεί από τις περιστάσεις, δηλαδή τη ματαίωση της φυγής στη Γερμανία, στο σπίτι της Λάιδης Ντ. Εκεί θα κάνει για χρήση ενδοφλέβια. Ο Λουμίνης θα είναι αυτός που θα τη μεταφέρει στα σκαλιά του σπιτιού της γιαγιάς. Ο Λουμίνης θα έχει το οριστικό τέλος εξαιτίας ενδοφλέβιας χρήσης. Η Κωνσταντίνα θα σωθεί.
Σε όλη αυτή την περιπέτεια η Άλκη Ζέη στέκεται με αγάπη και τρυφερότητα κοντά στην παιδική ψυχή και τις πίκρες που βιώνει από τον κόσμο των ενηλίκων. Αυτή η προσέγγιση είναι, ίσως, που κερδίζει τον μικρό αναγνώστη. Η συγγραφέας είναι κάποιος που τον καταλαβαίνει και δίνει αξία στις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Του δίνει χρόνο.
Συζητώντας το βιβλίο με την Κωνσταντίνα ρώτησα δυο πράγματα. Το πρώτο ήταν τι ακριβώς συμβαίνει στο βιβλίο και το δεύτερο γιατί η Ζέη έγραψε ένα τέτοιο βιβλίο. Και η συζήτηση είχε περισσότερο ενδιαφέρον από όσο φανταζόμουν...

silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2009

Σαν τη βροχή πριν πέσει, Τζόναθαν Κόου

-Εμένα μου αρέσει η βροχή πριν πέσει.
-Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλ η βροχή πριν πέσει. Πρεπει να πέσει,
αλλιώς δεν είναι βροχή.
- Γι΄αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος.

Πεθαίνοντας, η ηλικιωμένη θεία Ρόζαμοντ αφήνει έξι μαγνητοταινίες και ένα άλμπουμ με φωτογραφίες· επιθυμία της να επιδοθούν σε μια τυφλή κοπέλα, την Ίμοτζεν, για την οποία οι συγγενείς της (της Ρόζαμοντ) ξέρουν ελάχιστα πράγματα. Μέσα στις μαγνητοταινίες η μυστηριώδης ηρωίδα/αφηγήτρια ξεδιπλώνει όλη την απίστευτη ιστορία της μοναχικής ζωής της καθώς και το μυστήριο που καλύπτει τη ζωή, την καταγωγή και την αναπηρία της Ίμοτζεν· μέλημα της Ρόζαμοντ είναι να μάθει η Ίμοτζεν την αλήθεια. Η ανηψιά της, Τζιλ, ανακαλύπτει μετά θάνατον τις μαγνητοταινίες και ακούει εμβρόντητη με την οικογένειά της την αφήγηση της θείας της· μαζί παρακολουθούμε και μεις την ιδιόρρυθμη αυτή αφήγηση που αφορμάται κάθε φορά από την περιγραφή μιας φωτογραφίας.
Ένα πρωτότυπο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, πρώτα- πρώτα γιατί έχει καταπληκτική δομή (τι ωραία ιδέα να αφηγείσαι όλη σου τη ζωή μέσα από φωτογραφίες! ποιες θα διάλεγε άραγε ο καθένας μας;). Είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα βιβλία του Κόου επίσης, γιατί δεν είναι διαποτισμένο από την πικρή –πολιτική- σάτιρα που χαρακτηρίζει τα περισσότερα έργα του, αλλά και γιατί είναι ένα βιβλίο μόνο με …γυναίκες! Πρόκειται για μια περιήγηση, μια διερεύνηση θα έλεγε κανείς σε συναισθηματικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε γυναίκες, μάνα- κόρη, φίλη με φίλη, ερωμένη προς ερωμένη. Η αφήγηση της γριάς κυρίας έχει τη φρεσκάδα του προφορικού λόγου, του λόγου που προσπαθεί να διασώσει το παρελθόν, του λόγου που είναι πολλές φορές αμήχανος και που άλλοτε πνίγεται στο συναίσθημα.
Οι συναισθηματικές σχέσεις είναι πολύ μπλεγμένες αλλά τόσο τρυφερά και εξομολογητικά δοσμένες μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός ανθρώπου που βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, δεν έχει τίποτα πια να χάσει ή να κερδίσει, δεν έχει τίποτα να κρύψει παρά ψάχνει το νόημα όλων αυτών που έζησε. Μια ζωή γεμάτη λάθη και πάθη, αλλά γεμάτη. Μια ζωή ασφαλώς αποκλίνουσα, όχι μόνο γιατί δεν υπήρξε γάμος και παιδιά αλλά και γιατί οι συναισθηματικές/ερωτικές σχέσεις (με γυναίκες) ήταν αδιέξοδες και τραυματικές.
Πρώτη μεγάλη φιλία η Μπέατριξ (γιαγιά της Ίμοτζεν). Λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία (κι εκείνη όμως ήταν σκληρή μαζί μου στην αρχή/ ήταν κι αυτή μόνη κι είχε ανάγκη μια φίλη/ μπορούσε να γίνει κατά διαστήματα πολύ εγωίστρια/ ταυτόχρονα όμως ήταν και άνθρωπος ικανός ν’ αγαπήσει/ ήταν ευάλωτη στην αγάπη, βαθιά και μοιραία ευάλωτη). Μαζί το σκάνε από την αδιαφορία των μεγάλων.
Σελ. 73:
Το καθήκον της Μπέατριξ, βλέπεις, ήταν να παραμένει αόρατη· όπως και το δικό μου δηλαδή. Ο κόσμος της ‘Αιβι (μάνας της Μπέατριξ) περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό της (…). Η Μπέατριξ δεν φαινόταν στο ραντάρ της. Αυτό εννοούσε μάλλον η Μπέατριξ όταν μου έλεγε ότι η μτέρα της «ήταν σκληρή μαζί της». Η σκληρότητα της Άιβι ήταν η σκληρότητα της αδιαφορίας.
Η σκληρότητα που εισπράττει η Μπέατριξ από τη μητέρα της είναι η κληρονομιά που θα μεταβιβάσει και η ίδια στην κόρη της, στην Τέα, ενώ αντίστοιχα η Τέα θα την κληροδοτήσει στο υπερδιπλάσιο στη δική της κόρη, την Ίμοτζεν. Η Ρόζαμοντ είναι ένας «σιωπηλός μάρτυρας» σ’ όλες τις εξωφρενικές αντιφάσεις της Μπέατριξ, ενώ η ίδια εμπλέκεται στον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής της, τη Ρεμπέκα. Μαζί θα αναθρέψουν την εγκαταλειμμένη Τέα μέχρι να έρθει η Μπέατριξ από το κυνήγι του νέου της έρωτα, ενώ αντίστοιχα μετά από χρόνια, θα είναι μάρτυρας της τρομακτικής σκληρότητας της ίδιας της Τέας απέναντι στην δική της κόρη, την Ίμοτζεν.
Δε χρειάζεται κανείς να’ χει ασχοληθεί επιστημονικά με την ψυχολογία για να αντιληφθεί το ψυχολογικό σύνδρομο που επαναλαμβάνεται στην τραυματισμένη θηλυκότητα και στην κακοποίηση μάνας προς κόρη από γενιά σε γενιά. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται όλα αυτά σ’ αυτό το πολύ τρυφερό κείμενο. Άλλωστε, η ίδια η Ρόζαμοντ τα φιτλτράρει ως ένας πολύ ευαίσθητος δέκτης με απεριόριστη αγάπη. Με απεριόριστη αγάπη δέχεται τις εκρήξεις της Μπέατριξ, κι όλες τις συναισθηματικές εντάσεις που δημιουργούν οι περίπλοκες σχέσεις. Γυναίκες πεινασμένες για αγάπη, που βιώνουν τις απανωτές διαψεύσεις (ο καλύτερος τρόπος για να το θέσω είναι ότι η ζωή είχε πάψει να έχει γεύση).
Αναρωτιέται βέβαια κανείς ποια δύναμη να ώθησε τη Ρόζαμοντ ν’ αποκαλύψει στην Ίμοτζεν, έστω και τόσο αργά, τη φρικτή «αλήθεια» της ύπαρξής της, δηλαδή της πραγματικής της μητέρας, των συναισθημάτων που η ίδια έτρεφε απέναντι στην κόρη της (γιατί στο καλό στα λέω τώρα αυτά; Το μόνο που θα κατορθώσω είναι να σε πληγώσω), την αλήθεια πίσω από την αναπηρία της που απέκτησε περίπου στην ηλικία των τριων χρόνων. Βέβαια, αν διαβάσει κανείς με προσοχή όλη την ιστορία της Τέα, από τη γέννησή της ως το τέλος, θα «τη συγχωρούσε», πράγμα δύσκολο αλλά όχι απίθανο για μια κακοποιημένη κόρη, δεδομένου ότι η λύτρωση αυτή αποτελεί, τις περισσότερες φορές, το ζητούμενο μιας ολόκληρης ζωής. Πάντως, η Ρόζαμοντ ένιωσε ως προσωπικό της «χρέος» την αποκατάσταση της αλήθειας, ίσως λόγω της μητρικής αγάπης που έτρεφε για την Τέα και της αγάπης της προ της Μπέντζαμιν. Το σύμπλεγμα είναι ένας σφιχτός κόμπος που ο Κόου χειρίζεται κατά τη γνώμη μου με μεγάλη ευαισθησία.

Όταν κοιτάζω αυτόν τον πίνακα, η άποψή μου επιβεβαιώνεται, τι εξαιρετική ζωγράφος ήταν η Ρουθ. Και ναι, θα την επαναλάβω τη φράση –έχει συλλάβει το αναπόδραστο της ύπαρξής σου. Όταν κοιτάζω αυτόν τον πίνακα, περνάει απ’ το μυαλό μου ολόκληρη η ιστορία (…+++) και όλα αυτά, όλα αυτά τα πράγματα που ήταν τόσο στραβά, όλες εκείνες τις ακατάλληλες σχέσεις και τις λάθος επιλογές… Ναι, είναι αλήθεια πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έπρεπε να έχει συμβεί, πώς ήταν όλα λάθη τρομερά λάθη, κι ωστόσο, δες, πού κατέληξαν. Κατέληξαν σε σένα, Ίμοτζεν! Και όταν βλέπω το πορτρέτο που σου ζωγράφισε η Ρουθ, είναι προφανές ότι έπρεπε να υπάρξεις. Η ύπαρξή σου έχει κάτι τόσο σωστό. Η ιδέα να μην υπήρχες, να μην είχες γεννηθεί ποτέ, μου φαίνεται ένα πελώριο λάθος, τερατώδες, αφύσικο… Δεν εννοώ πως η ύπαρξή σου διορθώνει ή αναιρεί όλα εκείνα τα λάθη. Ούτε δικαιολογεί τίποτα. Αλλά σημαίνει- σου το είπα και πριν αυτό; Νομίζω πως σου το είπα , ο ίδιο ή κάτι παραπλήσιο- ή μάλλον με κάνει να καταλαβαίνω το εξής: ότι η ζωή αρχίζει να βγάζει νόημα μόνο αφού συνειδητοποιήσεις πως μερικές φορές – αρκετές, ή μάλλον πάντα- είναι δυνατόν να αληθεύουν ταυτόχρονα δύο εντελώς αντιφατικές ιδέες μεαξύ τους.
Όλα όσα οδήγησαν σε σένα ήταν λάθος. Συνεπώς δεν έπρεπε να γεννηθείς.
Αλλά τα πάντα επάνω σου είναι σωστά: έπρεπε να γεννηθείς.
Ήσουν αναπόδραστη.

Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2009

2695 χαρακτήρες για τη σημαία και το έθνος της Σώτης Τριανταφύλλου και του Ηλία Ιωακείμογλου

Πρόκειται για δυο διεισδυτικά πολιτικά δοκίμια που καταγράφουν κριτικά και αναλύουν με κοινωνιολογική και ιστορική ματιά ένα συγκεκριμένο σύμβολο και μια αφηρημένη έννοια, τα οποία καθορίζουν την σημερινή πραγματικότητα.
Ο Ιωακείμογλου εστιάζει στην ελληνική πραγματικότητα και στην αφηρημένη και δύσκολα προσδιορίσιμη έννοια του έθνους. Το κείμενό του επανέρχεται στον ίδιο κριτικό άξονα που θεωρεί το έθνος δημιούργημα των νεότερων ιστορικών συνθηκών και της εθνικιστικής ιδεολογίας. Αυτή η επανάληψη σκέψεων, που ήδη έχουν διατυπωθεί, μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για κείμενο προχειρογραμμένο και ανεπεξέργαστο. Ή μήπως αποτελεί χαρακτηριστικό διαλεκτικής σκέψης που καθορίζει και τη δομή του λόγου, έτσι ώστε να διαφαίνεται διαρκώς ή αφετηρία της κριτικής;
Η Τριανταφύλλου γράφει για την αμερικανική σημαία και αναλύει τους συμβολισμούς και τη λειτουργία της αποφεύγοντας το σκόπελο να μιλήσει άμεσα για τα δικά μας. Η αμερικανική ιστορία είναι κάτι που γνωρίζει καλά, αφού είναι διδάκτωρ αμερικανικής ιστορίας. Τα πολυσχιδή ενδιαφέροντά της είναι αξιοπερίεργα, τουλάχιστον. Από τη φαρμακευτική και τη γαλλική φιλολογία ως τις μεταφράσεις και τη συγγραφή. Ο δοκιμιακός κριτικός λόγος είναι καινούρια έκφραση των ανησυχιών της.
Τα δυο κείμενα συγκλίνουν. Πώς φτάνουμε στο σημείο ένα σύμβολο να είναι τόσο φορτισμένο συναισθηματικά, ώστε να προκαλεί συγκινήσεις ακόμα και δάκρυα μόνο στη θέασή του; Πώς ένα πανί αποκτά εκείνα το ιδεολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που το ιεροποιούν; Πώς ο εθνικισμός κατασκευάζει το έθνος και διαμορφώνει την ψευδαίσθηση ότι συμβαίνει το αντίθετο; Οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι το σύγχρονο κράτος δημιουργεί την έννοια του έθνους και του λαού γιατί απαιτεί έναν ομογενοποιημένο πληθυσμό ο οποίος χαρακτηρίζεται και προσδιορίζεται κοινά και αναγνωρίσιμα.
Αυτή η προσέγγιση είναι διαφορετική από την κυρίαρχη. Αξιοποιεί τη μαρξιστική και διαλεκτική σκέψη για την ιστορία. Η αστική τάξη κατέχει την εξουσία και έχει τη δύναμη και τους μηχανισμούς να παράγει την εθνικιστική ιδεολογία ή ηπιότερους εθνικισμούς που γίνονται η ψυχοκοινωνική βάση για τη συγκρότηση των εθνών. Η σκέψη των συγγραφέων θυμίζει τη σχολή της Φρανκφούρτης που συνδύασε τη σκέψη του Μαρξ και την ψυχαναλυτική διείσδυση του Φρόιντ.
Έτσι, οι κοινωνικές δομές και το ιστορικό γίγνεσθαι, όπως καθορίζονται από τις υλικές δυνάμεις και τις σχέσεις που αυτές καθορίζουν, αντανακλώνται στη συνείδηση η οποία διαμορφώνεται ψευδώς και παράγει ιδεολογία. Με τη συνεισφορά της ψυχολογίας ερμηνεύονται κριτικά τα φαινόμενα της ιεροποίησης και της συναισθηματικής επένδυσης των συμβόλων όπως η σημαία. Η σημαία αποτελεί το συγκεκριμένο υλικό σύμβολο της αφηρημένης ιδέας του έθνους.


silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Τρίτη, Μαρτίου 10, 2009

2770 χαρακτήρες για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας του Δημήτρη Ε. Τομπαΐδη

Αποτελεί εξέλιξη εγχειριδίου σημειώσεων για τη ΣΕΛΜΕ. Σαφές και κατανοητό, χωρίς επιστημονισμούς, αλλά με επιστημονική εγκυρότητα. Γραμμένο στο πνεύμα που δηλώνει ο τίτλος, όταν δηλαδή η διδασκαλία της νεοελληνικής αντιμετώπιζε τα πρακτικά προβλήματα που ανέκυπταν από τη σχολική τάξη. Ο συγγραφέας ήταν από αυτούς που «στρατεύτηκαν» για την αποτελεσματική διδασκαλία της δημοτικής.
Το βιβλίο έχει τόσο τα απαραίτητα θεωρητικά στοιχεία γενικής γλωσσολογίας, όσο και συγκεκριμένα για τη συγχρονία και τη διαχρονία της νεοελληνικής. Με συνοπτικό τρόπο παρουσιάζονται οι πρώτες επιστημονικές προσεγγίσεις και οι βασικές έννοιες που θεμελιώθηκαν από τον Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure) και οι δομιστικές / στρουκτουραλιστικές (structuralism) σχολές που ακολούθησαν στη γλωσσολογική επιστήμη. Να σημειωθεί ότι ο Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) και η Γενετική Μετασχηματιστική Γραμματική της οποίας είναι εισηγητής κατατάσσεται στις στρουκτουραλιστικές θεωρίες. Αυτά στις πρώτες σαράντα σελίδες.
Ακολουθούν παρατηρήσεις γραμματικής φύσης με σαφή επισήμανση ότι πρόκειται για ιστορική, διαχρονική προσέγγιση της γλώσσας. Ο Μιχάλης Οικονόμου, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Γεώργιος Χατζιδάκης είναι συνηθισμένες αναφορές του συγγραφέα. Η κριτική προσέγγιση που κάνει είναι το ενδιαφέρον αυτών των σελίδων. Όπως, για παράδειγμα, η τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι στη νεοελληνική γλώσσα δεν έχουμε απαρέμφατο και απαρεμφατική σύνταξη. Ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει παρακείμενο (σελ. 151). Ότι η προφορά των φωνηέντων δε διαφοροποιείται σε μακρά και βραχεία, αλλά μπορεί να την αντιληφθεί κανείς στα βόρεια γλωσσικά ιδιώματα της χώρας μας, ειδικότερα στα τονιζόμενα φωνήεντα (βρέχει, που ακούγεται βρέεχει), όπου βέβαια, κατά τη «γραμματική» το έψιλον είναι βραχύχρονο.
Επίσης, κριτικά και συγκριτικά με πίνακες παρουσιάζονται, στις σελίδες 124-130 τα συστήματα κλίσης των ονομάτων σύμφωνα με α) τον Τριανταφυλλίδη, β) τον Τσομπανάκη και γ) τον Μπαμπινιώτη.
Σχετικά με το λεξιλόγιο της νεοελληνικής ο συγγραφέας παρουσιάζει την άποψη του Τριανταφυλλίδη από τις σελ. 90-103 της Γραμματικής του. Διακρίνονται τρία στρώματα λέξεων. Λέξεις που μπήκαν εξαρχής, από την αρχαιότητα στην ελληνική γλώσσα, λέξεις που μπήκαν από τη χριστιανική εποχή ως περίπου το 1800 και τρίτο, λέξεις που μπήκαν από το 1800 και εξής. Μπορείτε να βρείτε τις σελίδες 190 – 196 από το βιβλίο του Τομπαΐδη ΕΔΩ. Αυτή η περιγραφική παρουσίαση του νεοελληνικού λεξιλογίου έχει σημασία γιατί είναι σαφώς αποϊδεολογοποιημένη, όταν στη δεκαετία του ’80 η αρχαία ελληνική άρχισε να ξαναπαρουσιάζεται ως λεξιλογικός πλούτος από όπου πρέπει να αντλεί η νεοελληνική.
Τέλος σε δέκα περίπου σελίδες ο συγγραφέας δίνει χρηστικές συμβουλές για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας. Συμβουλές χρήσιμες και σήμερα. ΕΔΩ

silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2009

6806 χαρακτήρες για τα γλωσσικά Β΄ του Γιάννη Η. Χάρη

Τα γλωσσικά Β είναι οι επιφυλλίδες που έγραψε ο Γιάννης Χάρης στα Νέα κατά το διάστημα 2003-2007. Είναι το υλικό που με αλλαγές και προσθήκες βγήκε σε βιβλίο, «Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη», β΄ τόμος. Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε με βάση την ανάγνωση των επιφυλλίδων, όπως είναι αναρτημένες στο μπλογκ του συγγραφέα. Θεωρώ χρέος να αναφερθώ συγκεκριμένα στο βιβλίο. Ψάχνοντας στο Ίντερνετ βρήκα ότι κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το Νοέμβριο 2008 σε μέγεθος 21χ14 και με μαλακό εξώφυλλο. 448 σελίδες και τελική τιμή 19.80 €.
Μια σκέψη ακόμα με αφορμή αυτό το «βιβλίο», αλλά και το ομότιτλο α΄ τόμο, για το οποίο είχα γράψει εδώ. Νομίζω ότι είναι άλλος ο αναγνώστης της εφημερίδας, άλλος του Ίντερνετ και άλλος του βιβλίου, ακόμη και αν είναι το ίδιο πρόσωπο! Θέλω να πω ότι η δημοσίευση του περιεχομένου των βιβλίων δεν επηρεάζει αρνητικά την πώληση των βιβλίων. Δεν ξέρω αν έχει γίνει κάποια σχετική έρευνα. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον.
Προχωρώ στα κείμενα. Στον Α΄ τόμο ο συγγραφέας είναι περισσότερο ενδογλωσσικός και χρηστικός. Εστιάζει κυρίως σε παρατηρήσεις σχετικές με τη δομή της γλώσσας, δηλαδή το συντακτικό, το κλιτικό σύστημα κλπ. Εδώ, στα γλωσσικά Β΄, γίνεται περισσότερο πολιτικός. Με συγκεκριμένη γλωσσική τεκμηρίωση και αφετηρία βγαίνει έξω από τη γλώσσα για να σχολιάσει και να αντιπαρατεθεί με απόψεις που δεν υπηρετούν τη γλώσσα, αλλά θέλουν να τους υπηρετεί η γλώσσα και να την εκμεταλλεύονται σαν εργαλείο ιδεολογικής επιβολής. Ο ίδιος επισημαίνει ότι «κάθε θέση στο γλωσσικό συνεπάγεται ιδεολογία (όπως και η «ουδέτερη» μη θέση!). Άλλο όμως να ξεκινάς από την επιστήμη και να φτιάχνεις την ιδεολογία σου και άλλο να ξεκινάς από την ιδεολογία για να «φτιάξεις» την επιστήμη (σου)». Αυτός ο άξονας ανιχνεύεται καθώς ο συγγραφέας αποκαλύπτει με τόλμη την ιδεολογική αφετηρία του Γ. Μπαμπινιώτη, της Εκκλησίας, των παραεπιστημονικών απόψεων. Σχολιάζοντας τα Λεξικά και τη Γραμματική του Γ. Μπαμπινιώτη επισημαίνει την ασυνέπεια που τα χαρακτηρίζει. Σχετικά με τα Λεξικά τεκμηριώνει την απουσία ενός σαφούς κριτηρίου ορθογράφησης, αφού σε άλλες περιπτώσεις ακολουθείται το ετυμολογικό κριτήριο και προτείνεται η γραφή αγώρι, τσηρώτο, κλπ και σε άλλες το κριτήριο της χρήσης, για παράδειγμα τραβώ (τραυώ, ταυρώ). Η υπερετυμολόγηση που χαρακτηρίζει το λεξικό μάλλον υπηρετεί την ιδεολογική θέση που θέλει την ελληνική γλώσσα μία και ενιαία, χωρίς να παίρνει υπόψη της τις βαθιές τομές και αλλαγές που έγιναν κατά τα ελληνιστικά χρόνια, οπότε και διαμορφώθηκε η κοινή ελληνιστική, η βάση της (σημερινής) κοινής νεοελληνικής. Σε άλλο σημείο αποκαλύπτει ότι σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν ξεχωριστά λήμματα για υποκοριστικά λέξεων και έτσι αυξάνεται ο «πλούτος» του λεξικού. Οι λέξεις σε πολλές περιπτώσεις ταξινομούνται μηχανικά από υπολογιστή και αυτό δημιουργεί δυσκολίες στη χρήση. Επίσης, επισημαίνονται τα λάθη της πρώτης έκδοσης, τόσα και τέτοια που ο Π. Μπουκάλας χρησιμοποίησε τον όρο «βιαστικογραφία». Προσωπικά βρίσκω μία σημαντική αιτία στην βιασύνη να προλάβει την έκδοση του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής από το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη το 1998. Σε συνδυασμό με το διαφημιστικό θόρυβο για το λήμμα Βούλγαρος, το λεξικό έγινε ευρέως γνωστό και ευπώλητο! Τα υπόλοιπα ουσιαστικά και πραγματικά λάθη του Λεξικού έμειναν στο στενό κύκλο όσων ενδιαφέρονται πραγματικά για τη γλώσσα. Ενδεικτικά, μπορείτε να δείτε εδώ όσα ξαναθυμίζει ο Γιάννης Χάρης. Το συγκεκριμένο ποστ έχει και ενδιαφέροντα σχόλια. (Αν συνεχίσω να τεκμηριώνω έτσι όσα γράφω, θα γεμίσω το μπλογκ του συγγραφέα με συνδέσμους στις αναρτήσεις του. Δύο ακόμα και τέλος).
Πρώτα ότι «η επιστήμη αποδεικνύεται γενικά ανίσχυρη μπροστά στην ιδεολογία». και μετά ότι «η συζήτηση είναι υπονομευμένη εξαρχής από την ιδεολογική παράμετρο, όπως καθετί σχετικό με τη γλώσσα, από μια ιδεολογία που πάντως σήμερα δεν έχει άμεση σχέση με την πολιτική ταυτότητα».
Ο συγγραφέας σχολιάζει εξίσου τολμηρά το ρόλο και την γλωσσική ιδεολογία της εκκλησίας. Βασική διαπίστωση του είναι ότι η γλώσσα της εκκλησίας έρχεται σε αντίθεση με τη γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Τα χριστιανικά κείμενα, γενικότερα, είναι γραμμένα στην ομιλούμενη κοινή ελληνιστική γλώσσα της εποχής. Η Εκκλησία επιλέγει να χρησιμοποιεί μία γλώσσα που αρνείται την ομιλούμενη και την εξέλιξή της. Ο συγγραφέας τολμά χωρίς να προσβάλλει, χωρίς να αμφισβητεί «την ευεργετική για πολύ κόσμο επίδραση της θρησκείας», (δεν κάνω παραπομπή, γκουγκλάρτε το!).
Αγχώθηκα γιατί ξεπερνάω κατά πολύ το όριο των λέξεων για ένα ιντερνετικό κείμενο. Γίνομαι λακωνικότερος. Με το ίδιο πολιτικό πνεύμα ο Γιάννης Χάρης αποκαλύπτει τον ψευδοεπιστημονισμό της έρευνας που καθοσιώνει το πολυτονικό και άλλες ψευδοεπιστημονικές απόψεις και γλωσσολογήματα. Επισημαίνει τη σύγχυση που δημιουργεί η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο, τη διαφορετική προφορά της αρχαιοελληνικής από τους αρχαιοέλληνες που διαβάζαν ο,τι γράφαν και γράφαν αυτό που προφέραν, την εσφαλμένη ταύτιση γλώσσας και γραφής, τις ανυπόστατες κινδυνολογίες, την κατάχρηση του λαμβάνω που λαμβάνει λαβές με κάθε λήψη του λόγου από τους λαμβάνοντες την τιμή να μιλήσουν σε εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα...
Τέλος, θα σταθώ σε δύο (!) σημεία. Πρώτο τέλος, όσα γράφει για την επιμέλεια και τους επιμελητές εκδόσεων. Δουλειά που την ξέρει καλά ο Γιάννης Χάρης και φαίνεται ότι την ξέρει από το σχολαστικό τρόπο που σχολιάζει τα γλωσσικά ζητήματα. Προφανώς η επιμέλεια εκδόσεων αποτελεί συνεχή μαθητεία στη γλώσσα. Σ’ αυτές τις επιφυλλίδες είναι συχνές οι αναφορές στον Ελύτη και στον τρόπο που αντιμετώπιζε, «με γενναιοδωρία», και δεχόταν τις διορθώσεις που του πρότειναν. Οι πληροφορίες που δίνει είναι ουσιαστική παρουσίαση του συγγεκριμένου επεγγέλματος.
Δεύτερο τέλος, η αναφορά του στον υπόγειο κόσμο του Ίντερνετ και στην ουσιαστική δουλειά για τα γλωσσικά ζητήματα, η οποία γίνεται σε μπλογκ όπως οι ανορθογραφίες, το περιγλώσσιο κλπ. Σε αντίθεση με το συντηρητισμό των εφημερίδων βρίσκουμε στο Ίντερνετ κείμενα εύστοχα και ενημερωμένα για τα γλωσσολογικά θέματα.
Τελευταίο τέλος (παρά το άγχος της έκτασης και τη δήλωση ότι θα σταθώ σε δύο σημεία). Ο λόγος του Γιάννη Χάρη συχνά χαρακτηρίζεται από οξύτητα, αλλά διδάσκει το ενδιαφέρον για τη γλώσσα, το σεβασμό στους απλούς χρήστες – ομιλητές της και στους μελετητές της που προσπαθούν να τη γνωρίσουν και να την περιγράψουν. Αυτή η στάση τον ωθεί να μη δέχεται την «κτητορική» αντίληψη όσων θέλουν να την «κανονίζουν» και να επιβάλλουν τρόπους αντίθετους με το γλωσσικό αίσθημα. Πέρα από τις γραμματικές και τους νόμους που διέπουν τη γλώσσα, το ουσιαστικό κριτήριο που προσεγγίζονται τα γλωσσικά ζητήματα είναι το γλωσσικό αίσθημα που δεν απαιτεί τις ειδικές γνώσεις για τη γλώσσα, αλλά πηγάζει από τη γνώση της γλώσσας. Αυτό χαρακτηρίζει τόσο τους ειδικούς όσο και τους απλούς χρήστες.
Εννοείται ότι σχολιάζονται και πολλά άλλα ενδιαφέροντα θέματα. Τέλος.

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2009

4551 χαρακτήρες για το βιβλίο Γλώσσα και Πολιτική του Δημήτρη Χατζή

Σύντομο βιβλίο ενενήντα πέντε σελίδων γραμμένο το 1975. Στον άτιτλο πρόλογο του ο συγγραφέας εστιάζει στη γλώσσα του νέου Συντάγματος και επισημαίνει τη σημασία της και την ευκαιρία που είχε η ελληνική πολιτεία να καθιερώσει με τον πιο επίσημο τρόπο τη χρήση της δημοτικής γλώσσας. Λίγοι ήταν εκείνοι οι πολιτικοί που στάθηκαν στη σημασία που έχει η γλώσσα στην οποία συντάσσεται το θεμέλιο κείμενο ενός κράτους.
Ακολούθως το πρώτο μέρος του βιβλίου τιτλοφορείται «το χάος που είναι γύρω μας: αποτέλεσμα της διγλωσσίας». Αυτό στάθηκε και το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου. Ο συγγραφέας προχωρά σε εύστοχες γλωσσικές παρατηρήσεις που δείχνουν τις επιπτώσεις και τη σύγχυση που προκαλείται εξαιτίας της διγλωσσίας, της διάστασης ανάμεσα στην ομιλούμενη δημοτική γλώσσα και την επίσημη γραπτή καθαρεύουσα. Οι δυο γλώσσες είναι δύο διαφορετικά γραμματικά συστήματα. Η καθαρεύουσα ως τεχνητή γλώσσα μιμείται τους τρόπους του αττικισμού και την αρχαία αττική διάλεκτο. Η κοινή που διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια των αλεξανδρινών χρόνων είναι η γλώσσα σταθμός που ξεχωρίζει τις αρχαίες διαλέκτους από την κατοπινή εξέλιξη της ελληνικής ως τις μέρες μας. Τότε διαμορφώνονται οι διαφορετικές δομές της σημερινής δημοτικής γλώσσας. Η συνύπαρξη καθαρεύουσας και δημοτικής σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του ελληνικού κράτους προκαλέι το χάος, τη σύγχυση. Έτσι το κλονισμένο γλωσσικό αίσθημα οδηγεί στο υβριδικό αποτέλεσμα που ο συγγραφέας ονομάζει «καθομιλούμενη».
Ακολουθεί σύντομη αναδρομή στην ιστορία της διγλωσσίας. Επισημαίνεται η ύπαρξη ιδιωμάτων και η δημιουργία μίας προφορικής κοινής που γίνεται αντιληπτή από όλους. Στο σημείο αυτό της ασυνεννοησίας, πριν από την προφορική κοινή, της «Βαβυλωνίας», παρουσιάστηκε ως λύση η υιοθέτηση μιας άλλης γλώσσας ως εθνικής, που θα είναι και η γραπτή γλώσσα. Έτσι, απέναντι στην προφορική κοινή έχουμε τη γραπτή «φιλολογική» γλώσσα. Κατά το συγγραφέα αυτή η διάσταση καθορίζει και την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας που αποτυπώνει την πορεία, ώστε να γίνει η προφορική κοινή αποδεκτό όργανο γραπτής έκφρασης.
Το τρίτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στις ψευτολύσεις και την πραγματική λύση. Το πρόβλημα σαφώς τοποθετείται στην ύπαρξη της καθαρεύουσας. Η άποψη που τη θέλει ισότιμη δεν είναι λύση γιατί οδηγεί στη διατήρησή της και στη διαιώνιση της διγλωσσίας. Λύση είναι μόνο η οριστική αποβολή της καθαρεύουσας και η αναγνώριση και αναγωγή της δημοτικής σε μοναδικό εκφραστικό όργανο. Και εδώ χρειάζεται η πολιτική απόφαση. Ζήτημα απώλειας της παράδοσης δεν τίθεται γιατί το παρελθόν θα συνεχίσει να είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος, αλλά ακριβώς ως παρελθόν. Η ιστορία της γλώσσας, αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι – κοινή ελληνική – μεσαιωνική – νεοελληνική, δείχνει τη συνέχεια της γλώσσας.
Το γλωσσικό ζήτημα είναι ένα και είναι πολιτικό ζήτημα και με πολιτικό τρόπο μπορεί να λυθεί. Τα γλωσσικά ζητήματα που είναι σχετικά με την καλή χρήση της δημοτικής θα βρουν και αυτά τη λύση τους. Εδώ απαιτείται η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Το βιβλίο που με έμφαση επισημαίνει τον πολιτικό χαρακτήρα του γλωσσικού ζητήματος απηχεί τη δυναμική απαίτηση για οριστική λύση. Η μεταρρύθμιση που συνδέθηκε με το όνομα του Γεωργίου Ράλλη και του Εμμανουήλ Κριαρά θα είναι η πολιτική και εκπαιδευτική έκφραση αυτού του αιτήματος.
Όλα αυτά είναι γνωστά. Γιατί επιμένω ξανά και ξανά και γράφω για διάφορα βιβλία που όλα συγκλίνουν στο ίδιο θέμα; Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Ενώ δηλαδή είναι γνωστά, οικεία, αυτονόητα, λογικά έχει επιβληθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες μια αντίθετη μυθολογία που τα «σκεπάζει». Σαφώς η καθαρεύουσα έπαψε να έχει τους υποστηρικτές της. Όμως ένα νέο ιδεολόγημα ήρθε να επιβάλει την κυριαρχία των νεκρών γραμματικών τύπων. Η ταύτιση της γλώσσας με τη γραμματεία, της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Η επαναφορά της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο γυμνάσιο είναι αστήρικτη και αιτιολογείται μόνο με τέτοια ιδεολογήματα. Η αρχαιοελληνική γραμματεία παρουσιάζεται ως δημιούργημα της αρχαίας γλώσσας. Άρα καθαγιάζεται ως κορυφαία γλωσσική μορφή η αττική διάλεκτος. Πώς γίνονται αποδεικτά αυτά τα αστήρικτα ιδεολογήματα; Πώς διεμβόλισαν κάθε πτυχή της κοινής γνώμης και έγιναν κυρίαρχη ιδεολογία; Πώς φτάσαμε πάλι στο σημείο να μαστιγώνουμε τους μαθητές – ευτυχώς όχι του δημοτικού – με περισπωμένες και ευκτικές, με απαρεμφατικές και αττικές συντάξεις;
Αν λοιπόν όλα αυτά είναι γνωστά – και είναι – γιατί δε βλέπουμε μέσα από αυτό το κριτικό πρίσμα την επιστροφή της καθαρευουσιάνικης λογικής πίσω από το ιδεολογικό άλλοθι της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας;

Και ένα κείμενο του Παναγιώτη Νούτσου για το Δημήτρη Χατζή, στο Βήμα

Σάββατο, Μαρτίου 07, 2009

6384 χαρακτήρες για το βιβλίο του Γιάννη Μ. Καλιόρη, Παρεμβάσεις ΙΙ, Γλωσσικά

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο με σκοπό να δω την αντεπιχειρηματολογία σχετικά με την άποψη που είχα ήδη υιοθετήσει για τη διαχρονία της γλώσσας. Δε ξέρεις ποτέ...
Αποτελεί συλλογή κειμένων γραμμένων στις αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν εκδηλώθηκε η αντίδραση στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1976. Οι στρεβλώσεις της πολιτικής ήταν τέτοιες που η «νεοσυντηρητική» οπτική διεμβόλισε όλους τους πολιτικούς χώρους. Υπάρχουν κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε ποικίλα περιοδικά όπου διεξάγονταν διάλογος για τη γλώσσα, στο Αντί, στον Πολίτη κλπ, όπως και στην έκδοση του ελληνικού γλωσσικού ομίλου.
Ο συγγραφέας ονομάζει τα κείμενά του «δοκίμια πολεμικού χαρακτήρα» (σελ. 28). Η οπτική που διαρθρώνει τη σκέψη του χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση της ενότητας και του ενιαίου χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας, του κινδύνου να αφελληνιστεί εξαιτίας των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων γιατί μένει ανυπεράσπιστη σε κινδύνους όπως οι επιδράσεις που δέχεται από άλλες γλώσσες.
Τα περισσότερα κείμενα έχουν υπότιτλους που τα προσδιορίζουν ως «απάντηση σε ....» και ακολουθούν ονόματα όπως του Α. Σιδέρη, του Γ. Αράγη, του Α. Γκότοβου, της Α. Φραγκουδάκη, του Ε. Κριαρά, του Β. Φόρη, του Δ. Τομπαΐδη, του Φ. Βώρου κλπ.
Ο επιτηδευμένος και μακροπερίοδος λόγος με δυσκόλεψε. Φαίνεται ότι αποτελεί στοιχείο της ιδιολέκτου του συγγραφέα. Πολλές φορές η τελεία έρχεται μετά από 7-8 σειρές και περισσότερο, μετά από 80-90 λέξεις. Επέμενα θέλοντας να εντοπίσω συγκεκριμένα στοιχεία, τεκμήρια και κριτικές που να στηρίζουν τις γενικόλογες απόψεις. Ιδιαιτέρως φτωχά και επιλεκτικά μονομερή δε με πείσανε ή, για να είμαι δίκαιος, δε με μεταπείσανε. Παράδειγμα από τις σελίδες 153-155, η θέση ότι «στη σύγχρονη κοινή, οι 9 λέξεις στις 10 επλάσθησαν από τη λόγια γλωσσική παράδοση». Επίσης, δυσκολία στην ανάγνωση, αλλά και άσχημη εντύπωση μου έκανε το πλήθος χαρακτηρισμοί που έχουν και απροκάλυπτα προσβλητικό χαρακτήρα. Ενδεικτικά: «του κ. Δ. Τομπαΐδη, κατ’ εξοχήν εκφραστού της παρωπιδοφόρου αντιλήψεως για τη γλώσσα» (σελ. 23), «δασκάλων και καθηγητών που πλειοδότησαν σε μισαλλόδοξη μονολιθικότητα» (σελ. 25), εγκλωβισμένους κι αυτούς στη στρούγκα των κομμάτων» (σελ. 23). Ο ίδιος κρατά το ρόλο τιμητή που διαπιστώνει ότι «οι σπουδές εξελίσσονται σε επιστημονική οργάνωση της άγνοιας».
«Η πανθομολογούμενη κατάπτωση της νεοελληνικής» τεκμαίρεται με την επίκληση στην αυθεντία πολιτικών όπως ο Λαλιώτης (σελ. 35), - που σαφώς δεν είναι ειδικός, ώστε η γνώμη του να βαραίνει περισσότερο από κάποιου ανώνυμου γείτονα μας, - την οποία θεωρεί αυταπόδεικτη ο συγγραφέας. Ταυτίζεται με τη δική του.
Η Άννα Φραγκουδάκη αποτελεί έναν από τους «αποδέκτες», στόχους του Καλιόρη. Η περιφρονητική του στάση τεκμηριώνεται και από την εξακολουθητική αναφορά σε αυτήν μόνο με τα αρχικά του ονοματεπώνυμού της, ως Α. Φ. (σελ. 48-64) Στη σελ. 45 βρίσκει την ευκαιρία να γράψει για την Α. Φ. ότι «ευνοεί προφανώς τη δημοτική όπως αυτή αποτυπώνεται στην περιοριστική Γραμματική Τριανταφυλλίδη...». Μάταια σε όλο το βιβλίο έψαξα να βρω μια αναφορά σε μιαν άλλη περιγραφική ή λιγότερο περιοριστική Γραμματική της Δημοτικής. Προφανώς η Γραμματική του Τριανταφυλλίδη έχει περιοριστικό χαρακτήρα, αφήνει έξω τους τύπους της καθαρεύουσας που δεν έγιναν αποδεκτοί από τους φυσικούς ομιλητές και συναντά κανείς μόνο σε κείμενα καθαρευουσιάνων. Γιατί είναι ενοχλητικό αυτό;
Σε πολλά σημεία δεν καταλαβαίνω από πού απορρέουν αιτιάσεις. Πότε και ποιος απέρριψε τη λογοτεχνική γλώσσα του Καβάφη, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη κλπ; (σελ. 93) Εκτός αν ο συγγραφέας θεωρεί ότι πρέπει να διδάσκεται ως κοινή γλώσσα έκφρασης η ιδιόλεκτος των μεγάλων συγγραφέων. Προφανώς η γλώσσα της λογοτεχνίας και κυρίως της ποίησης έχει άλλες λειτουργίες.
Οι σελίδες περνούν με τις ίδιες γενικόλογες ιδεοληπτικές μομφές για «προοδευτικούς» σε εισαγωγικά (υποθέτω ότι φανερώνουν ειρωνεία και αμφισβήτηση), διανοούμενους, αγροτοποιμένες, λιμενεργάτες και ευθύνες απέναντι στο λαό του οποίου φτωχαίνουν τη γλώσσα (σελ. 104). Η στρέβλωση είναι τέτοια, ώστε αποδίδεται στους δημοτικιστές «ο φετιχισμός του γραμματικού τύπου», ότι «θέλουν να επιβάλουν την αρχή της μονολιθικότητας... από τον οδοστρωτήρα της δημοτικιστικής μονοτυπίας... » (σελ. 134). Μα δεν ήταν ο δημοτικισμός αυτός που απάλλαξε τη γλώσσα από την επιβολή των νεκρών γραμματικών τύπων;
Επιμένω και διαβάζω στα όρια του μαζοχισμού (βίτσιο που μου δημιούργησε η εμμονή μου με τα γλωσσικά κατά τους τελευταίους μήνες;), προσπαθώ να ξεπεράσω τις συνεχείς «πολεμικές» απέναντι «στους στενοκέφαλους φανατισμούς των μαινόμενων ορθοδόξων που μόνο καταστροφές μπορούν να προκαλέσουν» (σελ. 155). Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου φαίνεται να υπάρχει συγκεκριμένο ενδιαφέρον, όπως η σχέση της «μητρικής» με την «κοινή ομιλουμένη και γραφομένη» το πλήθος χαρακτηρισμοί κυριαρχεί σε βάρος μιας κυριολεκτικής περιγραφής και απόδειξης (σελ. 172)
Στη σελίδα 201 ο συγγραφέας ξεχνά την υπεράσπιση της πολυτυπίας και θέλει τη διατήρηση των ονομάτων: Κάντιος, Έγελος, Δάντης, Καρτέσιος και όχι τα: Καντ, Χέγκελ, ... ή Kant, Hegel… Εδώ μπαίνω στον πειρασμό να τονίσω την αντίφαση που υπάρχει. Η πολυτυπία είναι επιχείρημα μόνο για τα δικαιώματα που μας συμφέρουν; Άλλα έλεγε στη σελίδα 134. (Επίσης, θα μπορούσε εδώ να ανοίξει μεγάλη κουβέντα για το σεβασμό στα ονόματα των άλλων).
Σε άλλες περιπτώσεις (σελ. 210- 218) ο συγγραφέας υπερασπίζεται την αφομοιωτική δύναμη που έχει η γλώσσα να ενσωματώνει ξένες λέξεις στο κλιτικό της σύστημα. Έχει απόλυτο δίκιο, αλλά δεν έχει αντίπαλο! Ίσως γι’ αυτό απουσιάζουν οι χαρακτηρισμοί. Αλλά όλα όσα επισημαίνει ως τη σελίδα 247 μάλλον είναι συγκυριακά χαρακτηριστικά εισόδου ξένων λέξεων και όχι «γλωσσικός αφελληνισμός». Εξάλλου αν δεχθούμε τον κίνδυνο «γλωσσικού αφελληνισμού» μάλλον αμφισβητούμε τη δύναμη της γλώσσας να αφομοιώνει τις ξένες λέξεις.
Η κινδυνολογία για το «γλωσσολογικό αφελληνισμό» μετατρέπεται σε υμνητική διάθεση για την καθαρεύουσα (σελ. 273).
Στη σελίδα 337 ο συγγραφέας δηλώνει ότι οφείλουμε τα 3/4 του σύγχρονου λεξιλογίου στη λόγια συνιστώσα της γλώσσας. Είναι μία καλή έκπτωση από τα 9/10 που έγραφε στη σελίδα 153.
Στις υπόλοιπες σελίδες, ως την 387, κυριαρχεί το ιδεολόγημα ότι η αρχαία ελληνική αποτελεί την τροφό της νεοελληνικής και την προϋπόθεση για την οικειοποίηση της.
Ευτυχώς το βιβλίο ήταν δανεικό. Θα ήθελα να βρω συγκεκριμένα στοιχεία, αναφορές και επιχειρήματα. Tα ιδεολογήματα και οι υβριστικοί χαρακτηρισμοί θολώνουν το νου, ξεγελούν, δεν πείθουν.
silisav sidinoemis καθρεφτιζόμενος