Βρισκόμαστε στα 1926, στο Κλάιν- Ράιφλινγκ, σ’ ένα «αμπελοχώρι» της αυστριακής επαρχίας και παρακολουθούμε την άχαρη και άχρωμη ζωή της Κριστίνε Χοφλένερ, μιας κοπέλας 28 χρονών, που δουλεύει ως δημόσιος υπάλληλος στο ταχυδρομείο του χωριού (κάθε δευτερόλεπτο που περνά η νεαρή υπάλληλος κατεβάζει με μικρές γουλιές τον χρόνο, σταγόνα, σταγόνα/με τα μάτια κλειστά αφήνεται να την πλημμυρίσει το υπέροχο και σπάνιο συναίσθημα που απορρέει από το δικαίωμά της στην απραξία). Μια κοπέλα που μέχρι τα 16 της ήταν ένα χαρούμενο πλάσμα (καθετί το ασήμαντο ήταν αρκετό για να προκαλέσει αφρισμένα κύματα γέλιου) αλλά ο θάνατος του αδερφού της Όττο στο μέτωπο, λίγο μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε μετά από λίγα χρόνια και τον σύντομο θάνατο και του πατέρα και… άξαφνα όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι, σαν ένα φιτίλι που το φυσάς και σβήνει. Η μητέρα, αναγκασμένη αργότερα να δουλεύει στο νοσοκομείο σε δύσκολες συνθήκες, επιβαρύνει την υγεία της μέρα με τη μέρα, και η φτώχεια στερεί τον κόσμο από βασικές ανάγκες. Ο πόλεμος, οι στερήσεις, η πείνα, έχουν μεταμορφώσει τον κόσμο μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Η περιγραφή της ανιαρής και αδιατάρακτης ζωής της Κριστίνε είναι εκτεταμένη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Παρόλ’ αυτά, δεν κουράζει -όχι μόνο χάρη στην εκφραστική δεινότητα του συγγραφέα αλλά κατά τη γνώμη μου γίνεται απαραίτητη η επιμονή στις ψυχαναγκαστικές λεπτομέρειες της ζωής ενός πλάσματος υποταγμένου στη μοίρα του, έτσι ώστε να κατανοήσουμε τη σημασία των αλλαγών που επέρχονται και επιδρούν καθοριστικά στον ψυχισμό της ηρωίδας. Η Κριστίνε λοιπόν ζει λοιπόν μόνο με την ασθενική μητέρα της σε μια ζωή καταδικασμένη στη μιζέρια και στη ρουτίνα, αποδεκτή από την ίδια -για να μην πούμε επιθυμητή-, εφόσον της παρέχει την ασφάλεια της επιβίωσης. Έτσι, όταν της δίνεται η ευκαιρία να ξεφύγει από τον κλοιό αυτόν, δε νιώθει χαρά, λες και τα συναισθήματα έχουν παγώσει μέσα της (όσο κι αν η εικοσιοκτάχρονη κοπέλα βάζει τα δυνατά της να θυμηθεί τι σημαίνει να νιώθεις χαρά, ανακαλύπτει έντρομη ότι η απάντηση έχει σβηστεί από τη μνήμη της, σαν μια γλώσσα που τη μαθαίνεις όταν είσαι παιδί και ύστερα την ξεχνάς).
Ωστόσο, δύο είναι τα μεγάλα γεγονότα που θα ταράξουν την επίπεδη αυτή εξέλιξη· δύο άξονες γύρω από τους οποίους χτίζεται όλη η αφήγηση και που ουσιαστικά είναι τα καθοριστικά συμβάντα στη ζωή της νεαρής κοπέλας, αυτά που θα την ανασύρουν από την αδράνεια και θα την παρασύρουν στη «μέθη της μεταμόρφωσης». Το πρώτο είναι το ταξίδι στο εξωτερικό (Ελβετία) και η σύντομη παραμονή της σε πολυτελές τουριστικό θέρετρο, και το δεύτερο, πολύ αργότερα, η γνωριμία της με τον ασύμβατο και ιδιοφυή Φέρντιναντ Τάρρνερ.
Από τι ευλύγιστο κι ευαίσθητο νήμα είναι υφασμένη η ανθρώπινη ψυχή
ώστε ένα και μοναδικό βίωμα αρκεί για να την κάνει να φουσκώσει
και να χωρέσει μέσα της ολόκληρο το σύμπαν.
Η θεία Κλαιρ, αδερφή της μητέρας της, που μια σκοτεινή ιστορία την απομάκρυνε από την Αυστρία πριν από τον πόλεμο, οπότε, αφού παντρεύτηκε τον Ολλανδό βαμβακέμπορο Άντονυ Βαν Μπόουλεν εγκαταστάθηκαν στην Αμερική ζώντας στην πολυτέλεια και την χλιδή, αυτή λοιπόν η απρόσιτη και σχεδόν άγνωστη θεία, την προσκάλεσε για δεκαπέντε μέρες σε πολυτελές θέρετρο στην Ελβετία! Όπως είπαμε και πριν, η αποδοχή της Κριστίνε ήταν χλιαρή και αδιάφορη στην αρχή, αλλά όταν ξεκινά το ταξίδι, απολαμβάνουμε το άνοιγμα στον κόσμο μιας σχεδόν τριαντάχρονης κοπέλας, που έχει ακόμα το βλέμμα και την εμπειρία ενός μικρού παιδιού. Όλα τη μαγεύουν· το ταξίδι, το τρένο, τα τοπία, το «θαύμα της φύσης» (για πρώτη φορά στη ζωή της αρχίζει να συνειδητοποιεί όσα έχασε ζώντας εγκλωβισμένη σε έναν εφησυχασμένο και αδιάφορο κόσμο χωρίς επιθυμίες). Η αμηχανία της απειρίας και η ντροπή για τη φτώχεια της (παλιομοδίτικη εμφάνιση, κλπ) εναλλάσσονται με την ανάγκη να αλλάξει, να αδράξει τη ζωή, να ζήσει, ν’ αγαπήσει. Στην ανάγκη αυτή ανταποκρίνεται η φοβερή θεία (που κάποτε ήταν και μανεκέν), που γρήγορα μπαίνει στο νόημα και την βοηθά να προσαρμοστεί δανείζοντάς της παπούτσια, ρούχα, αξεσουάρ, πηγαίνοντάς την στο κομμωτήριο και υποδεικνύοντάς της κοσμικούς τρόπους συμπεριφοράς (να σημειώσουμε εδώ ότι ο αγαπημένος μας συγγραφέας αποκαλύπτει μια παλιομοδίτικη αντίληψή του για τις γυναίκες: ως γνήσια γυναίκα, το βλέμμα της Κριστίνε μαγνητίζεται από τούτα τα εξαίσια φορέματα). Στη μεταμόρφωση συντέλεσε και ο καλοκάγαθος θείος, που σαν «γνήσιος Ολλανδός» λατρεύει το καλό και άφθονο φαγητό και το μόνο που τον απασχολεί είναι «μην τυχόν και χρειαστεί να ανεχτεί κάποιο αργόσχολο κοσμικό κουτορνίθι που θα του καταστρέψει το γεύμα με τις φλυαρίες και τις ερωτήσεις του». Ο θείος Άντονυ Βαν Μπόουλεν συμπάθησε ακαριαία την Κριστίνε και της τόνωσε με τον δικό του τρόπο την αυτοπεποίθησή της (λάμπεις από ομορφιά!). Είναι περιττό να πούμε πόσο εύκολα συμμορφώθηκε με το όλο πνεύμα η Κριστίνε, που κέρδισε πολύ γρήγορα τις εντυπώσεις και έγινε περιζήτητη στους κοσμικούς αλλά και στους χορευτικούς κύκλους (παραδίδεται χωρίς άλλη αντίσταση στο έλεος αυτής της παράξενης όσο και μεθυστικής μαγείας), και μάλιστα γρήγορα αποποιείται την παλιά ταυτότητά της καθώς συστήνεται σε όλους ως Κριστίνε Βαν Μπόουλεν· μεθάει από τους επαίνους, από τις επιθέσεις φιλίας, από τον ερωτισμό ή το απροκάλυπτο κάποιες φορές φλερτ των νεαρών ανδρών. Ξεχωριστοί και διάσημοι άνδρες όπως ο αξιόλογος στρατηγός Έλκινς στρέφουν την προσοχή τους πάνω της, την προσκαλούν σε εκδρομές και περιπάτους, κι εκείνη με έξαψη, ταραχή κι ενθουσιασμό ανταποκρίνεται, παίζοντας τον ρόλο του πλουσιοκόριτσου θαυμάσια. Καταλυτικό ρόλο παίζει ο νεαρός Γερμανός μηχανολόγος Έντβιν που τη φλερτάρει ασύστολα, και οδηγεί την Κριστίνε να «υπερβεί τα εσκαμμένα», παραβιάζοντας άγραφους κανόνες, και προκαλώντας όμως παράλληλα σχόλια από τις ζηλόφθονες και φαρμακερές γλώσσες.
Έτσι λοιπόν, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση… Κάτι που δεν αντιλαμβάνεται αμέσως η Κριστίνε, γιατί η ευτυχία της τής αφαιρεί παρατηρητικότητα, όπως εύστοχα σχολιάζει ο συγγραφέας (όλοι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι αυτού του κόσμου είναι κακοί ψυχολόγοι). Η ταπεινή καταγωγή της και η «εξαπάτηση» γίνονται σύντομα γνωστά, και η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει πολύ γρήγορα (έχοντας ήδη απλώσει το μπαρούτι, η Κάρλα δεν είχε παρά να βάλει φωτιά στο φιτίλι/η κυρία Στρόντμαν τέντωσε τον λαιμό της σαν ετοιμοπόλεμος πετεινός). Ο συγγραφέας περιγράφει πολύ εύστοχα την κοινωνία των Ευρωπαίων αριστοκρατών της Κεντρικής Ευρώπης, που σε αντίθεση με τους Αμερικάνους της εποχής, δίνουν τόση σημασία στην καταγωγή και το κοινωνικό στάτους, κι έτσι οτιδήποτε εύρισκαν τόσο χαριτωμένο πάνω στην Κριστίνε, έγινε από τη μια μέρα στην άλλη αντικείμενο χλευασμού.
Η θεία Κλαίρη, έχοντας κι εκείνη περίεργο παρελθόν (Κλάρα, το αλλοτινό μανεκέν από τη Βιέννη) και τρέμοντας μήπως μαζί με της ανιψιάς της αποκαλυφθεί και το δικό της (ο φόβος είναι ένας παραμορφωτικός καθρέφτης, με την ικανότητα να μεγεθύνει κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό και να το απεικονίζει σαν άθλια καρικατούρα), πιάνει εγκαίρως τα μηνύματα και δρα καίρια. Προς μεγάλη έκπληξη του άντρα της (που το μόνο που τον νοιάζει είναι να αποφύγει τους καβγάδες), αποφασίζει, όχι μόνο να φύγουν αμέσως, αλλά να στείλει το ίδιο κιόλας βράδυ την Κριστίνε στο χωριό της. Η απόφαση πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία στην ανυποψίαστη Κριστίνε (μάταια προσπάθησε να την υποψιάσει ο ηλικιωμένος στρατηγός Έλκινς τρέφοντας μάλιστα «φρούδες ελπίδες») ενώ η θεία, μέσα σε μια «σπασμωδική λογοδιάρροια», την ξορκίζει να μην εμφανιστεί ξανά στη σάλα, να πάει για ύπνο και να φύγει πρωί πρωί. Η μυστηριώδης συμπεριφορά του μηχανολόγου, το ίδιο βράδυ (φυσικά παράκουσε τη θεία και βγήκε να τον συναντήσει) την κάνει να βγει από τη μέθη, να «φύγει μακριά απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, δειλούς και χορτάτους ανθρώπους που την ταπεινώνουν» και να τους προσπεράσει «σαν ζωγραφισμένες πέτρες».
Το ταξίδι της επιστροφής είναι για την Κριστίνε όχι μόνο μια μετάβαση στην πεζή, κοινωνική πραγματικότητα της φτώχειας της και της μιζέριας της, αλλά συμπίπτει και με την είδηση του θανάτου της μητέρας της (άπαξ και το δοχείο της ψυχής μας γεμίσει ως το χείλος, δε χωρά ούτε σταγόνα παραπάνω). Η επιστροφή στη ρουτίνα και στον μικρόκοσμο του Κλάιν Ράιφλινγκ είναι οδυνηρή, αλλά τώρα η Κριστίνε είναι πιο σοφή, πιο ξεκάθαρη με τον εαυτό της και πιο τολμηρή. Όλα έχουν αλλάξει, το γραφείο, τα παράθυρα, οι δρόμοι, οι άνθρωποι. Κυρίως όμως έχει αλλάξει μέσα της, έχει νιώσει πώς είναι να είσαι γυναίκα ποθητή, με ορμές κι επιθυμίες… Πνίγεται στις ίδιες εικόνες, και γυρεύει διέξοδο. Αποκτά λοιπόν τον έλεγχο της ζωής της όταν αποφασίζει με αιματηρές οικονομίες να επισκεφτεί τη Βιέννη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ανασάνει λίγο από τον αέρα της κοσμικής ζωής. Περιδιαβαίνει μονάχη στους φωτεινούς δρόμους, στις πλατείες, στα μπαρ, τα εστιατόρια, τα θέατρα, ώσπου από ένα γύρισμα της τύχης συναντά τον ιδιόρρυθμο Φερντινάντ Τάρρνερ.
Ο Φερντινάντ, επιστήθιος φίλος του γαμπρού της Κριστίνε, του Φραντς, ανήκει σ’ έναν κόσμο διαφορετικό κι εξίσου συναρπαστικό. Έχει πάει στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο κι έχει κάνει δυο χρόνια στα στρατόπεδα της Σιβηρίας. Είναι άτομο sui generis, παθιασμένο, με απίστευτες εμπειρίες από τον πόλεμο όπου έχασε «μόνο» ένα δάχτυλο χεριού (από έναν τόσο δα τένοντα, λεπτό σαν κλωστή, κρέμεται όλη σου η σταδιοδρομία),αρκετό όμως για να αναγκαστεί να παραιτηθεί από την φιλοδοξία του να γίνει αρχιτέκτονας. Είναι ένας θυμωμένος άντρας που ο πόλεμος του στέρησε όχι μόνο την περιουσία, αλλά και τις δυνατότητες να πραγματοποιήσει τα όνειρά του· κι όχι μόνο τα προσωπικά του σχέδια αλλά το όραμα μιας επανάστασης ενάντια στον καπιταλισμό, όσο ήταν στην Σοβιετική ένωση (έκτοτε έμαθα καλά τι πάει να πει εμφύλιος πόλεμος/ακόμα κι αν μάθαινα ότι για να βασιλέψει στον κόσμο η θεία δικαιοσύνη, χρειάζεται να μαρτυρήσουν τόσοι άνθρωποι, θα φρόντιζα να μείνω έξω απ’ τον χορό. Καρφί δεν μου καίγεται πια, μου είναι όλα αδιάφορα, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά των μπολσεβίκων, δεν είμαι ούτε κομμουνιστής, ούτε καπιταλιστής, δεν δίνω δεκάρα!).
Να λοιπόν που ο συγγραφέας εμπλέκει και το κοινωνικό στοιχείο της εποχής, δεν ασχολείται μόνο με την βιεννέζικη αφρόκρεμα όπως συχνά δίνει την εντύπωση, κι επιτέλους η Κριστίνε γνωρίζει έναν άνθρωπο -πολίτη-του-κόσμου, του οποίου οι πεποιθήσεις ταιριάζουν με τις δικές της. Έναν άνθρωπο βέβαια χωρίς την αριστοκρατική επίστρωση, φτωχοντυμένο, χωρίς «κόσμιες συμπεριφορές», μη συμβατικό, επαναστατημένο με τον δικό του τρόπο. Ωστόσο η Κριστίνε μπορεί να διακρίνει πίσω απ’ την οργή του το εφηβικό, παιδικό του πρόσωπο, «ήρεμο και τρυφερό» (παράξενο σκέφτεται, πώς είναι δυνατόν να κατοικούν δυο διαφορετικοί άνθρωποι στο ίδιο σώμα).
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που ο συγγραφέας περιγράφει την προσέγγιση αυτών των δύο διψασμένων -για επαφή και ζωή- ψυχών. Οι δύο «απόβλητοι» της κοινωνίας έρχονται κοντά, συνεννοούνται θαυμάσια με κείνο το αίσθημα αλληλεγγύης που ενώνει όσους μάταια πασχίζουν να ορθοποδήσουν στη ζωή. Οι συζητήσεις, οι εκμυστηρεύσεις, οι προβληματισμοί πάνω σε προσωπικά αλλά και κοινωνικά θέματα διαδέχονται η μία την άλλη στις αλλεπάλληλες συναντήσεις που προγραμματίζουν με χίλιες δυσκολίες. Η φτώχεια βέβαια τους εκδικείται, εφόσον δεν έχουν τα μέσα για μια αξιοπρεπή έστω φτωχική κάμαρα για να χαρούν ο ένας την αγκαλιά του άλλου. Τα αδιέξοδα και ο αυτοοικτιρμός φτάνουν στο αποκορύφωμα όταν πια αποφασίζουν από κοινού δύο παράτολμα σχέδια ηρωικής «εξόδου» από την φυλακισμένη τους ζωή. Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά τους, ο ένας πιο εύκολος, ο άλλος πιο δύσκολος. Ωστόσο, όπως λέει κι ο Φερντινάντ στις τελευταίες σελίδες, «αν είναι γραφτό σου να σκαρφαλώσεις, θα σκαρφαλώσεις· κι αν είναι γραφτό σου να γκρεμιστείς, θα γκρεμιστείς».
Χριστίνα Παπαγγελή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου