Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2023

Ο παππούς στο τζάκι και άλλες ιστορίες, Δημήτρης Τερζής

Κλάψε, σωριάσου, αλλά μην τα παρατήσεις.
Χώσε ξανά τα χέρια μέσα σου,
εκεί που κρύβεται πίκρα, απόρριψη,
εγκατάλειψη και καταπίεση,
εκεί που καταχώνιασες κάθε αχ (…)
Πρέπει να ματώσεις. Οφείλεις να ματώσεις.
Μόνο έτσι θα ξαναγεννηθείς
     Δέκα σύντομα διηγήματα, δέκα ιστορίες- διαμαντάκια, από τον γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο Δημήτρη Τερζή, καθεμιά από τις οποίες έχει ξεχωριστή πρωτοτυπία, ωστόσο οι περισσότερες θαρρείς ανιχνεύουν την αδυσώπητη κοινή «μοίρα» που περιμένει όλους, την διαφορετική απήχηση που μπορεί να έχει ο θάνατος σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε διαφορετικό χωροχρόνο: αναμονή του θανάτου, το βίωμα του θανάτου, ο τραγικός θάνατος, το πένθος, ο φόβος του θανάτου· η διασταύρωσή του θανάτου με τον… γάμο (άλλη κορυφαία στιγμή του βίου), η δολοφονία, το νεκρό κατοικίδιο, ο κόσμος του ήδη νεκρού. Κοινός πρωταγωνιστής λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο, ο θάνατος.
     Ωστόσο, δεν έχουμε κάνουμε με ζοφερές αφηγήσεις (παρόλη την τραγική κατάληξη των περισσότερων) αλλά με ακροβατικά «παιχνίδια» πάνω στο μεταίχμιο ζωής-θανάτου, όπου ο θάνατος παίζει με τη ζωή αλλάζοντας πολλά πρόσωπα. Παράλληλα, ο συγγραφέας αγγίζει σύγχρονα, καυτά θέματα κοινωνικού προβληματισμού, όπως η μοναξιά των ηλικιωμένων, η μοίρα των προσφύγων, η εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης, η πολιτική διάψευση. Στις πρώτες σελίδες υπάρχει, κατά κανόνα, ένα ευρηματικό σκηνικό, στήνεται η πλοκή, φτάνουμε γρήγορα στη «δέση» που λένε οι φιλόλογοι για τις τραγωδίες, ενώ συνήθως η «λύση» έχει μια ανατροπή, μια «έκπληξη». Το μεστό, χωρίς περιττολογίες ύφος, σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται λυρικό, σε κάποιες σκωπτικό και σε κάποιες κωμικοτραγικό, αποτυπώνοντας αυτές τις πολλές πρωτεϊκές μεταμορφώσεις των ανθρώπων μπροστά στο αναπόφευκτο πεπρωμένο. Η γενική αίσθηση που αφήνει πάντως ο λόγος του συγγραφέα, είναι μια πικρή, ή μάλλον γλυκόπικρη τρυφερότητα μπροστά στο δέος της «έσχατης ώρας».
    Τρυφερός είναι ο μονόλογος της ηλικιωμένης μάνας («Πικροδάφνη»), που αποχαιρετά το καλοκαίρι στο οικογενειακό θέρετρο μέσα στη μόνη το σούρουπο, πλάι στην πικροδάφνη (τέτοιες μέρες, όπως η σημερινή, είναι επίτηδες σταλμένες απ’ τον χειμώνα, είναι ο δικός του τρόπος να δείξει την έξοδο στο καλοκαίρι, να του ξεκαθαρίσει πως οι μέρες του τελείωσαν) απευθύνοντας έναν μονόλογο στον απόντα γιο της, που χωρίς να το ομολογεί ρητά, καταλαβαίνουμε έμμεσα ότι έχει φύγει για πάντα. Ωστόσο, καθώς εκείνη αναμασάει την πίκρα της, βλέπουμε τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο του ώριμου ανθρώπου που έχει πάρει απόφαση το πεπρωμένο.
     Τραγικό, παρά την γεμάτη οργή ανεπιτήδευτη φρασεολογία του φαντάρου πρωταγωνιστή (δεν έπρεπε να’ μουν εκεί τώρα, όχι! Γαμώ τα βύσματά μου μέσα και γαμώ τις μεταθέσεις μου. Δεν έπρεπε ρε μαλάκες) το τέλος στο «Τέλος που περίμενα». Στο φυλάκιο του Έβρου (ο ήρωας θυμάται και «Το ποτάμι» του Σαμαράκη που το διδάχτηκε στο σχολείο), αναμετριέται όχι μόνο με την αβελτηρία των άλλων φαντάρων (σπαρταριστή η περιγραφή), αλλά και με την «ασυδοσία του θανάτου», όπως εύστοχα επισημαίνει η Λίνα Πανταλέων
     Την ίδια αίσθηση τραγικότητας, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο έχει και το διήγημα «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Σε τριτοπρόσωπη αφήγηση αυτήν τη φορά, ζωντανεύει μπροστά μας χαρακτηριστική φιγούρα στα ελληνικά χωριά, μιας «ψημένης» γυναίκας που ενώ μαθαίνει ότι θα πεθάνει σύντομα από αρρώστια μένει πιστή στο «εδώ και τώρα»(«κλάψε, αλλά κούνα και τα χέρια σου, έγκωσα από την κάψα!». Γιατί εκείνην, άλλο την καίει, πιο σοβαρό ακόμα κι απ' τον θάνατο… και καταστρώνει τολμηρό σχέδιο για να δοκιμάσει τα συναισθήματα της μαλωμένης αδερφής.
     «Οι κυρίες στην ακτή», ηλικιωμένες ξεπεσμένες αριστοκράτισσες-κόρες επιφανούς σταφιδέμπορου  (η μια μάλιστα τα έχει κι ολότελα χαμένα), ζουν σε παραλιακό αρχοντικό ερειπωμένο, με την ανοχή των χωριανών (κακορίζικες οι έρμες. Μείνανε μόνες τους. Κι η περιουσία τους, πάει). Κι εδώ έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη για τον τρόπο θανάτου τους στις τελευταίες σελίδες, ενώ ο ρόλος του αφηγητή (που συντηρεί στέγες στα εξοχικά της παραλίας τον χειμώνα) παραμένει μυστήριος.
     Τραγέλαφος καταλήγει η συνάντηση της νεκροφόρας με τον δον Αντόνιο και της νυφικής πομπής (καμιά ντουζίνα αυτοκίνητα με πολύχρωμες γιρλάντες ν’ ανεμίζουν στις κεραίες και στους εξωτερικούς καθρέφτες) στους σιτοβολώνες της Σικελίας κοντά στο Παλέρμο, στο διήγημα «Εκείνο που καίγεται». Οι μεν ανηφορίζουν και οι δε κατηφορίζουν για να συναντηθούν στον στενό δρόμο («τρατσέρα») όπου ο αφηγητής με την σύντροφό του έχουν μείνει από λάστιχο, και να ξεσπάσει μια άνευ προηγουμένου οχλαγωγία (ένα πολύβουο μελίσσι από φωνές γεννήθηκε εκείνο το απομεσήμερο στο Πέρασμα του Μπόργκο. Έτσι λεγόταν αυτό το απίθανο μέρος όπου ο θάνατος και η ζωή είχαν ανταμώσει με μάρτυρες όλους εμάς, καμιά σαρανταριά Σικελούς, Σικελές κι ένα ζευγάρι Ελλήνων). Μετά την καθυστερημένη κηδεία (ο δον Αντόνιο πέρασε τη νύχτα του ανάμεσα σε παγάκια που τ’ ανανέωναν τακτικά οι συγγενείς του στο φέρετρο) ακολουθεί ο… γάμος.
     «Η τελευταία νύχτα του κόσμου» που όλοι περιμένουν (δεν δίνονται εξηγήσεις, κάτι σαν την αναμονή του κομήτη του Χάλεϋ), αναγκάζουν τους ανθρώπους να σκεφτούν την ουσία της ζωή τους: μια ολόκληρη ζωή σε λίγες λέξεις. Τι αφήνεις πίσω, ποιο κομμάτι του χρόνου έχεις ακόμα μπροστά σου. Οι εσωτερικές σκέψεις της –«στραγγισμένης από συναίσθημα»- Φωτεινής την οδηγούν στο ξενοδοχείο «Μάρτζι», όπου συναντά τον νεότερο, θλιμμένο Λουκά κι ενώνουν τις τελευταίες εναγώνιες στιγμές τους.
     Στην «Κυψέλη», βρισκόμαστε στην ομώνυμη συνοικία της Αθήνας. Οι δύο φίλες, Άννα και Κλειώ πενθούν την ήττα, την ήττα μιας γενιάς που πίστευε ότι «ο κόσμος μπορεί να αλλάξει», που πίστεψε στο δίκιο για το οποίο πάλεψαν οι παππούδες. Η ήττα είναι πολιτική (Ιούλιος του ’15;), αλλά και συναισθηματική μια «και ο μαλάκας ακόμα να πάρει τηλέφωνο» ενώ το σκηνικό συμπληρώνει ένας απρόσμενος θάνατος.
    Το διήγημα «Παλμός» είναι ξεχωριστά ευρηματικό, μια και αφηγητής είναι ένα… μηχάνημα («εγκαταστάθηκα σ’ αυτό το σώμα ένα βροχερό απόγευμα»), ένα «μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, συνδεδεμένο με την καρδιά του ετοιμοθάνατου ηλικιωμένου άνδρα. Αποστολή του είναι να παρακολουθεί την ομαλή λειτουργία του ανθρώπου που βρίσκεται σε κώμα, και να ειδοποιεί ή να ρυθμίζει την επιστροφή στην κανονική λειτουργία! Είναι ένα μηχάνημα… σκεπτόμενο, με ανησυχίες (αυτός εδώ ο άνθρωπος με προβληματίζει), περιέργεια, και… συναισθήματα (πολύ θα ήθελα να είχα πρόσβαση στα νευρωνικά κυκλώματα του εγκεφάλου του/μ΄εκνευρίζει). Η εξέλιξη της ιστορίας έχει απροσδόκητο ενδιαφέρον, ενώ η εισχώρηση στην απόκρυφη μνήμη του εγκεφάλου τις τελευταίες στιγμές πριν τον θάνατο («ατελείωτα κατεβατά δεδομένων»), είναι κορυφαία.
     Το τελευταίο σύντομο διήγημα τιτλοφορείται «Η μηχανή» (φαντάσου να υπήρχε μια μηχανή που θα ρύθμιζε τον ύπνο σου). Σίγουρα λειτουργεί σαν ένας επίλογος, μια και περιλαμβάνει θραύσματα απ’ όλα τα διηγήματα, σ' ένα παραληρηματικό, σουρεαλιστικό τόνο, ενώ διατρέχεται από έντονο συναισθηματικό ηλεκτρισμό ανθρώπου που προσπαθεί να απαντήσει στο αρχικό ερώτημα «Να μ’ αγαπάς στα ψέματα. Μπορείς;». Μια απάντηση στο μοναδικό β΄ ενικό του βιβλίου, μια κατακερματισμένη επιστολή, μάλλον ανεπίδοτη, που απευθύνεται στο ανέφικτο, σ' αυτό που δεν αντέχουμε, που δεν ελέγχουμε, που ονειρευόμαστε μόνο.
     Παρόλο που το παραπάνω («Η μηχανή») κλείνει τη συλλογή με θαυμαστό τρόπο, εγώ διάλεξα για τέλος της παρουσίασης το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο «Ο παππούς στο τζάκι». Ένα διήγημα τόσο ευρηματικό, που δεν θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις ούτε τραγικό, ούτε κωμικό, μια φάρσα μακάβρια ίσως, όπου ο παππούς-πρωταγωνιστής είναι σε μορφή… στάχτης μέσα σε μια υδρία. Βρισκόμαστε στην επίσημη οικογενειακή τελετή όπου όλοι είναι σοβαροί/σοβαροφανείς/ επίσημοι και κλεισμένοι μέσα στον ρόλο τους (ο Γιος, η Μητέρα, ο Αδερφός, κλπ) ενώ ο -νεκρός- παππούς είναι πιο παρών από ποτέ (Χαιρετίζω τον θάνατο γιατί δεν έχει τίποτα το υποκριτικό), κρίνει, θυμάται, σχολιάζει και… σκάει στα γέλια: Γελάστε, γαμώτο, τι κάθεστε έτσι σαν βαλσαμωμένοι; Θεέ μου, τι πλάκα ήταν αυτή! Δεν περίμενα να γελάσω τόσο πολύ στο θάνατό μου. Ειλικρινά, νομίζω πως θα πεθάνω ξανά από τα γέλια.
Χριστίνα Παπαγγελή

Δεν υπάρχουν σχόλια: