Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2022

η απατηλή ζωή των ενηλίκων, Έλενα Φερράντε

     «Δυο χρόνια πριν φύγει από το σπίτι, ο πατέρας μου είπε στη μητέρα μου ότι ήμουν πολύ άσχημη», είναι η πρώτη πρώτη φράση του βιβλίου, που προσελκύει ακαριαία το ενδιαφέρον του αναγνώστη και του δίνει άμεσα τις εξής πληροφορίες: υπάρχει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η αφηγήτρια είναι μια κοπέλα, μάλλον έφηβη, ο πατέρας της τους εγκατέλειψε και κείνη βίωσε ένα τραύμα απ’ αυτά που σημαδεύουν όλη σου τη ζωή. Πράγματι, πρόκειται για ένα ψυχογραφικό βιβλίο «ενηλικίωσης», από την αγαπημένη συγγραφέα της Τετραλογίας της Νάπολης, με την οποία έγινε γνωστή στην Ελλάδα, και όπου ξεδίπλωσε όλη την ψυχογραφική δεινότητα ιδιαίτερα στην προσέγγιση της νεανικής ψυχολογίας.
     Τα λόγια αυτά του πατέρα σηματοδοτούν ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της δωδεκάχρονης πρωταγωνίστριας, της Τζοβάννας -ή κατ’ άλλους Τζαννίνα-, που μέχρι εκείνη τη στιγμή (όπου τα πάντα -η Νάπολη, το μπλε φως ενός παγωμένου Φεβρουαρίου- πάγωσαν) ήταν απόλυτα δεμένη με τους γονείς της∙ τους θαύμαζε και τους αγαπούσε, ιδιαίτερα τον πατέρα. Αρχίζει ένα γαϊτανάκι συναισθημάτων ανασφάλειας, περιέργειας, αυτοβύθισης και αυτοπαρατήρησης, χαρακτηριστικά βέβαια στη διαδικασία ωρίμανσης των εφήβων, που καθώς φεύγουν από την παιδική ηλικία, κάτι πάντα θα πυροδοτήσει την ανάγκη να προσδιορίσουν εκ νέου την ταυτότητά τους.
     Το «ρήγμα» που γεννιέται στην αυτοπεποίθηση της Τζοβάννα τής δίνει την ώθηση να ψάξει, να ψάξει τον εαυτό της και τους άλλους. Συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν «δυο πατεράδες» πολύ διαφορετικοί από κείνον που αγαπούσε, ο ένας νευρικός και ανεξέλεγκτος, ο άλλος κοφτός που κατέφευγε σε φράσεις, απόλυτα ακριβείς και τόσο πυκνές που κανείς δεν μπορούσε να αντικρούσει. Αποκαλύπτει ακόμα, ότι η μοιραία φράση του πατέρα ήταν «η φάτσα της έχει αρχίσει να γίνεται ίδια με της Βιττόρια» και ότι η ανεπιθύμητη θεία -αδερφή του πατέρα-, η Βιττόρια την οποία όλοι απεχθάνονται και αποφεύγουν σε βαθμό που να μουτζουρώνουν το πρόσωπό της στις φωτογραφίες, είναι η συγγενής στην οποία η ίδια μοιάζει, κατά τα λεγόμενα του πατέρα.
     Βλέπουμε λοιπόν, ότι από τις πρώτες σελίδες έχει μπει σφήνα κι ένα άλλο πρόσωπο μέσα στην οικογένεια, που εγείρει θύελλα συναισθημάτων: αποστροφή, απέχθεια από τους ενήλικες, περιέργεια και απορίες από την Τζοβάννα (Το όνομα Βιττόρια αντηχούσε στο σπίτι μου λες και ανήκε σε κάποιο τέρας που στιγμάτιζε και μίαινε όποιον άγγιζε). Είναι το πρόσωπο –κλειδί που θα ανατρέψει όλες τις ισορροπίες μέσα στην ηρωίδα (ήταν ο μπαμπούλας των παιδικών μου χρόνων,/πώς ήταν δυνατόν, λοιπόν να ανακαλύψω έτσι απροειδοποίητα ότι είχα αρχίσει να της μοιάζω;), ένα είδος «πέτρας σκανδάλου»∙ το πρόσωπο μέσα από το οποίο θα αποκαλυφθούν κρυμμένες, ντροπιαστικές πτυχές της οικογένειας του πατέρα, που μέχρι τώρα κείτονταν στην αφάνεια∙ το πρόσωπο που θα σύρει την ηρωίδα στον «απατηλό κόσμο των ενηλίκων», που θα την «ξεσκολίσει», και θα την σπρώξει στον κόσμο της αμφισβήτησης.
     Τα έντονα συναισθήματα αιφνιδιασμού, ανασφάλειας και πόνου δημιουργούν στην Τζοβάννα την ανάγκη να γνωρίσει την Βιττόρια από κοντά, κάτι που οι προοδευτικοί -διανοούμενοι- γονείς της (καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας, καθηγήτρια λατινικών) δεν αρνούνται αλλά και δεν ενθαρρύνουν. Όλος ο κύκλος άλλωστε της μεσοαστικής ναπολιτάνικης οικογένειας απαιτεί «πολιτισμένη» αντιμετώπιση αυτών των έκτακτων καταστάσεων: οι γονείς αλλά και οι στενοί φίλοι των γονιών, καθηγητές κι αυτοί, άθεοι και με προοδευτικές ιδέες, ανατρέφουν τις δυο κόρες και στενές φίλες της Τζοβάννα, Ίντα και Άντζελα, με τις αρχές του διαφωτισμού, της λογικής και της μόρφωσης, χωρίς καθόλου επιρροές από εκκλησία (δεν έχουν βαφτιστεί και τα τρία κορίτσια), με ενημέρωση για την σεξουαλικότητα και την αναπαραγωγή, με βιβλία και τέχνη. Ήταν επομένως χαλαροί (οι γονείς μας, που δεν μας απαγόρευαν ποτέ τίποτα, ακόμα και όταν μας απαγόρευαν κάτι ήταν επιεικείς).
     Η ανασφάλεια της Τζαννίνα γίνεται εμμονή που εκδηλώνεται με παρεξηγήσεις, ανησυχίες και επίμονες ερωτήσεις τύπου «πιστεύετε ότι έχω αρχίσει να ασχημαίνω;», κακοδιαθεσία ως κατάθλιψη, παρεμβάσεις στην εμφάνισή της, και φυσικά επιμονή να γνωρίσει τη θεία. Η θεία ανήκει σ’ ένα άλλο σύμπαν, οι γονείς για διάφορους λόγους που δεν εξηγούνται αμέσως αποφεύγουν κάθε επαφή, αλλά τέλος κατάλαβαν ότι η κόρη τους άκουσε την κουβέντα τους και δέχονται τη συνάντηση: να συναντήσει δηλαδή η Τζοβάννα τη Βιττόρια, αλλά μόνη της (γεγονός που προκαλεί κουβάρι συναισθημάτων).
          Η «συνάντηση» -θέλω να μάθω για την ευτυχία 
     Η συνάντηση με την «απαγορευμένη» θεία είναι αποκαλυπτική ενός κόσμου άγνωστου. Η θεία, που η Τζοβάννα τη βρίσκει «εξωφρενικά» όμορφη (μια φάτσα τόσο ζωντανή και αδιάντροπη που ήταν πανάσχημη και πανέμορφη την ίδια στιγμή), είναι καθαρίστρια, ένας τύπος άξεστος, πληθωρικός και λαϊκός∙ μιλάει για τον μεγάλο της έρωτα χωρίς αναστολές, ρίχνει ευθύνες για την αποτυχημένη ζωή της στον πατέρα της ηρωίδας, μιλάει με αισχρόλογα και σκληρά λόγια για τους γονείς της, επιβάλλεται και κυριαρχεί στην ανιψιά της, χορεύουν ξέφρενα μαζί και, τέλος, της αναφέρει για ένα μυστηριώδες βραχιόλι-κειμήλιο, που το χάρισε η Βιττόρια στην Τζοβάννα όταν ήταν μωρό, αλλά εκείνη δεν το είχε δει ποτέ της.
     Το μυστηριώδες βραχιόλι γίνεται αντικείμενο κλειδί, καθώς αλλάζει χέρια σε όλο το βιβλίο και περιβάλλεται από δύναμη ως οικογενειακό κειμήλιο, ενώ η προσωπικότητα της έφηβης στροβιλίζεται γύρω από τη σαγήνη που ασκεί η Βιττόρια: αρχίζει και λέει ψέματα, όχι μόνο στους γονείς αλλά και στις φίλες, η περιέργεια για το παρελθόν διώχνει τις ενοχές για τα ψέματα, γίνεται αφηρημένη, δεν διαβάζει για το σχολείο, ψάχνει το μυστήριο που κρύβει το οικογενειακό παρελθόν του πατέρα. Ο θαυμασμός για τη Βιττόρια κορυφώνεται όταν μαθαίνει ότι είναι φίλη με τη γυναίκα του πεθαμένου εραστή της, τη Μαργκερίτα, και με τα τρία παιδιά της (ο πατέρας σου, η μάνα σου, οι φίλοι τους, σπουδαίοι όλοι τους, δε λέω, έχουν όμως αυτό το μεγαλείο, αυτήν τη γενναιοδωρία;). Άλλωστε, όπως η ίδια η Βιττόρια αποκαλύπτει στην άναυδη Τζαννίνα, μπορεί να το κάνανε με τον Έντσο μόνο…11 φορές, αλλά "αν σ’ όλη σου τη ζωή δεν το κάνεις αυτό όπως το έκανα εγώ, και δν εννοώ έντεκα φορές αλλά έστω μία, δεν έχει νόημα να ζεις". Η Τζοβάννα (που η Βιττόρια αποκαλεί Τζαννίνα) εκπλήσσεται που η θεία της τής μιλά σα να είναι ενήλικη και σοκάρεται με τη σαρκική προσκόλληση στην ηδονή.
     Η ηρωίδα γνωρίζεται με τα παιδιά της Μαργκερίτα που ανήκουν σε άλλη κοινωνική τάξη (φτωχική συνοικία της Νάπολης) και μεταφέρει αυτόν τον κόσμο με καμάρι στις παιδικές φίλες, ενώ ο κύκλος φίλων και γνωστών διευρύνεται. Η σταδιακή απομάκρυνσή της από την οικογένεια -το «κόψιμο του ομφάλιου λώρου»- επιταχύνεται όταν ανακαλύπτει, κάπως τυχαία και τραυματικά, τα ερωτικά παραστρατήματα των τεσσάρων γονέων, που οδηγούν σταδιακά στον χωρισμό και στα διαζύγια. Η ιδέα ότι οι γονείς κάνουν σεξ είναι αποτρόπαιη (εντελώς απρόσμενα εισέβαλλε στη ζωή μας το σεξ αλλά με διόλου ελκυστική μορφή, ένα σεξ που μάλιστα μας προκαλούσε αποστροφή). Η απόρριψη της μάνας από τον πατέρα προκαλεί αναστάτωση, αλλά περισσότερο ενοχλεί η παθητική στάση της μητέρας. Θα περάσουν κάποια χρόνια, προς το τέλος της εφηβείας για να συνειδητοποιήσει ότι το να συγχωρέσει κανείς την προδοσία του συντρόφου προϋποθέτει μεγαλείο ψυχής (ήταν δυνατόν να θεωρώ αδυναμία τη δύναμή της -ναι, τη δύναμή της- αυτόν τον απόλυτο τρόπο της αγάπης της;)
              Εγώ δεν διαβάζω, μένω στην ίδια τάξη και είμαι τσούλα
     Έχουμε επομένως κλασικές αντιδράσεις (έκπληξη, θυμό, ανάγκη αυτοκαταστροφής ή έστω, πρόκλησης) που προδίδουν τη συναισθηματική σύγχυση καθώς οι έφηβες φίλες διαβαίνουν προς την ενήλικη ζωή. Πισωγυρίσματα, ανασφάλειες, ζήλειες ακόμα και προς τη μητέρα, αίσθημα προδομένου, αίσθημα εγκατάλειψης, ανάγκη εκδίκησης. Η σκληρότητα του παιδιού που βλέπει την παιδική ηλικία να παίρνει τέλος, σκληρότητα απέναντι στου άλλους που του προδίδουν την εμπιστοσύνη αλλά κυρίως απέναντι στον εαυτό του (δεν κατάφερνα πια να είμαι αθώα, πίσω από τις σκέψεις μου κρύβονταν άλλες σκέψεις, η παιδική μου ηλικία είχε λάβει τέλος). Η κυκλοθυμία της Βιττόρια αντανακλάται και στην κυκλοθυμία της Τζοβάννα, κι έτσι οι τροχιές τους άλλοτε αποκλίνουν, κι άλλοτε εφάπτονται. Το ψέμα και η… προσευχή μπαίνουν «συστηματικά στη καθημερινότητά της», ενώ τα ερωτηματικά για τον συναισθηματικό κόσμο των ενηλίκων πολλαπλασιάζονται.
     Η περίοδος του οριστικού χωρισμού των γονιών (δυο χρόνια) ήταν σκληρή για την Τζοβάννα (για πρώτη φορά μου φάνηκαν ελεεινοί, έτσι ακριβώς όπως μου τους είχε περιγράψει η Βιττόρια), όπως βέβαια και για τις δυο φίλες της, που χώρισαν κι οι δικοί τους γονείς. Αδιαφορία για το σχολείο (έμεινε στην ίδια τάξη), ψέματα (ψέματα, ψέματα, οι μεγάλοι τα απαγορεύουν και μετά τα ξεφουρνίζουν ένα σωρό), απομόνωση, και το πιο ακραίο: αυτοτιμωρία. Η ανάγκη του Κορράντο (γιος της Μαργκερίτα) για σεξ, βρίσκει αποδέκτη την Τζοβάννα, που όμως νιώθει αηδία. Μισεί τον πατέρα, αγανακτεί με τη μάνα που δέχεται τη στάση του πατέρα («η πραγματική του μεγάλη αγάπη είναι η Κονστάντσα, μαζί της ήταν όλα αυτά τα χρόνια και μαζί της θα πεθάνει», της λέει η μάνα της), μα κυρίως είναι η φάση απόρριψης του ίδιου της του εαυτού που την κάνει να νιώθει ελεεινή και τιποτένια (τώρα πια μέσα μου φούντωνε μια ασυγκράτητη ανάγκη απαξίωσης –μια ατρόμητη απαξίωση, μια μανία να νιώσω ηρωικά αναίσχυντη). Δεν συγκρατεί το θυμό της, εκσφενδονίζει τις προσβολές, θέλει να είναι φρικτή∙ γιατί νιώθει φρικτά και σιχαίνεται τον εαυτό της.
       Ήξερα πως στη ζωή μου τα πάντα θα άλλαζαν
Μέχρι που εμφανίζεται ο έρωτας! σε μια κρίσιμη, αποφασιστική στιγμή αυτοϋπονόμευσης, συναντά τον Ρομπέρτο, ένα νεαρό φοιτητή θεολογίας που βγάζει πύρινους λόγους στην ενορία (μόλις αντίκρισα τον Ρομπέρτο –προτού καν ανοίξει το στόμα του, προτού καν παρασυρθεί από οποιοδήποτε συναίσθημα, ένιωσα μια μαχαιριά στο στήθος μου και ήξερα πως στη ζωή μου τα πάντα θα άλλαζαν). Η μεταμόρφωση είναι σχεδόν ακαριαία, αν και ο Ρομπέρτο είναι δεσμευμένος με την κόρη της Μαργκερίτας, την Τζουλιάνα. Η «ζήλεια» προς τη Τζουλιάνα είναι ανάμεικτη με τη φιλία, μιας και η δύναμη της αγάπης πηγάζει από το ότι εκείνη αγαπά, χωρίς ελπίδα αμοιβαιότητας. Θέλει να γίνει όμορφη… πνευματικά (εφόσον έχει αποδειχτεί ότι είναι «άσχημη»), αλλά, όπως εξομολογείται "είχα πλέον ανακαλύψει ότι ήμουν παλιοχαρακτήρας, μου έρχονταν διαρκώς άσχημα λόγια και πράξεις. Αν όντως διέθετα αρετές, τις έπνιγα εγώ η ίδια σκοπίμως".
     Έτσι, σιγά σιγά αρχίζει μια προσπάθεια όχι να τιμά τους γονείς, όπως υπαγορεύει η εκκλησία, αλλά να αναζητά τον δρόμο να τους προσεγγίσει. Η μεγαλειώδης φράση της μητέρας της ότι «ξεχνάει να μισήσει» τον μοιχό άντρα της, προβληματίζει την Τζοβάννα (είχα την αίσθηση ότι η φράση αυτή απέπνεε κάτι αληθινό, κάτι ζωντανό, και προσπάθησα να σκέφτομαι κι εγώ κάπως έτσι τον πατέρα μου) και η απέχθεια στη δουλικότητα της απατημένης συζύγου γίνεται θαυμασμός για την ανιδιοτελή, απόλυτη αγάπη.
     Η μεταστροφή που περιγράφει με μεγάλη μαεστρία η Φερράντε, αναβαπτίζει τα πράγματα. Η Τζοβάννα όλα τα βλέπει σαν να είναι η πρώτη φορά κι όλα έχουν ένα κρυφό νόημα. Ξαναρχίζει τα διάβασμα, διαβάζει μάλιστα τα… Ευαγγέλια επηρεασμένη από την αγάπη στον Ρομπέρτο αλλά σοκάρεται από τη βαναυσότητα που συναντά εκεί μέσα. Η αγάπη της αλλάζει σιγά σιγά μορφή, τον φαντάζεται ευτυχισμένο στο Μιλάνο όπου φοιτά και το μόνο που εκείνη γυρεύει είναι η εκτίμησή του. Χτίζει σιγά σιγά μια προσωπικότητα μοναδική, χωρίς να αποφεύγει τις εξάρσεις θυμού και χωρίς να ενδιαφέρεται για την εντύπωση που κάνει στους άλλους με τα «νταηλίκια» της, κι όμως γίνεται δημοφιλής, αγαπητή: έχει «τύπο», έχει παρρησία, ντύνεται απλά χωρίς να τονίζει τη θηλυκότητά τη όπως άλλες κοπέλες, κι όμως ελκύει τα βλέμματα και αντιμετωπίζει με εξυπνάδα τις πρόστυχες προσβολές.
    Το σύμπαν συνωμοτεί για να συναντήσει τον Ρομπέρτο, έστω συνοδεύοντας τη Τζουλιάνα, την αρραβωνιαστικιά του, στο Μιλάνο όπου σπουδάζει (οι σκέψεις ενίοτε εκπέμπουν μια αδιόρατη δύναμη, συλλαμβάνουν εικόνες ενάντια στη θέλησή σου και σου τις προβάλλουν μπροστά στα μάτια σου για κλάσματα του δευτερολέπτου). Το σύμπαν μάλιστα ραδιουργεί ώστε να βρεθούν και μόνοι, οι δυο τους στο Μιλάνο…
     Πρόκειται για τη δεύτερη «συνάντηση» του μυθιστορήματος, που δρα καταλυτικά στην προσωπικότητα της ηρωίδας. Άλλωστε, είναι πια δεκάξι χρονών και αντιμετωπίζει με διαφορετική ωριμότητα και τον πατέρα (φαινόταν ξεκάθαρα ότι ήταν δυστυχής μόνο όταν το μυαλό του ήταν κενό και δεν μπορούσε να κρύψει από τον ίδιο του τον εαυτό ό, τι είχε κάνει στη μητέρα μου και μένα/αν από την άλλη αφοσιωνόταν σε κάποιες μεγάλες θεωρίες τις οποίες εμπέδωνε χάρη στα επιμελώς σχολιασμένα βιβλία του, ήταν πανευτυχής, δεν του έλειπε τίποτα). Αναγνωρίζει τη μεγάλη δεινότητα του πατέρα στον λόγο (μπορεί άνετα να με σακατέψει με τον λόγο, είναι μάστορας σ’ αυτό), αλλά και η Τζοβάννα δεν πάει πίσω σε επιχειρήματα και έξυπνους ελιγμούς.
     Οι κουβέντες όμως με τον Ρομπέρτο για τον θεό, την ποίηση, την μεταμέλεια πάνε κατευθείαν στον πυρήνα των ανησυχιών (αυτό είναι ο θεός: μια δόνηση μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο που δεν βρίσκεις πια το πάτωμά του, τους τοίχους, το ταβάνι του/η ζωή φεύγει μέσα απ’ τα χέρια μου όταν γίνεται οδύνη). Και φαίνεται ότι αντίστοιχα η Τζοβάννα γοητεύει τον Ρομπέρτο ο οποίος ομολογεί : «Τώρα ξέρω γιατί σε θυμόμουν/βάζεις πολλή δύναμη στις λέξεις». Ωστόσο αυτό που τη γοητεύει στον Ρομπέρτο (εδώ η Φερράντε ξεδιπλώνει όλο το ταλέντο στο να νιώσει ο αναγνώστης αυτή τη γοητεία ταυτιζόμενος με την ηρωίδα) δεν είναι τόσο η ευφράδεια ή η διάνοιά του όσο η ζωική του υπόσταση (είναι σαν ένα ζώο που δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό, για εκείνον όλα είναι μια χαρά, γιατί μεταμορφώνει κάθε τι μόνο με το άγγιγμά του και με τέτοιον τρόπο που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό).
     Η ερωτευμένη έφηβη πρώτη φορά ανησυχεί για την εικόνα της (εγώ, από τότε που ξεκίνησε η μεγάλη περίοδος της κρίσης, είχα παραμελήσει επίτηδες τη μανία μου να καλλωπίζομαι). Παρατηρεί με αγάπη και θαυμασμό τη φίλη της Τζουλιάνα, θέλει να εντυπωσιάσει τον Ρομπέρτο έστω και πνευματικά, αλλά κυρίως απολαμβάνει τους καρπούς του ερωτευμένου: νιώθει ότι κάθε μια από τις συναντήσεις της μαζί του, έστω ως φίλη της αρραβωνιαστικιάς του, την κάνει «καλύτερο άνθρωπο», παρόλη τη νευρικότητά της, τις ανασφάλειες και τις τάσεις εντυπωσιασμού. Παίρνει και μέρος με πάθος στις κουβέντες, ενώ παράλληλα ξέρει πότε να σιωπά, πράγμα που το αναγνωρίζει και ο Ρομπέρτο.
            Ήταν αδύνατον να σταματήσω να μεγαλώνω
     Ο ενθουσιασμός της προσέγγισης με τον Ρομπέρτο δίνει την διαύγεια στην Τζοβάννα να βλέπει πιο καθαρά όλες τις περίπλοκες σχέσεις (με πατέρα, μητέρα, μητριά, φίλες, φίλους που της την πέφτουν κλπ), δεν παύει όμως να συνειδητοποιεί ότι ίσως ο Ρομπέρτο είναι υποκατάστατο πατέρα (μόνο που εγώ ένιωθα ότι είχα το ρόλο της κόρης που ακούει και δεν μου άρεσε να νιώθω έτσι, ήθελα να είμαι γυναίκα, μια γυναίκα που αγαπιέται). 
     Καθώς «αναπόφευκτα» μεγαλώνει, συνειδητοποιεί ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες (ήθελα να νιώσω κάτι παραπάνω από ένα χαριτωμένο ή πολύ όμορφο θηλυκό ζωάκι), σε σχέση με τον Ρομπέρτο και τους άλλους φίλους της, σταθεροποιείτην ταυτότητά της και βαδίζει με σθεναρά και συνειδητά βήματα στον "απατηλό" κόσμο των ενηλίκων.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Δεν υπάρχουν σχόλια: