Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2023

Ο παππούς στο τζάκι και άλλες ιστορίες, Δημήτρης Τερζής

Κλάψε, σωριάσου, αλλά μην τα παρατήσεις.
Χώσε ξανά τα χέρια μέσα σου,
εκεί που κρύβεται πίκρα, απόρριψη,
εγκατάλειψη και καταπίεση,
εκεί που καταχώνιασες κάθε αχ (…)
Πρέπει να ματώσεις. Οφείλεις να ματώσεις.
Μόνο έτσι θα ξαναγεννηθείς
     Δέκα σύντομα διηγήματα, δέκα ιστορίες- διαμαντάκια, από τον γνωστό συγγραφέα και δημοσιογράφο Δημήτρη Τερζή, καθεμιά από τις οποίες έχει ξεχωριστή πρωτοτυπία, ωστόσο οι περισσότερες θαρρείς ανιχνεύουν την αδυσώπητη κοινή «μοίρα» που περιμένει όλους, την διαφορετική απήχηση που μπορεί να έχει ο θάνατος σε διαφορετικούς ανθρώπους και σε διαφορετικό χωροχρόνο: αναμονή του θανάτου, το βίωμα του θανάτου, ο τραγικός θάνατος, το πένθος, ο φόβος του θανάτου· η διασταύρωσή του θανάτου με τον… γάμο (άλλη κορυφαία στιγμή του βίου), η δολοφονία, το νεκρό κατοικίδιο, ο κόσμος του ήδη νεκρού. Κοινός πρωταγωνιστής λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο, ο θάνατος.
     Ωστόσο, δεν έχουμε κάνουμε με ζοφερές αφηγήσεις (παρόλη την τραγική κατάληξη των περισσότερων) αλλά με ακροβατικά «παιχνίδια» πάνω στο μεταίχμιο ζωής-θανάτου, όπου ο θάνατος παίζει με τη ζωή αλλάζοντας πολλά πρόσωπα. Παράλληλα, ο συγγραφέας αγγίζει σύγχρονα, καυτά θέματα κοινωνικού προβληματισμού, όπως η μοναξιά των ηλικιωμένων, η μοίρα των προσφύγων, η εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης, η πολιτική διάψευση. Στις πρώτες σελίδες υπάρχει, κατά κανόνα, ένα ευρηματικό σκηνικό, στήνεται η πλοκή, φτάνουμε γρήγορα στη «δέση» που λένε οι φιλόλογοι για τις τραγωδίες, ενώ συνήθως η «λύση» έχει μια ανατροπή, μια «έκπληξη». Το μεστό, χωρίς περιττολογίες ύφος, σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται λυρικό, σε κάποιες σκωπτικό και σε κάποιες κωμικοτραγικό, αποτυπώνοντας αυτές τις πολλές πρωτεϊκές μεταμορφώσεις των ανθρώπων μπροστά στο αναπόφευκτο πεπρωμένο. Η γενική αίσθηση που αφήνει πάντως ο λόγος του συγγραφέα, είναι μια πικρή, ή μάλλον γλυκόπικρη τρυφερότητα μπροστά στο δέος της «έσχατης ώρας».
    Τρυφερός είναι ο μονόλογος της ηλικιωμένης μάνας («Πικροδάφνη»), που αποχαιρετά το καλοκαίρι στο οικογενειακό θέρετρο μέσα στη μόνη το σούρουπο, πλάι στην πικροδάφνη (τέτοιες μέρες, όπως η σημερινή, είναι επίτηδες σταλμένες απ’ τον χειμώνα, είναι ο δικός του τρόπος να δείξει την έξοδο στο καλοκαίρι, να του ξεκαθαρίσει πως οι μέρες του τελείωσαν) απευθύνοντας έναν μονόλογο στον απόντα γιο της, που χωρίς να το ομολογεί ρητά, καταλαβαίνουμε έμμεσα ότι έχει φύγει για πάντα. Ωστόσο, καθώς εκείνη αναμασάει την πίκρα της, βλέπουμε τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο του ώριμου ανθρώπου που έχει πάρει απόφαση το πεπρωμένο.
     Τραγικό, παρά την γεμάτη οργή ανεπιτήδευτη φρασεολογία του φαντάρου πρωταγωνιστή (δεν έπρεπε να’ μουν εκεί τώρα, όχι! Γαμώ τα βύσματά μου μέσα και γαμώ τις μεταθέσεις μου. Δεν έπρεπε ρε μαλάκες) το τέλος στο «Τέλος που περίμενα». Στο φυλάκιο του Έβρου (ο ήρωας θυμάται και «Το ποτάμι» του Σαμαράκη που το διδάχτηκε στο σχολείο), αναμετριέται όχι μόνο με την αβελτηρία των άλλων φαντάρων (σπαρταριστή η περιγραφή), αλλά και με την «ασυδοσία του θανάτου», όπως εύστοχα επισημαίνει η Λίνα Πανταλέων
     Την ίδια αίσθηση τραγικότητας, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο έχει και το διήγημα «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Σε τριτοπρόσωπη αφήγηση αυτήν τη φορά, ζωντανεύει μπροστά μας χαρακτηριστική φιγούρα στα ελληνικά χωριά, μιας «ψημένης» γυναίκας που ενώ μαθαίνει ότι θα πεθάνει σύντομα από αρρώστια μένει πιστή στο «εδώ και τώρα»(«κλάψε, αλλά κούνα και τα χέρια σου, έγκωσα από την κάψα!». Γιατί εκείνην, άλλο την καίει, πιο σοβαρό ακόμα κι απ' τον θάνατο… και καταστρώνει τολμηρό σχέδιο για να δοκιμάσει τα συναισθήματα της μαλωμένης αδερφής.
     «Οι κυρίες στην ακτή», ηλικιωμένες ξεπεσμένες αριστοκράτισσες-κόρες επιφανούς σταφιδέμπορου  (η μια μάλιστα τα έχει κι ολότελα χαμένα), ζουν σε παραλιακό αρχοντικό ερειπωμένο, με την ανοχή των χωριανών (κακορίζικες οι έρμες. Μείνανε μόνες τους. Κι η περιουσία τους, πάει). Κι εδώ έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη για τον τρόπο θανάτου τους στις τελευταίες σελίδες, ενώ ο ρόλος του αφηγητή (που συντηρεί στέγες στα εξοχικά της παραλίας τον χειμώνα) παραμένει μυστήριος.
     Τραγέλαφος καταλήγει η συνάντηση της νεκροφόρας με τον δον Αντόνιο και της νυφικής πομπής (καμιά ντουζίνα αυτοκίνητα με πολύχρωμες γιρλάντες ν’ ανεμίζουν στις κεραίες και στους εξωτερικούς καθρέφτες) στους σιτοβολώνες της Σικελίας κοντά στο Παλέρμο, στο διήγημα «Εκείνο που καίγεται». Οι μεν ανηφορίζουν και οι δε κατηφορίζουν για να συναντηθούν στον στενό δρόμο («τρατσέρα») όπου ο αφηγητής με την σύντροφό του έχουν μείνει από λάστιχο, και να ξεσπάσει μια άνευ προηγουμένου οχλαγωγία (ένα πολύβουο μελίσσι από φωνές γεννήθηκε εκείνο το απομεσήμερο στο Πέρασμα του Μπόργκο. Έτσι λεγόταν αυτό το απίθανο μέρος όπου ο θάνατος και η ζωή είχαν ανταμώσει με μάρτυρες όλους εμάς, καμιά σαρανταριά Σικελούς, Σικελές κι ένα ζευγάρι Ελλήνων). Μετά την καθυστερημένη κηδεία (ο δον Αντόνιο πέρασε τη νύχτα του ανάμεσα σε παγάκια που τ’ ανανέωναν τακτικά οι συγγενείς του στο φέρετρο) ακολουθεί ο… γάμος.
     «Η τελευταία νύχτα του κόσμου» που όλοι περιμένουν (δεν δίνονται εξηγήσεις, κάτι σαν την αναμονή του κομήτη του Χάλεϋ), αναγκάζουν τους ανθρώπους να σκεφτούν την ουσία της ζωή τους: μια ολόκληρη ζωή σε λίγες λέξεις. Τι αφήνεις πίσω, ποιο κομμάτι του χρόνου έχεις ακόμα μπροστά σου. Οι εσωτερικές σκέψεις της –«στραγγισμένης από συναίσθημα»- Φωτεινής την οδηγούν στο ξενοδοχείο «Μάρτζι», όπου συναντά τον νεότερο, θλιμμένο Λουκά κι ενώνουν τις τελευταίες εναγώνιες στιγμές τους.
     Στην «Κυψέλη», βρισκόμαστε στην ομώνυμη συνοικία της Αθήνας. Οι δύο φίλες, Άννα και Κλειώ πενθούν την ήττα, την ήττα μιας γενιάς που πίστευε ότι «ο κόσμος μπορεί να αλλάξει», που πίστεψε στο δίκιο για το οποίο πάλεψαν οι παππούδες. Η ήττα είναι πολιτική (Ιούλιος του ’15;), αλλά και συναισθηματική μια «και ο μαλάκας ακόμα να πάρει τηλέφωνο» ενώ το σκηνικό συμπληρώνει ένας απρόσμενος θάνατος.
    Το διήγημα «Παλμός» είναι ξεχωριστά ευρηματικό, μια και αφηγητής είναι ένα… μηχάνημα («εγκαταστάθηκα σ’ αυτό το σώμα ένα βροχερό απόγευμα»), ένα «μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, συνδεδεμένο με την καρδιά του ετοιμοθάνατου ηλικιωμένου άνδρα. Αποστολή του είναι να παρακολουθεί την ομαλή λειτουργία του ανθρώπου που βρίσκεται σε κώμα, και να ειδοποιεί ή να ρυθμίζει την επιστροφή στην κανονική λειτουργία! Είναι ένα μηχάνημα… σκεπτόμενο, με ανησυχίες (αυτός εδώ ο άνθρωπος με προβληματίζει), περιέργεια, και… συναισθήματα (πολύ θα ήθελα να είχα πρόσβαση στα νευρωνικά κυκλώματα του εγκεφάλου του/μ΄εκνευρίζει). Η εξέλιξη της ιστορίας έχει απροσδόκητο ενδιαφέρον, ενώ η εισχώρηση στην απόκρυφη μνήμη του εγκεφάλου τις τελευταίες στιγμές πριν τον θάνατο («ατελείωτα κατεβατά δεδομένων»), είναι κορυφαία.
     Το τελευταίο σύντομο διήγημα τιτλοφορείται «Η μηχανή» (φαντάσου να υπήρχε μια μηχανή που θα ρύθμιζε τον ύπνο σου). Σίγουρα λειτουργεί σαν ένας επίλογος, μια και περιλαμβάνει θραύσματα απ’ όλα τα διηγήματα, σ' ένα παραληρηματικό, σουρεαλιστικό τόνο, ενώ διατρέχεται από έντονο συναισθηματικό ηλεκτρισμό ανθρώπου που προσπαθεί να απαντήσει στο αρχικό ερώτημα «Να μ’ αγαπάς στα ψέματα. Μπορείς;». Μια απάντηση στο μοναδικό β΄ ενικό του βιβλίου, μια κατακερματισμένη επιστολή, μάλλον ανεπίδοτη, που απευθύνεται στο ανέφικτο, σ' αυτό που δεν αντέχουμε, που δεν ελέγχουμε, που ονειρευόμαστε μόνο.
     Παρόλο που το παραπάνω («Η μηχανή») κλείνει τη συλλογή με θαυμαστό τρόπο, εγώ διάλεξα για τέλος της παρουσίασης το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο «Ο παππούς στο τζάκι». Ένα διήγημα τόσο ευρηματικό, που δεν θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις ούτε τραγικό, ούτε κωμικό, μια φάρσα μακάβρια ίσως, όπου ο παππούς-πρωταγωνιστής είναι σε μορφή… στάχτης μέσα σε μια υδρία. Βρισκόμαστε στην επίσημη οικογενειακή τελετή όπου όλοι είναι σοβαροί/σοβαροφανείς/ επίσημοι και κλεισμένοι μέσα στον ρόλο τους (ο Γιος, η Μητέρα, ο Αδερφός, κλπ) ενώ ο -νεκρός- παππούς είναι πιο παρών από ποτέ (Χαιρετίζω τον θάνατο γιατί δεν έχει τίποτα το υποκριτικό), κρίνει, θυμάται, σχολιάζει και… σκάει στα γέλια: Γελάστε, γαμώτο, τι κάθεστε έτσι σαν βαλσαμωμένοι; Θεέ μου, τι πλάκα ήταν αυτή! Δεν περίμενα να γελάσω τόσο πολύ στο θάνατό μου. Ειλικρινά, νομίζω πως θα πεθάνω ξανά από τα γέλια.
Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2023

Μίσια, (ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ –ΠΟΛΕΜΟΣ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ), Μιχάλης Α. Ανδρέοβιτς

     Ο Μίσια Αντρέιεβιτς -ο πρωταγωνιστής του βιβλίου- το 1910 ήταν είκοσι χρονών. Προνομιούχος νεαρός· απόγονος μεγαλογαιοκτημόνων της Ρωσικής αυτοκρατορίας στην περιοχή του Χάρκοβου, και πτυχιούχος οικονομικών και εμπορικών/βιομηχανικών σπουδών στην Πετρούπολη. Με το πτυχίο αυτό θα μπορέσει να διαχειριστεί την περιουσία της οικογένειας Τιμαφέιεφ επάξια της κοινωνικής του τάξης. To τσιφλίκι των Τιμαφέιεφ περιλάμβανε εκτός από τις τεράστιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, και εκτροφή αλόγων που προορίζονταν για την αυλή του τσάρου, περιώνυμων για την ξεχωριστή τους εγγυημένη ράτσα και την υπεροχή τους. Μετά από δυο χρόνια, το 1912, ο Μίσια θα πάρει και το απολυτήριο του στρατού, ως ευγενής, με τον βαθμό αξιωματικού του ιππικού (ανθυπίλαρχου). Είναι ήδη ερωτευμένος και συνδεδεμένος με αμοιβαίες υποσχέσεις με την Νατάσσα Μάριοβα, απόφοιτο Λυκείου και υποψήφια για τη Νομική Σχολή της Γενεύης.
     Όλα σχεδόν λοιπόν ήταν προδιαγεγραμμένα ευνοϊκά για τον μέλλοντα γαιοκτήμονα. Ωστόσο, όπως όλοι γνωρίζουμε, το 1912 η Ευρώπη, τα Βαλκάνια και κυρίως η Ρωσία είναι ένα καζάνι που βράζει. Οι κοσμογονικές αλλαγές που ακολούθησαν (εθνικά κινήματα, βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, Οκτωβριανή Επανάσταση) ήταν μια δίνη που παρέσυρε όλους τους πολίτες των εμπλεκόμενων περιοχών, χαράσσοντας απίστευτες τραγωδίες και συγκλονιστικές προσωπικές ιστορίες. Ο κόσμος άλλαζε ταχύρρυθμα σε ιστορικό αλλά και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, και μαζί μ’ αυτόν, η πορεία των περισσότερων ανθρώπων που έζησαν αυτόν τον κυκεώνα, παύει να είναι ευθύγραμμη αλλά ακολουθεί τεθλασμένη κι απρόβλεπτη τροχιά.
     Μια τέτοια περίπτωση, ίσως πιο ακραία από το συνηθισμένο, είναι ο βίος και η πολιτεία του Μίσια Ανδρέιεβιτς, ένα μέρος της οποίας μας εξιστορεί εδώ ο εγγονός του, ο Μιχάλης Ανδρέοβιτς. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα, όλα τα πρόσωπα του βιβλίου υπήρξαν πραγματικά, και ο Μίσια επομένως δεν είναι μυθιστορηματικό πρόσωπο. Είναι ο παππούς του συγγραφέα.
     Ίσως πρόκειται για μια εξαιρετική περίπτωση. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις -και όχι μόνο- η ανάγκη για διατήρηση της μνήμης είναι επιτακτική· μια ανάγκη που δεν πηγάζει μόνο από περιέργεια και δίψα για γνώση, αλλά από την ανάγκη να προσανατολιστούμε στο παρόν και στο μέλλον. Γιατί το παρελθόν επιζεί στο παρόν, το φωτίζει, του προσδίδει βάθος· οπότε η διατήρηση της μνήμης, της Ιστορίας με γιώτα κεφαλαίο, ΜΑΣ ΑΦΟΡΑ όλους, κι όχι μονάχα τους «συγγενείς». Ακόμα, γιατί η ρευστότητα της σύγχρονης εποχής, οι ταχύρρυθμες μεταβολές με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, η περιβαλλοντική κρίση κλπ κλπ, επαναφέρουν το αίσθημα της απειλής, του φόβου. Ο φόβος έχει γίνει πια «δομικό στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας» όπως επισημαίνουν οι ιστορικοί,  και τα τραύματα του παρελθόντος μάς καλούν όχι μόνο για να πενθήσουμε αλλά για να τα κατανοήσουμε και να μάθουμε απ’ αυτά.
     Δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί τόσο μεγάλη άνθηση της προφορικής ιστορίας και θεμελίωσή της ως θεμιτή πηγή ιστορίας. Αλλά και η «λογοτεχνοποίηση» πλευρών της ιστορίας, όπως κι η αγάπη του κόσμου στα ιστορικά μυθιστορήματα αναδεικνύουν την ανάγκη να αποκτήσει η Ιστορία, -που τη μαθαίναμε στο σχολείο σαν μια σειρά ξερών γεγονότων-, συγκινησιακό βάθος, ανθρώπινο και προσωπικό χαρακτήρα.
     Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα πιστεύω και ο συγγραφέας του Μίσια, προσπάθησε να ζωντανέψει τα γεγονότα της οικογενειακής του ιστορίας και τους χαρακτήρες· όχι απλώς φτιάχνοντας ένα χρονικό, αλλά αναπαριστώντας, δίνοντας θεατρική/κινηματογραφική διάσταση σε σκηνές-κλειδιά που συνθέτουν τη διαδρομή μιας πολυδαίδαλης πορείας. Και εδώ βέβαια παρεισφρέει με δειλά βήματα και η φαντασία. Ο συγγραφέας,  με λιτό και εύστοχο ύφος, διατηρεί μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στη γλαφυρή αφήγηση, το ιστορικό πλαίσιο και τις συναισθηματικές μεταλλαγές των ηρώων του. Η τεχνική αυτή ικανοποιεί όχι μόνο την περιέργεια ή την φιλομάθεια του αναγνώστη, αλλά και την ανάγκη να συμμετέχει στην συναισθηματική ζωή των ηρώων.
     Παρόλη την συνοπτικότητα που χαρακτηρίζει την αφήγηση (δεν υπάρχουν π.χ. μακροσκελείς περιγραφές ή εμβάθυνση στα συναισθήματα), ξεχωρίζουν ξεκάθαρα οι διαφορετικοί χαρακτήρες: Ο Μίσια, φιλόδοξος μεν αλλά με πάθος για δικαιοσύνη, για ελευθερία, για ισότητα (ένιωθε, στο εφηβικό του μυαλό, πως ίσως έτσι θα έρθει η δικαιοσύνη στην κοινωνία. Ίσως έφτασε ο καιρός να ανέβει ένα σκαλί ψηλότερη ανθρωπότητα και να εξαλειφθούν οι μεγάλες κοινωνικές διαφορές/ένας νέος που έμαθε στη ζωή το να λύνει τις αντιθέσεις του με διάλογο και κατανόηση), πράγμα που εξηγεί την ευελιξία του στις δύσκολες εποχές· η Νατάσα με έντονη προσωπικότητα, αγωνίστρια, φεμινίστρια, με πάθος και όρεξη να γνωρίσει τον κόσμο έστω κι αν αυτό σημαίνει σύγκρουση με την οικογένεια· η Ελένα, αγαπημένη θεία με αγάπη και φροντίδα για όλους, που μεγάλωσε τα δυο αγόρια (τον Μίσια και τον αδερφό του, Γκεόργκι) σαν δικά της παιδιά· ο πατέρας Αντρέι, που παρόλη την απουσία του αναπτύσσει θερμή σχέση με τα δυο του παιδιά, είναι αυστηρός και συντηρητικός αλλά όχι αμετακίνητος, σε αντίθεση με τον Ιγκόρ Μαριόφ, τον πατέρα της Νατάσσας· ο τελευταίος, στερημένος από τίτλους ευγενείας ως δικηγόρος, είναι ακόμα πιο συντηρητικός και δύσκαμπτος ιδεολογικά, αλλά βλέπει τον επικείμενο γάμο του Μίσια με τη Νατάσσα σαν «μάννα εξ ουρανού» προκειμένου να προσχωρήσει η οικογένειά του στην τάξη των ευγενών· τα δυο ετεροθαλή αδέρφια του Μίσια (οι γιοι της μητριάς Όλγας), Μάρκο και Μπόρις, αλαζόνας και αψύς ο πρώτος, πιο αμφισβητούμενης ηθικής ο δεύτερος. Κι έχουμε βέβαια και πιο δευτερεύοντες χαρακτήρες καθώς προχωρά η αφήγηση, νέα πρόσωπα, φίλους και φίλες των πρωταγωνιστών όπως η δυναμική Βέρα και ο ιδεαλιστής Μαξίμ, που με την ιδεολογία τους και τη διαφορετική τους στάση απέναντι στα θυελλώδη γεγονότα επηρεάζουν την εξέλιξη των δύο βασικών ηρώων.
      Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, μικρές σκηνές θα λέγαμε, με ευκολονόητους τίτλους που προσανατολίζουν τον αναγνώστη για το τι θα ακολουθήσει (όπως, πχ. «Ο μεγάλος Πόλεμος», «Η διάσωση», «Το τέλος του φέουδου» κλπ). Συνήθως στην αρχή των κεφαλαίων εντάσσονται με συντομία και τα ιστορικά στοιχεία που στηρίζουν τα γεγονότα. Η αναφορά αυτή, μπορεί να φανεί κουραστική στον αναγνώστη που βιάζεται να παρασυρθεί από την πλοκή, είναι όμως αναγκαία για την συγκινησιακή συμμετοχή και την κατανόηση των ηρώων, των αντιδράσεών τους και των συναισθημάτων τους.
                                         Ιστορικό πλαίσιο
    Χάρκοβο 1890. Τότε το Χάρκοβο ανήκε στην τεράστια, πολυφυλετική  Ρωσική αυτοκρατορία. Στην ευρύτερη, πλούσια περιοχή βρίσκεται και το τσιφλίκι των Τιμαφέιεφ, μια περιουσία που κατατάσσει τους ήρωές μας στην κοινωνική τάξη των ευγενών, με όλα τα προνόμια και τις υποχρεώσεις που αυτό σημαίνει (π.χ. υποχρέωση των ευγενών ήταν να αφιερώσουν ένα από τα αγόρια της οικογένειας στην υπηρεσία της αυτοκρατορίας).
     Παρόλη τη φαινομενική ηρεμία στις εκτεταμένες πεδιάδες της περιοχής του Χάρκοβου, η Ρωσία ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα βρίσκεται σε αναβρασμό. Ο μετασχηματισμός των κοινωνικών δομών έχει καθυστερήσει σε σχέση με την Ευρώπη εφόσον κυρίαρχο οικονομικό σύστημα είναι ακόμα η φεουδαρχία και, παρόλες τις μεταρρυθμίσεις του τσάρου Αλέξανδρου (το 1861 κατήργησε την δουλοπαροικία) η αστικοποίηση, η εκβιομηχάνιση και ο εκσυγχρονισμός ακολουθούν αργούς ρυθμούς. Ενώ η οικονομική ανάπτυξη της Δυτικής Ευρώπης επιταχύνθηκε κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, η Ρωσία χαρακτηρίζεται από την οικονομική καθυστέρηση και την ανεπάρκεια της εξουσίας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών.
     Οι αντιδράσεις λαμβάνουν χώρα σε όλη την διάρκεια του 19ου αι. και αρχές του 20ου, ενώ κάποιες φορές η δυσαρέσκεια εκφράστηκε με εξεγέρσεις που αντικατέστησαν τον τσάρο. Ο τσάρος Νικόλαος Β΄, μάλιστα, υποχρεώθηκε να ιδρύσει ένα συμβουλευτικό, νομοθετικό όργανο, την Δούμα (το «Ρωσικό Κοινοβούλιο»), που από το 1906 μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση έπαιρνε μέρος στις αποφάσεις του τσάρου.
     Τα πιο φιλελεύθερα στοιχεία μεταξύ των βιομηχάνων καπιταλιστών και της αριστοκρατίας πίστευαν στην ειρηνική κοινωνική μεταρρύθμιση και στη συνταγματική μοναρχία, αποτελώντας το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα (ΚΑ.ΝΤΕ., ηγέτης ο Μιλιουκόφ). Το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα (εσέροι) υποστήριζε τη διανομή γης μεταξύ των αγροτών, εκείνων που την καλλιεργούσαν πραγματικά, ενώ το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (μαρξιστικό) πίστευε ότι μια επανάσταση πρέπει να στηρίζεται στους εργάτες των πόλεων και όχι στην αγροτιά. Αυτοί πάλι χωρίστηκαν στους μενσεβίκους που πίστευαν στον σταδιακό μετασχηματισμό της κοινωνίας, και στους ριζοσπαστικούς Μπολσεβίκους που πίστευαν στην επανάσταση.
     Αυτό το σκηνικό αποτελεί τον καμβά του μυθιστορήματος. Ο στρόβιλος της Ιστορίας θα χτυπήσει την πόρτα του ανθυπίλαρχου Μίσια σε πολύ νεαρή ηλικία. Τα απειλητικά σύννεφα που προμηνύουν την έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου» το 1913 έχουν φτάσει μέχρι και το μακρινό Χάρκοβο, προκαλώντας στους ήρωές μας κύματα ανησυχίας. Στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς είναι στρατεύσιμοι αναγκαστικά θα στρατευτούν 
     Με την κήρυξη του πολέμου, οι Ρώσοι υπερασπίζονται τους Σέρβους (ορθόδοξους, Σλάβους), τασσόμενοι όπως ξέρουμε με την πλευρά της Αντάντ, από την αρχή λοιπόν ο 24χρονος Μίσια στρατεύεται. Τον Αύγουστο του 1914 ο ρωσικός στρατός εισβάλλει στη γερμανική επαρχία της Ανατολικής Πρωσίας και καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα της ελεγχόμενης από την Αυστρία Γαλικίας προς υποστήριξη των Σέρβων και των συμμάχων τους - των Γάλλων και των Βρετανών.
     Από τα τρία μέτωπα που δημιουργήθηκαν στην ευρωπαϊκή πλευρά της Ρωσίας, ο συγγραφέας εστιάζει στην Γαλικία, όπου μετά από έναν πολύ βαρύ χειμώνα, την άνοιξη του 1915, τα «αποτελέσματα των συγκρούσεων ήταν αμφίρροπα» όπως γράφει ο ίδιος ο Μίσια. Ήδη στα μέσα του 1915 ο αντίκτυπος του πολέμου ήταν απογοητευτικός. Υπήρχε έλλειψη τροφίμων και καυσίμων, οι απώλειες αυξάνονταν και μεγάλωνε ο πληθωρισμός. Ξέσπασαν απεργίες μεταξύ των χαμηλόμισθων εργατών στα εργοστάσια ενώ παράλληλα οι αγρότες ζητούσαν μεταρρυθμίσεις της ιδιοκτησίας της γης.
     Οι αξιωματικοί του ρωσικού στρατού, αλλά και κατώτερες τάξεις του, θεωρούσαν ότι το κόστος του πολέμου ήταν υπερβολικό, ενώ θεωρούσαν ότι υπάκουαν εντολές από μια διεφθαρμένη και προδοτική ηγεσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της απόδοσης στο μέτωπο και ευνόησε το κίνημα που θα ανέτρεπε την ηγεσία της χώρας και το πολίτευμα. Το τσαρικό σύστημα ανατράπηκε με την επανάσταση  του Φεβρουαρίου του 1917. Οι Μπολσεβίκοι διακήρυξαν "καμία προσάρτηση, καμία αποζημίωση" και κάλεσαν τους εργαζόμενους να αποδεχθούν την πολιτική τους και να απαιτήσουν τον τερματισμό του πολέμου. Με την κατάλυση της εξουσίας του, ο Νικόλαος παραιτήθηκε στις 2 Μαρτίου 1917, και μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση θα υπάρχει μια «κυβέρνηση φιλελεύθερων αστών και αριστοκρατών με φιλοδυτικό προσανατολισμό», με επικεφαλής τον γαιοκτήμονα και δικηγόρο Γκεόεργκι Λβοφ, ενώ αργότερα αναλαμβάνει ο Κερένσκι.
     Οι «επιπτώσεις του πολέμου στη ρωσική κοινωνία» περιγράφονται γλαφυρά στο ομώνυμο κεφάλαιο του βιβλίου: εφόσον οι άνδρες είναι στα χαρακώματα, οι γυναίκες αναλαμβάνουν και την αγροτική, και τη βιομηχανική παραγωγή· προβλήματα στην τροφοδοσία ιδιαίτερα των πόλεων, μαύρη αγορά, αδυναμία διακίνησης των προϊόντων λόγω καταστροφών, πείνα και φτώχια εξαθλιώνουν τη χώρα. Η ιδέα της αναδιανομή της γης κερδίζει έδαφος (έχει ενδιαφέρον εδώ πώς αντιμετώπισαν τις νέες προκλήσεις οι Τιμαφέιεφ/Ανδρέιεβιτς).
     Είμαστε πλέον μέσα στη δίνη όχι μόνο του Πολέμου αλλά και των πολιτικών ανατροπών. Οι ήρωες του βιβλίου, γυναίκες και άντρες, συζητούν, διαφωνούν, τάσσονται με τους συντηρητικούς ή με τους επαναστάτες, καθρεφτίζοντας τις πολλές ιδεολογικές τάσεις που δημιουργούν οι επαναστατικές περίοδοι. Παράλληλα, οι αποσχιστικές τάσεις της Ουκρανίας δημιουργούν επιπρόσθετη κρίση. Η όξυνση των αντιθέσεων με το καθεστώς Κερένσκι, προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις και καταλήγει στην κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων από τους μπολσεβίκους. Είναι η Οκτωβριανή Επανάσταση. Από τον Μάρτιο του 1918, πρωτεύουσα τα Σοβιετικής Ένωσης πια, γίνεται η Μόσχα.
     Μέσα από τους ήρωές του ο συγγραφέας μάς μεταφέρει το ιδεολογικό κλίμα των μπολσεβίκων, την επικράτησή τους και την αποδοχή τους από ευρύτερα στρώματα του λαού, τα διλήμματα των ηρώων. Αλλά και τις σφοδρές αντιδράσεις των κυρίων αντιπάλων τους, των «Λευκών», που σε πολλές περιπτώσεις ενισχύονται από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Έχει ξεκινήσει ο εμφύλιος.
     Ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου από ιστορική άποψη, γιατί έχουμε τη ζωντανή ατμόσφαιρα από μια πολύ σκοτεινή και δυσανάγνωστη πλευρά της ιστορίας. Ο εμφύλιος συνεχίζεται σφοδρός, ακόμα και με το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου. Η επανάσταση των μπολσεβίκων κινδυνεύει πολλές φορές αλλά γράφει και σελίδες θριάμβου.
     Στην Ουκρανία όπου βρίσκεται το επίκεντρο του μυθιστορήματος, δρουν και οι «μαύροι του Μάχνο», ένα κίνημα αναρχικών που συνεργάστηκαν με τον Κόκκινο Στρατό του Τρότσκι και απελευθερώνουν το Χάρκοβο από τον Λευκό στρατό.
     Αυτό λοιπόν είναι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο κεντρικός μας ήρωας, ο Μίσια, αλλά και τα αγαπημένα του πρόσωπα αγωνίζονται όχι μόνο να επιβιώσουν ή να προστατεύσουν την οικογένειά τους, αλλά να υπερασπιστούν τις αξίες που θα εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή, δίκαιη και ελεύθερη ζωή. Ας δούμε όμως τι τους επιφύλασσε η μοίρα.
Ερωτική ιστορία στην κόψη του ξυραφιού
     Όπως επισημαίνει στα «Προλεγόμενα» ο συγγραφέας, «τον βασικό κορμό του έργου διαπερνά μια ερωτική ιστορία». Μια ερωτική, ρομαντική ιστορία που αντανακλά στην πολιτιστική κατάσταση της περιοχής του Χάρκοβου εκείνη την εποχή. Ο Μίσια, ένας φιλόδοξος νέος «απόγονος δύο κόσμων που αλληλοσυγκρούονται», εφόσον ο πατέρας του μεν ήταν μεγαλοτσιφλικάς αλλά η μητέρα του –που την έχασε 6 χρονών- ήταν αστικής καταγωγής, με εμπορικές επιχειρηματικές δραστηριότητες στο κέντρο του Χάρκοβου. Η παρουσία-απουσία του πατέρα, και η εμφάνιση μητριάς με δυο αγόρια από προηγούμενο γάμο οπωσδήποτε επηρεάζει τον ψυχισμό του Μίσια, ο οποίος όμως βρισκόμενος στο κατώφλι της ενηλικίωσης, έχει ήδη ανοίξει τα φιλόδοξα φτερά του. Στην ηλικία των 19 χρονών γνωρίζει και την δεκαπεντάχρονη Νατάσα, και γεννιέται ένας έρωτας αμοιβαίος, και σχεδόν κεραυνοβόλος. Η διαφορά ηλικίας και κοινωνικών συνθηκών στην αρχή τους κρατούν μακριά δίνοντας στο συναίσθημα την δυνατότητα να φουντώσει σαν φλόγα. Είναι όμως κι οι δυο σίγουροι για τα συναισθήματά τους και τολμηροί, κι έτσι νικούν τις δυσκολίες που αρχικά περιορίζονται στις οικογενειακές σχέσεις, στη συνέχεια εντοπίζονται στην τεράστια για την εποχή απόσταση Πετρούπολη- Χάρκοβο- Γενεύη (όπου σπουδάζει, όπως είπαμε, η Νατάσα) και αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο όταν αρχίζει ο πόλεμος.
     Σ΄αυτό το σημείο της αφήγησης το ενδιαφέρον -που μέχρι τώρα επικεντρωνόταν στη ρομαντική ιστορία και ήταν παράλληλα ιστορικό, ανθρωπογεωγραφικό, λαογραφικό- αρχίζει και υψώνεται κατακόρυφα, εφόσον τα γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία, δοκιμάζουν τους ήρωες και προκαλούν γενναίες αποφάσεις. Το σασπένς και η αγωνία εντείνονται στην σκέψη ότι πρόκειται για πραγματικά γεγονότα.   
     Ο Α' παγκόσμιος πόλεμος φέρνει τον Μίσια σε έσχατο κίνδυνο απ’ τον οποίο επέζησε σχεδόν από θαύμα. Όμως οι  προδοσίες, οι απώλειες, οι θάνατοι συνοδεύουν κάθε πόλεμο, που γίνεται τραγικότεροι όταν πρόκειται για εμφύλιο πόλεμο. Οι εμφύλιες συγκρούσεις ανατρέπουν συνέχεια το σκηνικό και τις οικογενειακές ισορροπίες. Στην περίπτωση του Μίσια, που ήταν προύχοντας και μεγαλογαιοκτήμονας, οι ιδεαλιστικές του θέσεις και η προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες που προδιέγραφε το μέλλον της μπολσεβικικής επανάστασης, δεν ήταν αρκετά… Οι περιπέτειες (με την έννοια της «απότομης μεταβολής της τύχης») και οι τραυματικές εμπειρίες δεν θα λυπηθούν τον ακέραιο και έντιμο χαρακτήρα του.
     Θα τον δούμε, στην τελευταία σκηνή του βιβλίου, παραιτημένο και διωγμένο από τον πόνο της αδικίας και του αδιέξοδου, πρόσφυγα πια, στο καράβι της φυγής για Πειραιά. Μια νέα ζωή ξεκινά για τον 30χρονο πια Μίσια, που σηματοδοτείται από τον ήλιο που ανατέλλει λαμπρός, καθώς το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι.
Χριστίνα Παπαγγελή

 

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2023

Η εγγονή, Bernhard Schlink

Τι θα έκανα αν την επόμενη μέρα
έπρεπε να παρατήσω την παλιά μου ζωή
και να αρχίσω μια καινούρια;

    Ένα ακόμη αριστούργημα μάς χάρισε ο αγαπημένος συγγραφέας, γνωστός περισσότερο από το πολυμεταφρασμένο «Διαβάζοντας στη Χάννα» που μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο («Τα σφραγισμένα χείλη»). Ο Μπέρναρντ Σλινκ, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του, βάζει κι εδώ βαθιά το μαχαίρι στις πληγές της μεταπολεμικής Γερμανίας, αντικρίζοντας κατάματα τα εγκλήματα, τα τραύματα, τις υπερβολές και τις μετατραυματικές αντιδράσεις των επόμενων γενεών: στο «Διαβάζοντας στη Χάννα», ο έφηβος ήρωας ερωτεύεται μια αναλφάβητη γυναίκα που αποδεικνύεται εγκληματίας πολέμου· στο βιβλίο «Ο γυρισμός» ο ήρωας γοητεύεται από αφηγήσεις της προηγούμενης γενιάς, και θέτει καυτά ιδεολογικά ηθικά ζητήματα σχετικά με τη σχέση του καλού και του κακού· στο «Σαββατοκύριακο»  οι κεντρικοί ήρωες είναι μέλη της Μπάαντερ Μάινχοφ ενώ ο συγγραφέας δίνει με τέχνη όλη την γκάμα των ακροαριστερών ιδεολογιών· στο «ΟΛΓΑ» (τέλη 19ου αι.-αρχές 20ου), ιδεολογικό χάσμα υπάρχει ανάμεσα στην κεντρική ηρωίδα και τον αγαπημένο της που είναι συνεπαρμένος από το «γερμανικό όνειρο» της εποχής εκείνης, καθώς και με τον γιο της που προσχωρεί στον ναζισμό.
     Στο παρόν λοιπόν βιβλίο «Η εγγονή» (γράφτηκε το 2021) που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα πρόσφατα, ο συγγραφέας καταπιάνεται μ’ ένα επίσης πολύ λεπτό και τολμηρό ιστορικό θέμα, αγγίζοντας περισσότερο τη σύγχρονη πραγματικότητα, εφόσον αναφέρεται κυρίως στην τρίτη πια γενιά μετά τα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, για τα οποία ένα ολόκληρο έθνος ενοχοποιείται συλλήβδην. Αυτό που απασχολεί βαθιά τον Σλινκ εδώ, είναι ο απόηχος του χωρισμού του Γερμανικού Κράτους σε δύο κράτη, την Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας και την Δυτική Γερμανία -από το 1949 μέχρι την επανένωση, το 1990. Η δεύτερη γενιά στη ΛΔΕ έχει μεγαλώσει με τελείως διαφορετικές αρχές και στόχους, και παρόλο που ο δυτικός κόσμος δεν θέλει να το παραδεχτεί, έχει γαλουχήσει αντίστοιχα τα παιδιά της με ιδανικά που φαίνονται ξένα και απρόσιτα αλλά προάγουν την αξία της συλλογικότητας. Δεν είναι τυχαίο όμως ότι από την πρώην ΛΔΕ ξεπηδούν και οι περισσότερες σύγχρονες νεοναζιστικές οργανώσεις…
     Παράλληλα, η ευφυής πλοκή που επινοεί ο συγγραφέας δίνει κι άλλες ψυχογραφικές διαστάσεις: τη δύναμη της αγάπης, τη δύναμη της τέχνης, τη σχέση της τρίτης γενιάς με την νεότερη γενιά, το συλλογικό όνειρο που προάγει την κοινότητα αλλά χειραγωγεί τα μέλη και κυοφορεί τη νεοναζιστική ιδεολογία, με όλη την τρομοκρατία -σε όλες της τις εκφάνσεις- που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται αυτό.
     Όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν χτίζονται αριστουργηματικά σ΄ένα μυθιστόρημα του οποίου η υπόθεση είναι πολύ δελεαστική: ο 70χρονος ήρωας Κάσπαρ Βέτνερ, βιβλιοπώλης από την Δυτική Γερμανία, χάνει την ανατολικογερμανίδα γυναίκα του Μπίργκιτ από ατύχημα που προκάλεσε το ποτό και οι καταχρήσεις. Το μυστήριο που καλύπτει την προσωπικότητα της Μπίργκιτ, βασανίζει τον Κάσπαρ ακόμη και μετά τον θάνατό της, γιατί εξακολουθεί να νιώθει ερωτευμένος και γιατί την αγαπά βαθιά και ουσιαστικά, παρόλο τον αλκοολισμό, την κατάθλιψη, τις τάσεις φυγής και εσωστρέφειας που είχε (βυθισμένος στη θλίψη που του προκαλούσε πάντα και παντού η απουσία της Μπίργκιτ, θαρρείς και ήταν πάντα και παντού δίπλα του, ξεχνούσε πόσο συχνά και πόσο μακριά έφευγε εκείνη). Ψάχνοντας τα ποιήματά της και το μυθιστόρημα που εκείνη ήθελε να εκδώσει εν αγνοία του (στην αγάπη και στη θλίψη του είχε τρυπώσει ένα μικρό παράπονο/μιλούσε για τα γραπτά της μ’ έναν άγνωστο –κι όχι μ’ εκείνον;), τα γράμματά της, τις σημειώσεις της από το βιβλίο που δεν έγραψε ποτέ, ανακαλύπτει στοιχεία άγνωστα και καθοριστικά για κείνην από το παρελθόν της στην Ανατολική Γερμανία (όταν την ρώτησε ο εκδότης για το μυθιστόρημά της, του είπε πως αναφερόταν στη ζωή ως απόδραση. Στη δική της ζωή ως απόδραση, σε όλες τις ζωές ως απόδραση).
     Γιατί όπως θα φανεί και από το σύντομο φλας μπακ όπου μας περιγράφει ο συγγραφέας πώς γνωρίστηκαν οι δυο νέοι, αλλά και από την εγκιβωτισμένη αφήγηση της Μπίργκιτ που κρατούσε κρυφά στον υπολογιστή της, η ζωή της Μπίργκιτ ήταν όντως απόδραση: η Μπίργκιτ όταν γνώρισε και αγάπησε τον Κάσπαρ στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο στις 17 Μαΐου του 1964, την ημέρα της Πεντηκοστής όπου συναντήθηκαν νέοι και από το Δυτικό και από το Ανατολικό Βερολίνο, ήταν ήδη έγκυος από τον Λέο Βάιζε, γραμματέα της επαρχιακής διοίκησης, υπεύθυνο των φοιτητικών οργανώσεων και… παντρεμένο. Η Μπίργκιτ θέλει να ξεφορτωθεί το παιδί, και κυρίως δεν θέλει να το δώσει στον Βάιζε, ο οποίος αξιώνει να το πάρει και να το μεγαλώσει με τη νόμιμη γυναίκα του. Στο διάστημα που ο Κάσπαρ περιμένει τα χαρτιά για να περάσει –παράνομα φυσικά- η Μπίργκιτ τα σύνορα, η Μπίργκιτ γεννά, παραδίδει το παιδί σε μια παιδική της φίλη -την συνετή και ηθική Πάουλα-, παρακαλώντας την να το δώσει σε ίδρυμα, και αναχωρεί για τη Δύση (Είμαι χαρούμενη που δεν έμεινα. Είμαι χαρούμενη που δεν έφυγα. Δεν θέλω καμιά από αυτές τις ζωές που δεν έζησα).
        Κάσπαρ και Μπίργκιτ, Δύση και Ανατολή
     Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να απολαύσει τη μεγάλη δεξιοτεχνία του Σλινκ στην ψυχογράφηση των πρωταγωνιστών, αρχικά του Κάσπαρ και της Μπίργκιτ, δύο ανθρώπων που έζησαν σε μοναδικές συγκυρίες. Αρχικά, παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα του πράου και υπομονετικού Κάσπαρ, που αισθάνεται βέβαια εκ των υστέρων -μαζί με την αγάπη και το πένθος- κύματα θυμού για την Μπίργκιτ, εφόσον του έκρυψε ουσιαστικές πλευρές της ζωής της. Ωστόσο ο βαθύτερος πόθος του είναι να αποκαλύψει, να κατανοήσει, να βοηθήσει.
     Ο Κάσπαρ από νέος ακόμα έχει το όραμα της Ενωμένης Γερμανίας, και εντοπίζει από τότε χωρίς προκαταλήψεις τις διαφορές στην κουλτούρα, στα ήθη, στις αξίες. Ήδη ως φοιτητής ασχολείται με την αντίθεση Ανατολής –Δύσης, επισκέπτεται το Πανεπιστήμιο Χούμπολντ στην Ανατολική Γερμανία με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να φοιτήσει εκεί για ένα εξάμηνο! Στην γιορτή π.χ. της Πεντηκοστής όπου γνώρισε την Μπίργκιτ, παρατηρεί πόσο πιο απλά είναι ντυμένοι οι Ανατολικοί, αλλά και πόσο έντονη είναι η –λεκτική- αντιπαράθεση Ανατολής Δύσης στις ομιλίες των πανηγυρισμών. Ο έρωτας τον χτυπάει… κατακέφαλα όταν την είδε και την ξαναείδε γεμάτη ζωντάνια, λαμπερή, ετοιμόλογη, και, αντίθετα από τους άλλους, καθόλου προκατειλημμένη ιδεολογικά και με ζωηρή διάθεση για αντιπαράθεση.
     Τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο του Κάσπαρ τον παρακολουθούμε βήμα βήμα σε όλο το βιβλίο. Έχουμε όμως την ευκαιρία να ψηλαφήσουμε και τα έντονα συναισθήματα της Μπίργκιτ, μια και στα πολυπληθή και ποικίλα σημειώματα που άφησε πίσω της, ο διακριτικός Κάσπαρ δεν άντεξε να μην τα «ξεκλειδώσει». Με πολλή επιφύλαξη, και υπό το κράτος της θλίψης ο Κάσπαρ απάντησε θετικά στο ηθικό δίλημμα αν έχει δικαίωμα να παραβιάσει τα γραπτά της: παρομοιάζει τον εαυτό του με τον Ορφέα, ο οποίος πρέπει να μην κοιτάξει πίσω την Ευρυδίκη να δει αν τον ακολουθεί, ώστε να μην την χάσει: ο Κάσπαρ ήξερε ότι, αποσπώντας από την Μπίργκιτ το μυστικό του κειμένου, ήταν σαν να γύριζε το κεφάλι του προς τα πίσω για να τη δει. Όσα και να μάθαινε από την ανάγνωση, όσο καλά και να γνώριζε την Μπίργκιτ, εκείνη θα ξεγλιστρούσε ολοένα και πιο μακριά.
     Το άλλο πρωί μάζεψε τα φύλλα. Το βράδυ είχε χάσει την Ευρυδίκη. Αυτό δεν είχε πια σημασία.
     Το κείμενο της Μπίργκιτ τιτλοφορείται «Ένας αυστηρός θεός». Εκεί καταγράφει κάθε μύχια σκέψη, κάθε κυματισμό στην πολυτάραχη ζωή της, μια και δεν ήταν μικρό το ρίσκο να γεννήσει κρυφά απ’ όλους, να εγκαταλείψει το παιδί και να διακινδυνεύσει την έξοδο από την χώρα. Μαθαίνουμε για την ζωή της μέχρι τότε, τις σκέψεις της για το καθεστώς (η ΛΔΕ δεν θα γίνει ποτέ η χώρα που ονειρευτήκαμε. Δεν υπάρχει πια (…). Η εξορία δεν έχει τελειωμό. Η χώρα και το όνειρο έχουν ανεπανόρθωτα απωλεσθεί). Μιλά για τον τρόπο ζωής της, για την οικογένειά της, τα συναισθήματα προς τον Βάιζε που μετατράπηκαν σε απέχθεια, και φυσικά για την κόρη της! Τέλος, αισθάνεται ότι «τους πρόδωσε όλους» (πώς ξεφεύγεις από τους άλλους; Με το να έχεις αποφασίσει πώς θα ζήσεις τη δική σου ζωή/δεν ήθελα να περιμένω, ήθελα να ζήσω). Ωστόσο, τα χρόνια που έζησε στην Δύση δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από το βάρος της εγκατάλειψης της κόρης (βρήκε μια φωτογραφία που την κρατά σαν φυλαχτό), η διάθεσή της είναι πάντα αμφίσημη, κάνει μάταιες προσπάθειες να δραπετεύσει από τον εαυτό της (διάφορα επαγγέλματα, ταξίδι στην Ινδία, διαλογισμός) κάτω από την σκέπη της αποδοχής του Κάσπαρ, και βέβαια γίνεται αλκοολικιά. Τέλος, τελειώνοντας το μισοτελειωμένο βιβλίο της, μιλά και για τα συναισθήματά της απέναντι στον Κάσπαρ με σπαραχτικό τρόπο, αφήνοντάς του μια πολύτιμη (και πάλι αμφίσημη, βέβαια) παρακαταθήκη:
     Αχ, Κάσπαρ (…). Όταν κάποιες φορές με κουβαλάς και με ξαπλώνεις στο κρεβάτι, σε βλέπω, κι εγώ ξυπνάω χωρίς να σ’αφήσω να το προσέξεις. Ύστερα κάθεσαι στο σκαμπό, έχεις το βλέμμα στραμμένο σε μένα, αλλά ονειρεύεσαι. Ονειρεύεσαι τα παιδιά που δεν αποκτήσαμε, τη σύντροφο που δεν υπήρξα για σένα, τη γυναίκα που θα ήμουν αν δεν έπινα; Ή ονειρεύεσαι τη νεαρή γυναίκα που ερωτεύτηκες; Εξακολουθείς να με αγαπάς, το ξέρω. Είναι η μεγάλη παρηγοριά της ζωής μου: ό, τι δεν έχω υπάρξει στη ζωή μου, ό, τι δεν έχω υπάρξει για σένα –μου αρκεί ότι μέχρι τώρα εσύ με αγαπάς.
      Ζίγκρουν
Υπάρχει μόνο μία αλήθεια.
Δεν ανήκει σε μένα, δεν ανήκει σ΄εσένα,
απλώς υπάρχει.
Όπως ο ήλιος και η σελήνη.
     Υπάρχει επομένως μια κόρη στην Ανατολική Γερμανία, ενήλικας πια, την οποία η Μπίργκιτ, στα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει, ήθελε να συναντήσει διακαώς ενώ παράλληλα δίσταζε, κι αυτή η αμφίρροπη ψυχική διάθεση την διέλυε. Όταν την βρίσκει με τα πολλά ο Κάσπαρ (παρακολουθούμε με αγωνία τα βήματά του στις συναντήσεις του με την Πάουλα, με τον Βάιζε και την γυναίκα του, στην ενωμένη πια Γερμανία), ανακαλύπτει ότι η κόρη (Σβένια) είχε ένα πολύ ζοφερό παρελθόν: είχε κάνει την επανάστασή της απέναντι στην οικογένεια του Βάιζε με αποτέλεσμα να περάσει από πολύ σκληρά αναμορφωτήρια (το Τοργκάου ήταν το σκληρότερο «ειδικό ίδρυμα» της ΛΔΕ), ναρκωτικά, ρατσιστικές επιθέσεις, ομάδες σκίνχεντ (προκαλούσε επεισόδια, έπινε, έδερνε, έσπαγε τα μπουκάλια στον δρόμο, ενοχλούσε τους πελάτες/γιατί παρέμενα στους σκίνχεντ; Για να καταστρέψω, να καταστρέψω επιτέλους ό, τι με κατέστρεφε) ώσπου η ηρωίνη την έριξε στον άντρα της τον Μπιορν, ο οποίος εμφανίστηκε ως προστάτης της στην πλευρά των φανατικών εθνικιστών (το σχέδιο ήταν στο τέλος να ιδρύσουν ένα εθνικιστικό χωριό).
     Ωστόσο, όπως ανακαλύπτει ο κατάπληκτος Κάσπαρ, υπάρχει ΚΑΙ μια εγγονή! Η Ζίγκρουν είναι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι που ρουφάει τη ζωή, γεμάτο ενέργεια και περιέργεια για όλα, με τρομερό ζήλο και πάθος να υπηρετήσει τις αρχές με τις οποίες έχει μεγαλώσει. Ο Κάσπαρ συναντά την οικογένεια της Σβένιας (της κόρης), συστήνεται ως παππούς («αυτός ο άντρας είναι ο παππούς μου;»), και γίνεται αποδεκτός παρόλη την δυτική του κουλτούρα από μια οικογένεια που τηρεί και προασπίζεται τις αξίες της ανατολικής Γερμανίας χάρη στην κληρονομιά που δικαιούται η Ζίγκρουν. Ένα είδος συμφωνίας τού επιτρέπει να βλέπει κάποιες βδομάδες τον χρόνο την «εγγονή» του εξ αγχιστείας, φιλοξενώντας την στον δικό του χώρο.
     Απ’ αυτό το σημείο και μετά αρχίζει το «κέντημα». Ο Σλινκ χτίζει αριστουργηματικά την σχέση των δύο αλλόφερτων κόσμων, αλλόφερτων όχι βέβαια μόνο λόγω διαφοράς ηλικίας, αλλά και διαφοράς κουλτούρας. Ο ενθουσιασμός και η αγάπη για ζωή, η δίψα για μάθηση και γνώση της Ζίγκρουν κουμπώνει με τον ήπιο, στοργικό και καρτερικό χαρακτήρα του Κάσπαρ, που αντιμετωπίζει με παιδαγωγική μαεστρία τις εθνικιστικές έως νεοναζιστικές εξάρσεις της μικρής, την καχυποψία της μάνας της και την υπεροψία του επίσης εθνικιστή πατέρα. Ωστόσο, οι δύο ετερόκλητοι κόσμοι καταφέρνουν να συγκλίνουν –είναι η δύναμη της αγάπης; Ίσως αυτές οι δυο ηλικίες, παρόλη την χρονική διαφορά, έχουν τις προδιαγραφές μιας βαθιάς επικοινωνίας. Η ουσία είναι ότι η εμφάνιση της Ζίγκρουν στη ζωή του Κάσπαρ δίνει νόημα στην καθημερινότητά του: προβληματίζεται πώς να ετοιμάσει τον προσωπικό της χώρο, ψάχνει βιβλία που να την ενδιαφέρουν, μουσικά έργα, ρεσιτάλ κλασικής μουσικής. Στις εβδομάδες που ταξιδεύουν μαζί, πηγαίνουν περιπάτους, ακούνε μουσική, κουβεντιάζουν για βιβλία και όχι μόνο, μέχρι που ο παππούς της συστήνει δάσκαλο πιάνου, όταν αντιλαμβάνεται την αγάπη και το ταλέντο που κρύβει μέσα της η Ζίγκρουν.
     Το πάθος της να επισκεφτεί τον τάφο της Ίρμα Γκρέζε (της «΄Υαινας του Άουσβιτς»)[1], η ανακήρυξη του Ρούντολφ Ες ως ήρωά της, η εμμονή της μόνο με τους Γερμανούς συγγραφείς ή μουσουργούς, η άρνηση των στρατόπεδων συγκέντρωσης και της μαρτυρίας της Άννας Φρανκ ιντριγκάρουν τον Κάσπαρ, τον προβληματίζουν. Ακούει τα εθνικιστικά λόγια του Μπιορν και δεν μπορεί να μην σκεφτεί τον σφαγέα της Πολωνίας Χανς Φρανκ ο οποίος έπαιζε περιπαθώς Σοπέν στο κάστρο του στην Κρακοβία, τον Χίτλερ, ο οποίος αγαπούσε τον σκύλο του (πώς θα ήταν δυνατόν να μην αφαιρούνται, να μην ονειροπολούν, να μη μελαγχολούν και οι ακροδεξιοί, όπως εμείς;).
     Ο τρόπος που ο Κάσπαρ χειρίζεται τις προκλήσεις αυτές είναι αριστουργηματικός. Γιατί βέβαια, όχι μόνο δεν θέλει να χάσει την Μπίργκιτ, αλλά καταλαβαίνει ότι εκείνη βρίσκεται σε μια ηλικία εύπλαστη. Είναι αλήθεια ότι «τυχαίνει» η Ζίγκρουν να είναι ένα προικισμένο παιδί, και από διανοητική αλλά και από συναισθηματική πλευρά, έξυπνη και με ενσυναίσθηση. Είναι τρυφερή και ενθουσιώδης, και με πολύ θετική αύρα. Μεγαλωμένη με τις αξίες της σωματικής ρώμης (εξαιρετική αθλήτρια, με αντοχή, αγάπη για περπάτημα κλπ) της αυτάρκειας (ψωνίζει μόνη της και μαγειρεύει, κάνει τις δουλειές του σπιτιού) και του ζήλου για κοινοτική ζωή. Ο διαχυτικός χαρακτήρας της Ζίγκρουν διευκολύνει την επικοινωνία αλλά ο Κάσπαρ δεν παύει να βασανίζεται από ηθικά διλήμματα τύπου «με ποιο δικαίωμα εισέβαλλε στη ζωή της;/ήθελε να τη σώσει από την ηθική και πνευματική παρακμή»;
     Το εθνικιστικό χωριό που ονειρεύονται οι γονείς της (βασικά ο πατέρας) είναι και δικό της ιδανικό. Ωστόσο, αρχίζει να χαράζει και τον δικό της δρόμο, ξεκόβοντας από την επιρροή των δικών της: θέλει να φύγει απ’το χωριό, να ζήσει στο Βερολίνο και να ενταχτεί στους Αυτόνομους Εθνικιστές (τρομοκράτες), να συναντήσει την ήδη ενταγμένη Ιρμτράουντ, να αγωνιστεί ενεργητικά (αντάρτισσα πόλεων). Η ιδεολογική σύγκρουση με τον Κάσπαρ αρχίζει και σκληραίνει όταν αρχίζουν τα ρατσιστικά παραληρήματα, η άρνηση του Άουσβιτς, η επιθυμία να επισκεφτεί το αποτρόπαιο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρικ[2]. Ωστόσο, η συναισθηματική προσέγγιση μέσα από τους περιπάτους, την μουσική (στην αρχή αποδέχεται μόνο τους Γερμανούς μουσουργούς) λειαίνει κάπως τις αντιθέσεις. Αναλώνονται σε διαλόγους, της εξηγεί την προσωπικότητα της γιαγιάς της, της Μπίργκιτ, της δείχνει έργα μη Γερμανών καλλιτεχνών.
     Ο Κάσπαρ έχει βρει τώρα κάποιο νόημα στην θλιμμένη του ζωή. Αθλείται για να μπορεί να συνοδεύσει την Ζίγκρουν, εξασκείται στο σκάκι, μαγειρεύει, ψάχνει τις μουσικές συναυλίες. Επίσης, βλέπει ότι στον «ανατολικό τρόπο ζωής» υπάρχουν πλεονεκτήματα, έχουν συλλογικό πνεύμα, έχουν όραμα για κοινοτική ζωή και όχι εξάρτηση από τον καταναλωτισμό. Συνειδητοποιεί ότι ανήκε μέχρι τώρα στον κόσμο της νεκρής Μπίργκιτ, ενώ η εβδομάδα με την Ζίγκρουν ήταν αληθινή. Ωστόσο, αρχίζει και φτάνει στα όριά του όσο αφορά τον νεοναζισμό: τυπώνει την σωστή εκδοχή του ημερολογίου της Άννας Φρανκ, αντιδρά στο «ψέμα του ολοκαυτώματος», είναι λακωνικός κι αμίλητος όταν η Ζίγκρουν εκθειάζει τις γυναίκες-φύλακες του Ράβενσμπρικ. Η Ζίγκρουν παίζει παιχνίδια εξουσίας ή νιώθει ότι ο παππούς της την αμφισβητεί, εκείνην, τον κόσμο της, τους γονείς της, τις απόψεις τους; Πόσο πρέπει να παρεμβαίνει, έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει;
     Η απάντηση έρχεται κάποιους μήνες αργότερα, από τον Μπιορν και τη Σβένια. Ο Μπιορν ξεσπαθώνει με θυμό και απειλές κατηγορώντας τον, θεωρώντας ότι οι αλλαγές της Ζίγκρουν (διαβάζει ένα βιβλίο που περιγράφει την επανάσταση μιας κοπέλας απέναντι στους ακροδεξιούς γονείς της (για το οποίο ο Κάσπαρ δεν είχε ιδέα) οφείλονται στην επιρροή του Κάσπαρ. Ο Κάσπαρ αηδιάζει με την πρόστυχη συμπεριφορά κι εξαφανίζεται. Αν και πάλι, όταν περνούν τα καυτά συναισθήματα, προσπαθεί να καταλάβει.
     Φυσικά και το βιβλίο δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει ανατροπή, μεγάλη, και για τον Κάσπαρ και για τον αναγνώστη. Δυο χρόνια αργότερα η Ζίγκρουν χτυπά απελπισμένη το κουδούνι του Κάσπαρ. Είναι μπλεγμένη άσχημα σε συμπλοκή με θύτες και θύματα. Τόσο άσχημα, που ο Κάσπαρ αισθάνεται ότι δεν υπάρχει πια περιθώριο ούτε υπομονής, ούτε αναβολής σε ορισμένες απαντήσεις, σε ηθικά διλήμματα που θέτει η ζωή. Ξεδιπλώνει με συγκρατημένη οργή και αποφασιστικότητα την άποψή του για τα τρομοκρατικά χτυπήματα (Δεν αντέχετε να τις τρώτε κι εσείς πότε πότε; Πυροβολείτε κάποιον για να μη φάει ξύλο ο Γκιοργκ; Τι κακομαθημένα, αδύναμα, αξιοθρήνητα άτομα που είστε! Θέλετε να ξανακάνετε μεγάλη τη Γερμανία; Πλακωθείτε με τους άλλους, τους Αντίφα, παίξτε το ηλίθιο παιχνίδι σας όσο συχνά θέλετε, αλλά τα παιχνίδια έχουν και τα όριά τους), μιλά με αυστηρότητα έξω απ’ τα δόντια.
     Το τελευταίο και ακραίο ηθικό δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ζίγκρουν, το αντιμετωπίζει με γενναιότητα, εκπλήσσοντας τον Κάσπαρ, και φυσικά, και τον αναγνώστη, και προκαλώντας υψηλές δονήσεις συγκίνησης όχι μόνο με τις ανατρεπτικές αποφάσεις που πήρε όπως η γιαγιά της η Μπίργκιτ, αλλά με την γεύση που αφήνει η ορμή της νιότης, ότι κάποιες φορές πρέπει να δραπετεύεις…
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] https://www.mixanitouxronou.gr/to-panemorfo-teras-i-kopela-pou-vasanize-kai-mastigone-tis-kratoumenes-sta-nazistika-stratopeda-gia-tin-efxaristisi-tis-oi-frikaleotites-tin-ikanopoiousan-seksoualika/

[2] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%AC%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%83%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BA

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2023

καλντερίμι/99 χρόνια στη Θεσσαλονίκη, Γιάννης Καλπούζος

     Ένα ακόμα χορταστικό και συναρπαστικό μυθιστόρημα μάς χάρισε πρόσφατα ο αγαπητός συγγραφέας, με ιστορικό πλαίσιο αυτή τη φορά την αγαπημένη, πλανεύτρα Θεσσαλονίκη.
     Με κεντρικό ήρωα τον Παράσχο που γεννήθηκε το 1857 (επομένως εξετάζοντας και τους προγόνους οι ιστορικές αναφορές πάνε πολύ πιο πίσω), διατρέχουμε τον 19ο αιώνα και τον πολυτάραχο 20ο αιώνα μέχρι το 1919, γνωρίζοντας από «μέσα» την ιστορία της πόλης. Βασικοί ήρωες είναι επίσης και ο Αντίπας, πατέρας του Παράσχου καθώς και ο γιος του Παράσχου ο Κλεάνθης, πρόσωπα των οποίων τις τροχιές ακολουθεί η αφήγηση συνυφαίνοντας πολλές και διαφορετικές ιστορίες με τους έρωτες, τα πάθη, τα μυστικά τους… Επίσης πολλά -πιο- δευτερεύοντα πρόσωπα πλαισιώνουν την κύρια υπόθεση, χωρίς να σημαίνει ότι δεν διαγράφονται ξεκάθαροι χαρακτήρες. Βλέπουμε την συνύπαρξη των τριών γενεών που τις χαρακτηρίζουν διαφορετικές έγνοιες και ήθη, μέσα σ’ ένα πολύπαθο περιβάλλον· ο συγγραφέας έχει αποδείξει πολλές φορές ότι είναι μάστορας στο να συμπλέκει πολλές ξεχωριστές προσωπικότητες, και να αναπαριστά ανάγλυφα την πολυδιάστατη κοινωνία της ιστορικής εποχής που επιλέγει. Γιατί, η πολυπολιτισμικότητα και η οικονομική άνθηση της τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης, μιας πόλης που ήταν λιμάνι και εμπορικό κέντρο λίγο πριν την επανάσταση των Νεότουρκων, διασταύρωση πολλών αντιμαχόμενων πληθυσμών –Τούρκων, Εβραίων, Βουλγάρων, Σέρβων κ.α.- και ποικίλων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, δίνει μια σύνθεση, ένα «πολύχρωμο ψηφιδωτό» που επιτρέπει να συνυπάρχουν πολλές παράλληλες μικροϊστορίες, μυστήρια που κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη ενεργό και χαρακτήρες που του προκαλούν πλούσια συναισθήματα όπως θαυμασμό, αποτροπιασμό, συγκίνηση, αγωνία, λαχτάρα, αντιπάθεια.
     Ο Παράσχος, γεννημένος σε πολύ φτωχική γειτονιά, ζει ορφανός από μητέρα, με τον πατέρα του Αντίπα που είναι καραγωγέας και τη θεία Μόρφω, που έχει ένα κοριτσάκι λίγο μικρότερο από τον ήρωά μας, φθισικό. Με αναδρομικές αφηγήσεις παρακολουθούμε τα παιδικά χρόνια του σε διάφορες χρονικές περιόδους: στο ελληνικό σχολείο ο μόνιμος βασανιστής του ο Τασμάς τού κάνει τη ζωή μαρτύριο μέχρι τα 13 του χρόνια, οπότε εμφανίζεται ένα πρόσωπο καθοριστικό στη ζωή του, ο Χρήστακας, και τον απεγκλωβίζει. Η υποστήριξη του Χρήστακα (να στέκεσαι στα δικά σου ποδάρια μικρέ/δάγκωσε τον φόβο προτού σε φάει) προκαλεί «κοσμογονική μεταβολή» στη συμπεριφορά του Παράσχου, ο οποίος ξεθαρρεύει, και ανακτά το κύρος του σπάζοντας στο ξύλο έναν άλλον μάγκα της γειτονιάς και κερδίζοντας έτσι τον σεβασμό των νταήδων και παλικαράδων.
     Σε αντίθεση με τον πατέρα του, τον ρομαντικό Αντίπα, που είναι ήπιος και συγκαταβατικός χαρακτήρας, ο Παράσχος από πολύ μικρός τρέφει φιλοδοξίες να βγει από την φτώχεια και την ορφάνια όπου τον έχει ρίξει η μοίρα (ζήλεψε όπως ο θάνατος τη ζωή, κι ήθελε να εξαφανιστεί, να τον αρπάξει μαύρος γύπας και να τον αμολήσει από ψηλά, να τσακιστεί στα βράχια. Ο ίδιος με δυσκολία αγόραζε δυο τρία τετράδια κι ο Λυγίζος τα είχε στοίβα). Έτσι, δεμένος στο άρμα του θαυμασμού του προς τον Χρήστακα, καθώς ο Παράσχος μεγαλώνει και πηγαίνει πια στο τετρατάξιο γυμνάσιο, παρόλο που είναι καλός μαθητής, κάνει ό, τι μπορεί για να μην είναι πια παρακατιανός, ασήμαντος. Μαζί με τους καινούργιους του φίλους, τον Τούρκο Μπεκτάς, τον Εβραίο Πέπο και τον Βούλγαρο Τράικο υπό την καθοδήγηση του Χρήστακα σχηματίζουν μια ομάδα που με λαμογιές και απατεωνιές καταφέρνουν να επιπλεύσουν. Εντωμεταξύ οι πλούσιοι φίλοι του (Λυγίζος, Ράλλης) του δημιουργούν αισθήματα μειονεξίας (ο κουρελής και ο αφέντης, έτσι αισθανόταν τη μια ο Παράσχος και την άλλη κολακευόταν που καταδέχτηκε να γίνει ο Λυγίζος φίλος του). Άλλωστε, αδερφή του Λυγίζου είναι η Ιόνη, ο απρόσιτος μεγάλος έρωτας.
     Ο αδίστακτος και φιλόδοξος Παράσχος κρύβει πόνο και ευαισθησία μόνο για την άρρωστη ξαδέρφη του, την γλυκιά Ηλιάνα, ενώ η συμπεριφορά του σκληραίνει αναγκαστικά, σαν όρος επιβίωσης (μόνο με σκληράδα μπορείς να σταθείς σ’ αυτήν την κοινωνία. Τρως για να μη σε φάνε. Πατάς για να μην σε πατήσουν). Αρπάζει κάθε ευκαιρία για κοινωνική άνοδο, όχι χωρίς δισταγμό στην αρχή (επί μέρες αλληλοσπαράσσονταν εντός του ό, τι λογάριαζε ως καταρράκωση της αξιοπρέπειάς του) και εμπιστεύεται τις επιπόλαιες υποσχέσεις του πλούσιου φίλου του, Ράλλη, για να διαψευστεί αργότερα με τραυματικό τρόπο.
     Φιλίες, πάθη, έρωτες, μίση και προδοσίες χτίζουν την τυχοδιωκτική και παθιασμένη φύση του κεντρικού ήρωά μας. Παρακολουθούμε με γαργαλιστικές λεπτομέρειες (σε δυο χρονικά επίπεδα κινείται η αφήγηση) τον ώριμο πια Παράσχο, να έχει παντρευτεί δυο φορές και να είναι πατέρας πέντε παιδιών, να έχει καταξιωθεί οικονομικά και κοινωνικά ως επιχειρηματίας (καφέ σαντάν αρχικά με τον Χρήστακα, στη συνέχεια μόνος του), ενώ η πορεία της ζωής του ακολουθεί δύο κυρίως άξονες.
     Ο πρώτος και ίσως πιο καθοριστικός, είναι ο συναισθηματικός, γιατί, πέρα από την παθολογική αδυναμία/αγάπη στην μικρή ασθενική ξαδέρφη του την Ηλιάνα, ο Παράσχος χάνει το μυαλό του με ρομαντικούς και θυελλώδεις έρωτες: πρώτη «σοβαρή» σχέση η γλυκιά Δροσιά -με την οποία δεν φαίνεται τόσο ερωτευμένος- που έγινε και η πρώτη σύζυγος/μητέρα των δύο πρώτων παιδιών και που πέθανε νέα· η Ιόνη, αδερφή του φίλου του Λυγίζου, ο εφηβικός χιμαιρικός έρωτας με τον οποίο ξανασυναντήθηκε επεισοδιακά, έγινε η δεύτερη σύζυγος και μητέρα των τριών του μικρότερων παιδιών· η αέρινη Κορνηλία (όσα φύλλα μετρήσεις, σε τόσα ανοίγει η καρδιά μου για σένα)· τέλος, η εκρηκτική σαντέζα Μαιριλή που αποδείχτηκε… κατάσκοπος!
     Ο δεύτερος άξονας είναι το πάθος για κοινωνική άνοδο, η ισχυρή, ανεξέλεγκτη παρόρμηση να ξεφύγει από τη φτώχεια, πολλές φορές με αθέμιτο τρόπο όπως είπαμε- ως εκ τούτου η εμπλοκή του με την παρανομία, με τον κόσμο της νύχτας και με σκοτεινές δραστηριότητες του φέρνουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, όταν αποφασίζει να ανοίξει δική του επιχείρηση, παρά την δυσκολία των καιρών. Μέσα στις επί μέρους σκηνές που ανοίγονται και συναρπάζουν τον αναγνώστη γιατί κινούνται παράλληλα δημιουργώντας αγωνία, κυρίαρχη είναι η εκδίκηση για τον βιασμό και την απαγωγή της κόρης του της Ροδάμνης από τους Βούλγαρους.
     Γιατί το έργο ξεκινά «in medias res» (αναδρομική αφήγηση). Βρισκόμαστε στα 1908, μια χρονιά κρίσιμη για τη βαλκανική ιστορία και ιδιαίτερα για την Θεσσαλονίκη, που είναι το προπύργιο των νεότουρκων. Ο Μακεδονικός αγώνας έχει ήδη διχάσει τους κατοίκους, και φίλοι/γείτονες έχουν προσχωρήσει σε εχθρικό στρατόπεδο. Οι παιδικοί φίλοι του Παράσχου έχουν κάνει κι αυτοί παιδιά, έχουν πάρει τον δρόμο τους μέσα στους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς των καιρών, οι εκβιασμοί και οι ίντριγκες είναι σε πρώτο πλάνο. Ο Κλεάνθης που σπουδάζει γιατρός στην Αθήνα έχει προσχωρήσει στον Μακεδονικό αγώνα σε υψηλή θέση και λαμβάνει επιστολή, να παραδώσουν τον αιχμάλωτο Βούλγαρο αγωνιστή Ασάν Τάνο για να αφήσουν την Ροδάμνη ελεύθερη. Ωστόσο, ο Ασάν Τάνο είχε ήδη ξεψυχήσει.
     Ίσως αυτή είναι η κορυφαία στιγμή αγωνίας για τους πρωταγωνιστές μας. Δεν είναι όμως δυνατόν ούτε σκόπιμο να αναφερθούν εδώ όλες οι προσωπικές ιστορίες των ηρώων, με τις αγωνίες, τα συναισθήματά τους και τις επιλογές τους. Πολλά από τα πρόσωπα αποκαλύπτουν, μέσα στις δυσκολίες τον πραγματικό τους εαυτό, που μπορεί να είναι αγγελικός (Αντίπας, Μόρφω, Μυρτώ) ή και σατανικός (Τασμάς, Ζαχάρω, Παρίσης ο προοριζόμενος γαμπρός της Ροδάμνης κλπ). Τα απρόοπτα, οι διαβολικές συμπτώσεις, η επανεμφάνιση ηρώων που είναι ξεχασμένοι έχοντας αφήσει ερωτηματικά πίσω τους, όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά των ταραγμένων εποχών, αλλά και της γραφής του Καλπούζου, ο οποίος μας παραδίδει το νήμα όπου υπάρχουν οι «απαντήσεις». Γιατί όλες οι «μικροϊστορίες βρίσκουν απάντηση, όλοι οι ήρωες είτε δικαιώνονται είτε έχουν τη μοίρα που «τους αξίζει» (αν και η πραγματικότητα είναι πολλές φορές πολύ δεινή). Οι πολλαπλές υποθέσεις «κλείνουν» κάθε μία ολοκληρωμένα και αβίαστα.
     Αυτό όμως που γοητεύει ιδιαίτερα τον αναγνώστη είναι ότι μεταφέρεται αυτόματα σε μια ταραγμένη ιστορική εποχή αλλά τόσο καθοριστική για το παρόν, και σε μια πόλη που έχει τόσο διαφορετική, μοναδική ιστορία και παρελθόν: πολυπολιτισμική και κοσμική πρωτεύουσα, με λιμάνι από τα πιο σημαντικά. Τούρκοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Έλληνες, Εβραίοι, Αλβανοί, Αρμένιοι και Ρουμάνοι συγκατοικούσαν ειρηνικά, τα παιδιά τους πηγαίνουν μαζί σχολείο, συμπορεύονταν και αγωνίζονταν μαζί ενάντια στην φτώχεια και τους κατακτητές. Μέχρι που αρχίζουν τα πρώτα εθνικιστικά σκιρτήματα. Μαζί με τους ήρωες παρακολουθούμε τον απόηχο του ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-78), (δολοφονίες προξένων, δραγουμάνων κλπ), αντίποινα (π.χ. του Βούλγαρου Χατζημήσεφ), παρακολουθούμε τις συνέπειες της ίδρυσης της βουλγαρικής Εξαρχίας και τον επεκτατισμό των Βουλγάρων (βλ. οργάνωση ΕΜΕΟ), τις επαναστατικές ομάδες και τις βομβιστικές επιθέσεις τους (το δειλινό της 16ης Απριλίου1903 σείστηκε η Θεσσαλονίκη από απανωτές εκρήξεις), την εξέγερση του Ίλιντεν[1] (σλαβόφωνων ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία). Τα βουλγαρικά κομιτάτα, τα ελληνικά κομιτάτα, τις προπαγάνδες και τις συμμαχίες που οδήγησαν στους βαλκανικούς πολέμους, τον ρόλο των προξενείων, την ίδρυση της σιωνιστικής οργάνωσης Καντίμα (οραματίζονταν την επιστροφή των Εβραίων στην Παλαιστίνη). Τις πιέσεις που ασκούσαν οι Νεότουρκοι στον τελευταίο σουλτάνο τον Αβδούλ Χαμίτ Β΄, την προκήρυξή τους ότι όλοι είναι αδέλφια Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι Εβραίοι, Μουσουλμάνοι (είμαστε όλοι ίσοι κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, είμαστε περήφανοι που είμαστε Οθωμανοί!), για να μεταστραφούν μετά από πολύ μικρό διάστημα σε ακραίο εθνικιστικό κίνημα. Την ίδρυση της Φεντερασιόν, με πολυφυλετικό σοσιαλιστικό όραμα, που απαρτιζόταν ωστόσο κυρίως από Εβραίους. Παρακολουθούμε φυσικά τους βαλκανικούς πολέμους, καθώς ο Κλεάνθης -και όχι μόνο- ως γιατρός βίωσε όλον τον πόνο της φριχτής όψης του πολέμου. Και αμέσως με τους βαλκανικούς βλέπουμε στους ήρωές μας τον αντίκτυπο από τα ιστορικά γεγονότα που ξέρουμε και που ακολουθούν καταιγιστικά: η παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταχσίν Πασά στις 27 Οκτωβρίου 1912 (όχι στις 26!) χαρίζει στον αναγνώστη στιγμές συγκίνησης με την παραστατικότητα με την οποία περιγράφονται οι αλησμόνητες εμπειρίες των ηρώων, αλλά και οι επιφυλάξεις όσων συμμετέχουν ενεργά για τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου τον Φεβρουάριο του 1913, η άφιξη του διαδόχου Κωνσταντίνου, η συνθήκη του Βουκουρεστίου και ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος…
     Και βέβαια η μεγάλη πρωταγωνίστρια είναι η Θεσσαλονίκη, ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και μεταμορφώνεται ραγδαία. Στην ατμόσφαιρα αυτή στην οποία μεταφέρεται ο αναγνώστης συντελούν και τα διαφορετικά -τούρκικα ή εβραϊκά- τοπωνύμια αλλά και οι τρεις χάρτες που υπάρχουν στην αρχή του βιβλίου: της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1890, από το 1890 μέχρι το 1917 (μεγάλη πυρκαγιά) και της Καλαμαριάς το 1915. Μια πόλη που περιβαλλόταν πριν δυο αιώνες από ασφυκτικά θαλάσσια τείχη και που ο δεκαοκτάχρονος Παράσχος θυμάται να τα γκρεμίζουν σταδιακά (1873). Βλέπουμε τον Κανλί Κουλέ να μετονομάζεται σε Μπεϊάζ Κουλέ (Λευκό Πύργο ή Τόρε Μπλάνκα για τους Ισραηλίτες). Περιδιαβαίνουμε μαζί με τους ήρωες στα σοκάκια και τα καλντερίμια, βλέπουμε πώς ήταν πριν ενάμισι αιώνα οι γνώριμες γειτονιές, πώς καταστράφηκαν από την τρομερή καταιγίδα του 1890 αλλά κι απ’ τις αλλεπάλληλες πυρκαγιές με κορυφαία την πυρκαγιά του 1917, πώς ξαναχτίστηκαν σιγά σιγά, πώς άλλαξε η ρυμοτομία και η ανθρωπογεωγραφία με τις πληθυσμιακές μετακινήσεις.
     Όλα τα ιστορικά συμβάντα, τα γεωγραφικά και ανθρωπολογικά στοιχεία, απολύτως ακριβή και τεκμηριωμένα, ενσωματώνονται με τέχνη στις κύριες κι επί μέρους αφηγήσεις, στον κύριο κορμό των μυθιστορηματικών βίων των ηρώων χωρίς να γίνεται μάθημα Ιστορίας, αλλά επιτρέποντας στον αναγνώστη να δει την συγκινησιακή διάσταση των συγκλονιστικών γεγονότων.
Χριστίνα Παπαγγελή 

[1] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BE%CE%AD%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%8A%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BD

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2023

Στο ντιβάνι, Ίρβιν Γιάλομ

      Ξαναδιάβασα μετά από 20 χρόνια το βιβλίο του αγαπημένου συγγραφέα και ψυχοθεραπευτή σε συνθήκες στέρησης (δεν είχα καινούργιο βιβλίο), και με συνάρπασε για μια φορά ακόμα η ελκυστική γραφή αλλά και η διεισδυτική ματιά, με κατάδυση με παρρησία και ειλικρίνεια στα άδυτα του ανθρώπινου ψυχισμού. Πρόκειται όχι ακριβώς για ψυχοθεραπευτικές περιπτώσεις, όπως στο βιβλίο του «Ο δήμιος του έρωτα» αλλά για ένα μυθιστόρημα με κεντρικούς ήρωες πρόσωπα φανταστικά, όμως κατά κύριο λόγο θεραπευτές. Ο Γιάλομ αυτήν τη φορά διερευνά τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργηθούν στην ανθρώπινη σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, που πολλές φορές ξεκινά μεν ως επαγγελματική κι επομένως είναι «οριοθετημένη», ωστόσο ολισθαίνει ίσως εις βάρος (ή εις όφελος;) των δύο. Παράλληλα παρουσιάζει την ιεραρχία στον επαγγελματικό χώρο, την ανάγκη οι ίδιοι οι θεραπευτές να εποπτεύονται από πιο έμπειρους, τις φιλοδοξίες τους, τους πειρασμούς τους, τις αντιζηλίες τους, την ανθρώπινη, ευάλωτη πλευρά τους.
     Μέσα από βιωματικές καταστάσεις λοιπόν, ο ανίδεος από ψυχοθεραπεία αναγνώστης έρχεται σε επαφή με τις αρχές της νέας αυτή σχετικά επιστήμης, που εξελίσσεται και πειραματίζεται συνέχεια (όπως άλλωστε όλες οι επιστήμες). Φερειπείν, μια σημαντική ιδέα που διατυπώνεται μέσα από την εμπειρία των προσώπων είναι ότι «το ποσό και η φύση του άγχους που βιώνουμε δεν ορίζονται από (ή τουλάχιστον δεν ορίζονται μόνο από) τη φύση του τραύματος αλλά από το νόημα του τραύματος. Και το νόημα είναι ακριβώς η διαφορά μεταξύ σώματος και ψυχής». Το νόημα του τραύματος, εφόσον η κάθε ξεχωριστή προσωπικότητα το προσλαμβάνει με διαφορετικό τρόπο και ένταση.
     Το πρώτο κεντρικό ζήτημα που τίθεται είναι το ζήτημα της «μεταβίβασης» όπως σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία ονομάζεται η μεταφορά από τον θεραπευόμενο στον θεραπευτή συναισθημάτων, προτύπων και προσδοκιών που κουβαλάει από την προηγούμενη ζωή του. Πρόκειται για ένα συχνό φαινόμενο που δημιουργεί συχνά την «αντιμεταβίβαση», δηλαδή ισχυρά συναισθήματα και στον ίδιο τον θεραπευτή. Ο συνηθέστερος τύπος «μεταβίβασης» είναι ο έρωτας, δεδομένου ότι ο θεραπευτής είναι συνήθως μια ανοιχτή αγκαλιά, που ακούει πρόθυμα όλες τις σκοτεινές σκέψεις του θεραπευόμενου κι είναι επομένως φυσιολογικό να δημιουργείται ένα είδος εξάρτησης, συχνά ερωτικής/σεξουαλικής φύσης. Ο συνειδητοποιημένος θεραπευτής παίρνει υπόψη του τα συναισθήματα αυτά, και τα μεταβιβαστικά και τα αντιμεταβιβαστικά, και τα αξιοποιεί ως υλικό για την θεραπεία.
     Όμως… όμως υπάρχει και η «ανθρώπινη», αδύναμη πλευρά. Ο Γιάλομ, στο βιβλίο του αυτό, αφού μας συστήνει τον βασικό ήρωα Έρνεστ (νευροψυχίατρο, επίκουρο καθηγητή ψυχιατρικής, ερευνητής μέλος της Επιτροπής Ιατρικής Δεοντολογίας, επίδοξο θεραπευτή), ξεκινά από την περίπτωση του 70χρονου καθηγητή Σήμουρ Τρόττερ, «πατριάρχη της ψυχιατρικής κοινότητας» και πρώην προέδρου της ΑΨΕ, δηλαδή της Αμερικανικής Ψυχιατρικής εταιρείας. Πρόκειται δηλαδή για ένα άτομο καταξιωμένο, που περιέπεσε όπως στο ατόπημα να ερωτευτεί την 32χρονη πελάτισσά του Μπελλ. Ο Έρνεστ, ως αρμόδιος, αναλαμβάνει να χειριστεί την υπόθεση.
     Στην συνέντευξη στην οποία υποβάλλει ο Έρνεστ τον Τρόττερ, η θεωρία του Τρόττερ ανατρέπει τις μέχρι τότε αρχές του νεοφώτιστου ψυχοθεραπευτή: «Πρέπει να εφευρίσκουμε μια νέα θεραπεία για κάθε ασθενή, να παίρνουμε στα σοβαρά την έννοια της μοναδικότητας κάθε ασθενούς και ν’ αναπτύσσουμε μια μοναδική ψυχοθεραπεία για τον καθένα/τι τεχνικές χρησιμοποίησα; Η τεχνική μου είναι να εγκαταλείψω κάθε τεχνική! (…) Η Μπελλ δεν υπήρξε ποτέ για μένα μια διάγνωση, μια οριακή διαταραχή προσωπικότητας ή μια διαταραχή διατροφής, ή μια ιδεοαναγκαστική ή αντικοινωνική διαταραχή ». Ο Τρόττερ διαπιστώνει ότι η Μπελλ «έπασχε» από σύνδρομο ματαίωσης, επομένως στην ερωτική έλξη που ένιωθε για τον θεραπευτή, θα ήταν ολέθριο να αναπαραχθεί αυτή η σχέση (δηλαδή μια εκ νέου ματαίωση). Έτσι, επινοεί τον όρο «θεραπευτική συμμαχία», όπως ονομάζει το κρίσιμο σημείο όπου θεμελιώνεται ένα είδος εμπιστοσύνης ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο («σε όποιο σημείο -μα σε όποιο- και να τοποθετούσα τα όρια, εκείνη όλο προσπαθούσε να τα καταρρίψει»). Το μεταίχμιο στη σχέση θεραπευτή και θεραπευόμενου έγινε πολύ οριακό, και ο Τρόττερ όχι μόνο ενέδωσε στην επιμονή και την έξυπνη στάση της Μπελλ, αλλά «εκμεταλλεύτηκε την μεταβίβαση» όπως τον κατηγόρησαν, παραιτήθηκε από τους τίτλους του κι εξαφανίστηκε με την Μπελλ με την οποία έδεσε τη ζωή του.
     Μετά το εκτεταμένο (και λίγο κουραστικό) αυτό πρώτο μέρος, βλέπουμε να αναπαράγεται το ίδιο ερώτημα, το ίδιο ηθικό ζήτημα αλλά κάπως πιο περίπλοκα: ο Τζάστιν, χρόνια ασθενής του Έρνεστ, ξεπερνά ξαφνικά τα προβλήματά του με την γυναίκα του Κάρολ, γνωρίζοντας μιαν άλλη γυναίκα και ουσιαστικά ακυρώνοντας τον ρόλο του ψυχοθεραπευτή («Ναι, ξέρω, ακούγομαι σαν απαιτητικός γονιός!» -ένα ακόμα ζήτημα στη σχέση θεραπευόμενου-θεραπευτή, που ο Έρνεστ το συζητά με τον επόπτη του, Μάρσαλ).
     Σ’ αυτό το σημείο μπαίνει στην αφήγηση δυναμικά η δαιμόνια και εκδικητική Κάρολ, που αποφασίζει να ανταποδώσει το χτύπημα στον Τζάστιν, εκθέτοντας τον… ψυχοθεραπευτή του! Αποφασίζει λοιπόν να υποκριθεί την απελπισμένη καταπιεσμένη γυναίκα χρόνιου καρκινοπαθούς, και να εμφανιστεί ως ασθενής στον Έρνεστ, με απώτερο σκοπό να τον εκμαυλίσει! Αντίστοιχα ο Έρνεστ, για δικούς του λόγους, αποφασίζει να ακολουθήσει τις αρχές του Τρόττερ, δηλαδή στην συγκεκριμένη ασθενή να λέει την αλήθεια. Στην προσπάθειά του αυτή ισορροπεί σ’ ένα τεντωμένο σκοινί (προσκρούοντας στην αρχή ότι ό, τι γίνεται πρέπει να γίνεται σε όφελος του θεραπευόμενου), καθώς ο Έρνεστ επινοεί συνέχεια αρχές και κανόνες (Είναι οι κανόνες που θέτουν όρια στην αυτοαποκάλυψη του θεραπευτή, για να προστατεύσουν όχι μόνο τον θεραπευόμενο, αλλά και τον ίδιο). Σημειωτέον ότι ο Έρνεστ είναι στερημένος από αληθινή ερωτική σχέση, και ο πειρασμός στις ερωτικές «αθώες» επιθέσεις της Κάρολ γίνονται αβάσταχτες.
      «Αντιστικτικά», παρακολουθούμε από κοντά τον τρίτο πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, τον επόπτη του Έρνεστ, τον αλαζονικό Μάρσαλ. Ο Μάρσαλ κάποια στιγμή μαγεύεται/ παγιδεύεται από έναν επιτήδειο πρώην ασθενή του, που παρουσιάζεται ως παθολογικά γενναιόδωρος και προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία στον θεραπευτή του, κάτι που «κουμπώνει» με την φιλοχρηματία, τη φιλοδοξία και την απληστία του Μάρσαλ (του ήταν τόσο οδυνηρό να αρνηθεί, που τα άτια του βούρκωσαν). Η διπλή εξαπάτηση του Μάρσαλ (ρισκάρει ένα ποσόν 90.000 δολαρίων) όταν του αποκαλύπτεται, βγάζει στην επιφάνεια τον χειρότερο –εκδικητικό- εαυτό του, ενώ ταυτόχρονα αυτό τον φέρνει σε σύγκρουση με τις αρχές της ψυχοθεραπείας. Ο ευφυής Γιάλομ με συγγραφική μαεστρία επινοεί την σύμπτωση να προσλάβει ο Μάρσαλ ως δικηγόρο την… Κάρολ (ομοιοπαθή εξαπατημένη με τάσεις εκδίκησης, αλλά πιο ώριμη μετά το δικό της στραπάτσο), η οποία με το εκρηκτικό της ταπεραμέντο αλλά και την εμπειρία της βοηθά τον επόπτη ψυχοθεραπευτή να κατευνάσει τα πάθη του και να ξαναβρεί τον εαυτό του (προσπάθησε να κάνει τον Μάρσαλ να σκεφτεί λογικά πόσο άχρηστη ήταν η οργή του, τονίζοντάς του και πόσο αυτοκαταστροφική ήταν).
     Γιατί, ναι, η Κάρολ όχι μόνο δεν εκδικήθηκε τον άντρα της καταστρέφοντας τον Έρνεστ, αντίθετα με τους επιδέξιους χειρισμούς του Έρνεστ (ο οποίος βάδιζε ένα τεντωμένο σκοινί, δεδομένου ότι είχε δεσμευτεί να λέει στην Κάρολ την αλήθεια και να την κάνει μέτοχο των δικών του συναισθημάτων), με την αναδίφηση του παρελθόντος, με το σκάλισμα των δικών της τραυμάτων, με τα συγκινησιακά σοκ στα οποία υποβαλλόταν αναγκαστικά. Η σχέση του Έρνστ και της Κάρολ εξελίχθηκε σταδιακά σε μια σχέση ειλικρίνειας –της λέει ότι είναι ελκυστική ως γυναίκα, ότι τον ερεθίζει, την αγκαλιάζει κλπ αλλά δεν ενδίδει ερωτικά. Με την ψυχαναλυτική διαδικασία, που περιλαμβάνει βέβαια και αναλύσεις ονείρων, ο Έρνεστ δείχνει στην Κάρολ ότι αυτή επιμένει μεν να γίνει ερωμένη του, αλλά αυτό δεν είναι ειλικρινές. Και είναι η αλήθεια, γιατί η Κάρολ εννοείται ότι δεν είναι καθόλου ερωτευμένη (αντίθετα ερωτικά απεχθάνεται τον Έρνεστ).
     Ο Έρνεστ βρίσκει την δύναμη και την διαύγεια να δώσει μια εικόνα πολύ κοντά στην αλήθεια που γνωρίζουν και οι αναγνώστες και η Κάρολ, που είναι δυναμική και πανέξυπνη, έχει πλέον γοητευτεί, έχει «κατακτηθεί» από την οξυδέρκεια του Έρνεστ και νιώθει ότι έχει φτάσει σε τέτοιο βάθος η σχέση τους, που αποφασίζει να του αποκαλύψει την αλήθεια.
     Κι έτσι τελειώνει το βιβλίο.
     Ένα βιβλίο ξεχωριστό, που δείχνει «κατά το εικός και αναγκαίον» πόσο ανεξιχνίαστοι και περίπλοκοι είναι οι μαίανδροι της ανθρώπινης ψυχής, πόσο δύσκολη και επισφαλής είναι η πάλη του καθένα με τους «δαίμονές» του, κι επομένως πώς αυτή η σύγκρουση με τις αντιφάσεις που κουβαλά ο καθένας  έρχεται σε ισορροπία με πολλή εσωτερική δουλειά, είτε είναι θεραπευτής, είτε θεραπευόμενος.
Χριστίνα Παπαγγελή 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2023

Πικρή ζωή, Luciano Bianciardi

     Θα επιχειρήσω να γράψω την ιστορία της ζωής μου, δεν εννοώ το βιβλίο της ζωής μου, αλλά τη σελίδα, σκάβοντας, όπως το σαράκι ροκανίζει το πόδι ενός τραπεζιού. (…) Θα επιχειρήσω ένα ολότελα δικό μου λογοτεχνικό pastiche παντρεύοντας τοπικές διαλέκτους, ανακαλώντας σε μία μόνο φράση τον ποιητή Μπορκέλο και τον Ραμπελέ (…)
     Θα σας δώσω μια πλήρη αφήγηση –προσοχή όμως, ο ορισμός αυτός είναι προσωρινός -, στην οποία ο αφηγητής εμπλέκεται στην αφήγησή του ως αφηγητής και ο αναγνώστης ως αναγνώστης, και οι δυο μαζί εμπλέκονται από κοινού ως άνθρωποι ζωντανοί, φορολογούμενοι, πολίτες απολυμένοι από τον στρατό, με λίγα λόγια άνθρωποι ολοκληρωμένοι.
     Ένας νεαρός από κάποιο χωριό της Τοσκάνης, διανοούμενος και ρομαντικός, με τα όνειρα των νεαρών αναρχικών Ιταλών της δεκαετίας του ’60 για έναν δίκαιο κι ελεύθερο κόσμο, αφήνει πίσω του γυναίκα και παιδί και μεταβαίνει στο βιομηχανικό Μιλάνο -που εκείνη την εποχή ζει το «οικονομικό μεταπολεμικό θαύμα»-, με σκοπό τον βιοπορισμό, αλλά έχοντας μια προσωπική μυστική αποστολή: να εκδικηθεί τον φρικτό θάνατο 43 μεταλλωρύχων της περιοχής του, που πέθαναν από την αδιαφορία και την πλεονεξία των υπεύθυνων[1]. Η αστική ζωή όμως, σαν δίνη, θα ρουφήξει στους ρυθμούς της τον νεαρό ήρωα, καθώς ο βιοπορισμός είναι ένας στόχος από μόνος του εξαντλητικός, και σιγά σιγά η ανάγκη για εκδίκηση/δικαίωση των νεκρών/δικαιοσύνη θα μετασχηματιστεί, θα αλλάξει νόημα και θα κατασταλάξει σε διαφορετικές μορφές πάλης. Ο Μπιαντσάρντι περιγράφει με οξυδέρκεια και παρατηρητικότητα τον αγώνα της επιβίωσης σε «ένα νεοκαπιταλιστικό, νεορομαντικό ή νεοκαθολικό μυθιστόρημα, δική σας επιλογή), δεδομένου ότι το μυθιστόρημα περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.
     Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής, μορφωμένος και καλλιεργημένος -αν πάρει κανείς υπόψη την αγάπη του για την τέχνη, τις καίριες παρατηρήσεις για την ιστορία του τόπου, τα κτίρια, τα βιβλία, τη γλώσσα-, είναι μεταφραστής (όπως άλλωστε και ο συγγραφέας) και έχει μετακομίσει σε συνθήκες φοιτητικές στη συνοικία Μπρέρα του Μιλάνου, που χαρακτηρίζεται ως «συνοικία των καλλιτεχνών» -εκεί άλλωστε έζησε και ο ίδιος ο Μπιαντσάρντι. Συγκατοικεί με νεαρούς καλλιτέχνες μποέμ, με νεαρούς Βάσκους, σε μια μικρή κοινότητα όπου κουμάντο κάνει η σπιτονοικοκυρά τους, η κα ντε Σίο, δουλεύει χαλαρά και βολτάρει με τις παρέες, αλλά η βαθύτερη σκέψη του είναι «στην αποστολή του»: Ο τετραπλός μεγάλος πύργος στο κέντρο του Μιλάνου με τα αλεξικέραυνα, τις κεραίες και τα ραντάρ, ένα ολόκληρο φρούριο, με το έμβλημα -αξίνα και αποστακτήρας- που κάποτε δέσποζε (τώρα είναι μια μουτζούρα) είναι το κέντρο ελέγχου των τεράστιων ορυχείων της περιοχής (χαλκού, μολύβδου -απ τον οποίο παραγόταν θειικό οξύ- και λιγνίτη), όπου μετά τον πόλεμο είχαν βρει δουλειά 3.500 εργάτες (ζώντας φυσικά σε τρώγλες). Ο σκληρός ανταγωνισμός, όμως, με τις αγορές της κεντρικής Ευρώπης και της Αμερικής έκανε τις συνθήκες παραγωγής απάνθρωπες (γλαφυρότατες οι περιγραφές του αφηγητή μας) με αποτέλεσμα να εκραγεί με μαθηματική ακρίβεια το ορυχείο που βρισκόταν κοντά στο χωριό του ήρωα (εγώ βρέθηκα στα σκαλοπάτια του κυλικείου, που είχε κιόλας κλείσει, και μου φαινόταν αδιανόητο πως όλα είχαν τελειώσει, πως δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο πλέον).
     Βλέποντας στο Μιλάνο καθημερινά τον τσιμεντένιο πύργο/σύμβολο της εκμετάλλευσης, ο αφηγητής μας νιώθει ότι πρέπει να αναλάβει δράση, ξεσηκωμένος μάλιστα και από τις αφηγήσεις του απολυμένου φύλακα του ορυχείου Οτέλο Τακόνι. Η αποστολή λοιπόν την οποία ανέθεσε ο ίδιος στον εαυτό του δεν είναι άλλη παρά να απαντήσει στην έκρηξη με έκρηξη, τινάζοντας στον αέρα τα κτίρια και τους περίπου 2.000 εργαζόμενους στα γραφεία!
     Ο ανώνυμος (τυχαίο;) ήρωάς μας με βιωματικό τρόπο μοιράζεται τις εμπειρίες του, τις παρατηρήσεις του, τις εσωτερικές του σκέψεις και τα συναισθήματά του μεταφέροντας στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της βόρειας Ιταλίας της εποχής: το «οικονομικό θαύμα» έχει αντίδραση, οι αναρχικοί οργανώνουν αντάρτικο πόλεων, οι βόμβες είναι στην ημερήσια διάταξη. Εκείνος εργάζεται ως μέλος συντακτικής ομάδας σε περιοδικό για τον κινηματογράφο (που όπως ξέρουμε βρίσκεται σε άνθηση την εποχή αυτή). Ο διευθυντής κος Φερνάσπε, ζηλωτής του είδους, πασχίζει με πάθος να ευθυγραμμίσει τις στήλες και τις αράδες μετρώντας και ξαναμετρώντας τα γράμματα, δίνοντας παράλληλα ποιότητα στα ρεπορτάζ του (εμείς παλεύουμε να περάσουμε από τον νεορεαλισμό στον ρεαλισμό/από το ρεπορτάζ στην ιστορία). Έχει «όραμα» και για κείνον ο νεορεαλισμός είναι ξεπερασμένος. Η «αποστολή» όμως που έχει αναθέσει στον εαυτό του ο αφηγητής (κατά τη χήρα Βιγκανό η συμπεριφορά του είναι οπορτουνιστική: οπορτουνιστής είναι οποιοσδήποτε εγκαταλείπει τη γραμμή του κόμματος για να εξυπηρετήσει το προσωπικό του συμφέρον) τον ωθεί να γνωρίσει κι άλλα άτομα που ανήκουν στην εργατιά, κι όχι στον κύκλο διανοουμένων, φωτογράφων και ζωγράφων της Μπρέρα (αν θες να τους συναντήσεις, πρέπει να συμμετέχεις στο τομεακό συμβούλιο).
     Ωστόσο, η παρουσία της όμορφης, ξανθιάς, ακτιβίστριας Άννας στη ζωή του τα ανατρέπει όλα. Την συναντά σε κάποια διαδήλωση, και τον εντυπωσιάζει με τις πολύ προχωρημένες της αντιλήψεις και την εμπειρία της στις επαναστατικές πρακτικές του αντάρτικου πόλεων (π.χ. τη σήμερον ημέρα δεν σχηματίζονται πια οδοφράγματα, γιατί γίνονται στόχος/σήμερα μπορείς να φυλάς έναν δρόμο απ΄τα γύρω σπίτια, από τα παράθυρα, τις ταράτσες κλπ). Φανατική, δογματική, επαναστάτρια (είχε βρεθεί κρατούμενη στις φυλακές Μαντελάτε), πανέξυπνη και πανέμορφη, κατακτά σε χρόνο ρεκόρ τον ήρωά μας ο οποίος ζει από την στιγμή που τη γνώρισε σε ερωτικό παραλήρημα (αμοιβαίο, βεβαίως, βεβαίως) που υψώνεται κατακόρυφο χαρίζοντας στον αναγνώστη σελίδες ακραίων συνειδητοποιήσεων καθώς περνάνε εβδομάδες «σχεδόν αδιάκοπης συνουσίας»!
     Η αδικαιολόγητη απουσία από τη δουλειά (λόγω συνοδείας της Άννας σε γυναικολόγο) στοίχισε στον αφηγητή μας την απόλυσή του. Ωστόσο ένα νέο κεφάλαιο αρχίζει, καθώς οι συγκατοίκηση βάζει καινούργιους όρους στον τρόπο διαβίωσης. Τώρα μαζί με την Άννα μοιράζονται τα πάντα: την απέραντη γραφειοκρατία το τομεακού συμβουλίου (του οποίου ο γραμματέας είχε σαλόνι ομορφιάς για σκύλους!), τις ατέλειωτες ώρες αναζήτησης δουλειάς, κυρίως μεταφραστικής (εδώ η Άννα βοηθούσε δακτυλογραφώντας), την αλλαγή σπιτιών με καλύτερους μεν όρους, σε καλύτερες περιοχές αλλά με περισσότερα έξοδα (τα οποία παρακολουθούμε αναλυτικά, καθώς ο πρωταγωνιστής μας πιέζεται να στείλει και στην γυναίκα του και το παιδί του ένα μέρος), τους εργασιακούς άθλους προκειμένου να εξοικονομήσουν απλώς το ζην.
     Η αλλαγή της γειτονιάς, η διαβίωση πια σε λαϊκή κι εργατική συνοικία στην περιφέρεια, κάνει τον ήρωα να συνειδητοποιήσει ότι «αντί να μας απομακρύνει από την πόλη, μας έφερε εντέλει πιο κοντά της». Η κουλτουριάρικη γειτονιά τους έφερνε σ’ επαφή μόνο με «μαλλιάδες ζωγράφους, κορίτσια με βρώμικα πόδια, πειναλέους φωτογράφους, όχι την ίδια την πόλη» (όχι –για να καταλάβεις την πόλη, για να σκάψεις κάτω απ’ τον πηχτό της ζόφο και να φτάσεις στην αρχέγονη καρδιά της έπρεπε –κι αυτό το καταλαβαίνω τώρα- να ζεις την γκρίζα ζωή των γκρίζων κατοίκων της, να είσαι σαν κι αυτούς, να ζεις σαν κι αυτούς»). Αρχίζει και συνειδητοποιεί ότι μια ακόμα ατομική έκρηξη στο σύμβολο της τυραννίας δεν θα φέρει την αλλαγή, αλλά «εκεί που υπάρχει αλληλεγγύη, εκεί και η επανάσταση» (χρειάζεται ενάμισι εκατομμύριο ανθρώπινα μυρμήγκια ενωμένα που να εξεγείρονται κόντρα στα φρούρια του κέντρου).
     Μαζί με τον πιο ώριμο πια ήρωα παρακολουθούμε σπαρταριστές παρατηρήσεις για τον τριτογενή και τεταρτογενή τομέα της οικονομίας (με άλλα λόγια, όποιος επιλέγει ένα επάγγελμα του τριτογενούς ή τεταρτογενούς τομέα πρέπει να διαθέτει δεξιότητες πολιτικής υφής/η μέθοδος της επιτυχίας έγκειται κατά κύριο λόγο, στον κουρνιαχτό που θα σηκώσεις)· τα τρία είδη προσώπων που συναντά κανείς στο τραμ· την παντοδυναμία των… τηλεφωνητριών και το πώς ένας υπάλληλος γίνεται σιγά σιγά αόρατος πριν απολυθεί· τη σχέση των διευθυντάδων με τις γραμματείς. Πέρα από τις δηκτικές παρατηρήσεις και το (αυτό) σαρκαστικό ύφος, ο αναγνώστης απολαμβάνει και πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την μετάφραση (όπου ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα). Η αδιάλειπτη εργασία και των δυο προκειμένου να μεταφράσουν συγκεκριμένο αριθμό σελίδων μέσα στις προθεσμίες είναι εξοντωτική και πολλές φορές με πενιχρό αποτέλεσμα (Στις τρεις το πρωί είχαμε τελειώσει: τα αφεντικά μας είναι οι ένοχοι. Όσο παραμένουν ατιμώρητοι, είμαστε όλοι μας συνένοχοι. Ιερά λόγια). Οι αντιλήψεις περί αυτοματισμού, παραγωγικότητας, δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης και ανθρωπίνων σχέσεων επεκτείνονται, κατά τον αφηγητή, σε όλους τους τομείς, κι αυτές «πρέπει να αλλάξουν». Μέσα στο στρες του, ο συγγραφέας μάς μεταφέρει και ψιχία από τον μαγικό κόσμο των βιβλίων στον οποίον εισχωρεί ο ήρωάς του, και κατ’ επέκταση ο ίδιος ως πρόσωπο (δεδομένου ότι ασχολήθηκε κι εκείνος με τη μετάφραση).
     Η αστική μέγγενη σφίγγει καθώς προχωρά ο καιρός (και τελειώνει και το… βιβλίο). Καθώς τους διώχνουν από το πρώτο σπίτι (εξερράγη ο θερμοσίφωνας γιατί τον ξέχασαν ανοιχτό!),νοίκιασαν άλλο αλλά μόνοι τους με το πραγματικό τους όνομα, μπλέχτηκαν στην εφορία που τους ζητά αναδρομικά, τους κυνηγούν οι δοσατζήδες (είναι όλοι τους σαν μπουλντόγκ, έτοιμοι να μπήξουν τα δόντια τους στο αυτί σου και να κρέμονται εκεί με κίνδυνο να σου το ξεριζώσουν), οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι καταμετρητές του ρεύματος, η Μάρα η γυναίκα του, ακόμα και… οι εκπρόσωποι πολιτικών κομμάτων! Κι έπειτα είναι οι καθημερινές βδέλλες, εκείνοι που σου τηλεφωνούν γα να σε ρωτήσουν σε ποιο σημείο της μετάφρασης έχεις φτάσει, και σου ζητούν να βιαστείς. Το κρεσέντο γίνεται γκροτέσκο με κατάληξη σκηνές μακάβριες, του ανθρώπου που παλεύει όχι με τον θάνατο, αλλά με τη ζωή, επειδή μοχθεί να βρει τα χρήματα για να πληρώσει τους γύρω του.

Προσωπικά αρνούμαι

Η επανάσταση πρέπει να ξεκινήσει από πολύ πιο μακριά.
Πρέπει να ξεκινήσει in interior homine.
     Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ακούμε πιο άμεσα τη φωνή του ίδιου του συγγραφέα, που «προσωπικά αρνείται» αυτόν τον ρυθμό ζωής «αρκεί όλοι να δουλεύουν, αρκεί να είναι έτοιμοι να ξεθεώνονται στη δουλειά».
     Δεν ήρθα εδώ για να αυξήσω τον μέσο όρο και τις ανάγκες μου αλλά για να καταστρέψω τον γυάλινο και τσιμεντένιο πύργο με όλες τις ανθρώπινες σχέσεις που περικλείει. Ο κόσμος πρέπει να μάθει να μη συνεργάζεται, να μην παράγει, να μην είναι διαρκώς στο πόδι, να μην αφήνει να γεννιούνται καινούργιες ανάγκες και να απαρνηθεί αυτές που ήδη έχει. 
     Η γλυκιά ρουτίνα στη μεγάλη πόλη (σούπερ μάρκετ, καυσαέριο, λακκούβες στους δρόμους, βιασύνη περαστικών κλπ) είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, σε τρεις εκπληκτικές σελίδες ο ήρωας/συγγραφέας εκθέτει σε σαρκαστικό ύφος το επαναστατικό του όραμα που ο ίδιος βαφτίζει «αντιακτιβιστικό και συνουσιολογικό νεοχριστιανισμό» ενώ παραδέχεται ότι… πρέπει να επιβιώσει.
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] Όπως επισημαίνει στο επίμετρο (https://www.academia.edu/95476728/%CE%95%CF%80%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF_%CF%83%CF%84%CE%BF_%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_Luciano_Bianciardi_%CE%A0%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AE_%CE%B6%CF%89%CE%AE_%CE%91%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%82_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B5%CF%82_%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7_2022_%CE%BC%CF%84%CF%86%CF%81_%CE%94%CE%AE%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CE%B1_%CE%94%CF%8C%CF%84%CF%83%CE%B7_)η εξαιρετική μεταφράστρια Δήμητρα Δότση, «η έκρηξη στα ορυχεία της Ριμπόλα, στην Τοσκάνη, όπου εγκλωβίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους σαράντα τρεις εργάτες, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κοσμοθεωρία του συγγραφέα και επιστρέφει συχνά πυκνά στο έργο του». Άλλωστε, το θέμα του πρώτου του βιβλίου, «Οι μεταλλωρύχοι της Μαρέμα», ήταν οι συνθήκες εργασίας και ζωής στα ορυχεία του Γκροσέτο.

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2023

Η γυναίκα του επάνω ορόφου, Claire Messud

Ευτυχισμένη, τρελή –ο όρος δεν έχει σημασία.
Ήταν σαν ο κόσμος να έχει γεμίσει φως.
Ήμουν Ευτυχισμένη.
Ήμουν ευτυχισμένη με κεφαλαίο Έψιλον, πραγματικά.
Ήμουν ερωτευμένη με τον έρωτα και κάθε τι (…) μού φαίνονταν όχι κάτι τυχαίο
αλλά μια αναπόφευκτη εκδήλωση της ομορφιάς της ζωής μου.
     Μια εξαπατημένη, οργισμένη γυναίκα μοιράζεται την «αλήθεια» της σε εξομολογητική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση και καταλαβαίνουμε από τις πρώτες σελίδες ότι πράγματι, κάτι άκρως εξοργιστικό της έχει συμβεί. Μια γλυκιά, ήρεμη σαρανταδυάχρονη δασκάλα που αγαπάει τη δουλειά της, με καλλιτεχνικές ανησυχίες, βρήκε την ευκαιρία να «αποδράσει» σε ένα τόπο όπου υπάρχει η Αληθινή Ζωή· συναντά το όνειρό της, και ζει την ψευδαίσθηση ότι έχει βγει από το τρομακτικό «Σπίτι με τους Καθρέφτες». Η Πραγματικότητα ωστόσο την προσγειώνει απότομα χαρίζοντάς της βαθύτερη γνώση του εαυτού της. Αυτό είναι το βασικό πλάνο της πλοκής, επενδυμένο με πλούσια και αντιφατικά συναισθήματα.
     Η Νόρα Μαρί Έλντριτζ αυτοπροσδιορίζεται ως η ήσυχη Γυναίκα του Επάνω Ορόφου (ούτε η «Γυναίκα του Υπογείου» που θεωρεί όλον τον κόσμο υπεύθυνο, ούτε της σοφίτας), σιωπηλή, διακριτική, σχεδόν αόρατη, που έχει μάθει να βάζει στη σκιά τις δικές της προσδοκίες: να ζήσει σαν καλλιτέχνης σ’ ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι με κήπο, με πολλά παιδιά, και… σκυλιά (τουλάχιστον η τέχνη και τα παιδιά –αυτά δεν ήταν διαπραγματεύσιμα). Έχει χάσει την -δημιουργική, ενθουσιώδη αλλά ελάχιστα πρακτική- μητέρα της και φροντίζει τον ηλικιωμένο πατέρα της, και γενικότερα ζει μια συμπαθητική ρουτίνα γνωρίζοντας ότι είναι «δημοφιλής» κι ευχάριστη στους άλλους, ενώ, παρόλη την μετριοπαθή της πορεία νιώθει βαθιά μέσα της ότι είναι ξεχωριστή: όντας καλή μαθήτρια πέρασε σε επόμενη τάξη και προσαρμόστηκε μια χαρά, ενώ στα μαθήματα καλλιτεχνικών ξεχώρισε για την ιδιαίτερη φαντασία της. Γαλουχημένη ωστόσο με τις αξίες της οικονομικής ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειας (αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο η μητέρα αντιμετώπισε την εκφυλιστική της πάθηση), υιοθέτησε την αντίληψη ότι η Σχολή Καλών Τεχνών δεν εξασφαλίζει το μέλλον, αλλά ότι το καλύτερο είναι να σπουδάσει μια επιστήμη και το δεύτερο πτυχίο της να αφορά την τέχνη (η μάνα της ανήκε στην γενιά των γυναικών που σπούδασαν μεν, αλλά δεν δούλεψαν), κι έτσι έγινε δασκάλα, επάγγελμα που φαίνεται να ασκεί με αγάπη κι ευσυνειδησία («Θα ασχοληθείς με την τέχνη σου έτσι κι αλλιώς»).
     Και τα χρόνια περνούν, κι έρχεται η «στιγμή Λούσι Τζόρνταν» (από το τραγούδι της Μάριαν Φέιθφουλ The ballad of Lucy Jordan), όταν η ζωή σού φαίνεται ασήμαντη και πάντα η ίδια, και δεν πιστεύεις ότι θα αλλάξει οτιδήποτε. Ότι δεν υπάρχει ελπίδα για σένα… μέχρι όμως τη στιγμή που ξεπηδά μια ευκαιρία, εκεί που πια δεν το περιμένεις (σου φαίνεται σαν να βρήκες ξαφνικά ένα σακί χρυσάφι όταν νόμιζες ότι δεν υπήρχε πια χρυσός στον κόσμο).
Όλα άρχισαν με το αγόρι
     Η ήρεμη ρουτίνα της Νόρας ανατρέπεται όταν γνωρίζει και συνδέεται με την γοητευτική και αντικομφορμιστική οικογένεια του Λιβανέζου Σκαντάρ Σαχίντ. Πρώτα το οκτάχρονο αγόρι, ο Ρεζά, μαθητής της (ένα παιδί παραμυθένιο) την κερδίζει από την πρώτη στιγμή με το γάργαρο γέλιο του, με τους τρόπους του αλλά και την «εξωτική» εμφάνισή του (Εξαιρετικός. Προσαρμόσιμος. Συμπονετικός. Μεγαλόψυχος. Πανέξυπνος. Πολύ γρήγορος. Πολύ γλυκός. Με φοβερή αίσθηση του χιούμορ).
     Και ύστερα η μητέρα, η Σιρένα, Ιταλίδα, που προσέρχεται στο σχολείο εξαιτίας του bullying που υφίσταται ο «μελαψός» γιος της από τους ψευτοπαλληκαράδες της τάξης του! Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μια «συνάντηση» ψυχών, από την πρώτη πάλι στιγμή, ή μάλλον από το πρώτο χαμόγελο (Ω, εσύ είσαι, φυσικά. Θα έπρεπε να το είχα καταλάβει/ήταν ένα πολύ παράξενο συναίσθημα, ανακούφισης και προειδοποίησης κινδύνου ταυτόχρονα). Η ευφορία που νιώθει η Νόρα είναι ακαριαία, κι ας μην γνωρίζει ακόμη ότι η Σιρένα είναι καλλιτέχνιδα, όπως αποκαλύπτεται αργότερα, καταξιωμένη σε σημαντικούς καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού. Οι παιδαγωγικές απόψεις τους για την τιμωρία των παλληκαράδων αλλά και για την προσαρμογή του Ρεζά φέρνει τις δυο γυναίκες πολύ κοντά ενώ το κοινό τους πάθος, η τέχνη, ανοίγει ένα βαθύ κανάλι επικοινωνίας, προβληματισμών και δημιουργικών ανησυχιών, στις οποίες ο συγγραφέας επιτρέπει και στον αναγνώστη να συμμετέχει. Γιατί η Σιρένα είναι καλλιτέχνιδα ευρείας κλίμακας εγκαταστάσεων με συνοδεία βίντεο, που αποκαλύπτουν ότι ο όμορφος κόσμος είναι ψεύτικος (συγκεκριμένα τώρα δουλεύει μια εκδοχή της «Χώρας των Θαυμάτων» (οράματα του παραδείσου, ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς κι έπειτα όταν βρεθείς μέσα τους, από κοντά, συνειδητοποιείς ότι τα λουλούδια είναι λεκιασμένα με βρομιές και τα αναρριχητικά καταρρέουν κλπ κλπ)), σε αντίθεση με την Νόρα που φτιάχνει τρισδιάστατες εικόνες/μινιατούρες σε πολύ μικρούς χώρους, π.χ. σε ένα κουτί παπουτσιών, όπου πάντα όμως υπήρχε μια μικρή κρυμμένη σιλουέτα, που ήταν η Χαρά (ακόμα και στις σκηνές θανάτου τη βάζω). Αποφασίζουν να δουλέψουν μαζί σε κοινό ατελιέ, ένα παλιό εργοστάσιο που ανακάλυψε η Σιρένα, και η κοινή απασχόληση πάνω σε τόσο διαφορετικό αντικείμενο δίνει ευκαιρία στην Νόρα για εμβάθυνση και αυτογνωσία, για συζήτηση και περιδιάβαση στις έννοιες (σαν να ήσουν έντεκα χρονών και λαχταρούσες τη συντροφιά της καλύτερής σου φίλης). Είναι μια χρυσή περίοδος, που γεμίζει τη Νόρα ζωντάνια και όρεξη (το θαύμα της πρώτης χρονιάς Σαχίντ), και όλα στη Σιρένα της αρέσουν, ακόμα και … τα βρόμικα φλυτζάνια εδώ κι εκεί (είχε το ταλέντο να κάνει τα πράγματα όμορφα). Η πρωταγωνίστριά μας είναι γεμάτη ενέργεια και δουλεύει με χαρά τα «κουκλόσπιτά της (μικρογραφίες των δωματίων της Άλις Νιλ, της Ίντι Σέτζουικ, της Βιρτζίνιας Γουλφ, της Έμιλι Ντίκινσον) ψάχνοντας το πνευματικό νόημα αυτής της δημιουργικής ορμής.
     Και τέλος, ο σύζυγος της Σιρένα, ο Σκαντάρ, καθηγητής Ιστορίας, θύμα του εμφύλιου στον Λίβανο! Εισβάλλει ξαφνικά στο ατελιέ, όσο η Νόρα δουλεύει μόνη βραδιάτικα, σπάει τις νόρμες και τα φράγματα και χτίζει με τη Νόρα μια σχέση διαπροσωπική, σπάνια και αβίαστη. Γρήγορα η Νόρα συνειδητοποιεί ότι της αρέσει και σαν άντρας (ήθελα αμέσως να αγγίξω το σαγόνι του και να νιώσω την τραχύτητα από τα βραδινά γένια του). Κέφι, γέλιο και χαρά είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα στην συνάντησή τους και Νόρα έχει κίνητρο να ψάξει για το δημοφιλές ζευγάρι στο…google!
     Έτσι, με πολλές αναφορές και λεπτομέρειες η ηρωίδα/αφηγήτρια μάς δίνει να καταλάβουμε ότι οι τρεις Σαχίντ ανέτρεψαν κάθε ηρεμία και τάξη στη ζωή της (πριν από τους Σαχίντ νόμιζα ότι καταλάβαινα τον έρωτα και τι ήταν και πώς ένιωθα γι’ αυτό/ξέρω τι σκέφτεστε. Σκέφτεστε ότι την είχα ερωτευτεί –που ήταν αλήθεια- αλλά με ρομαντικό τρόπο- που δεν ίσχυε). Και δεν είναι τόσο άπειρη όσο θα πίστευε κανείς για «γυναίκα του επάνω ορόφου» (μόνο και μόνο επειδή κάτι είναι αόρατο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει/ ποιος βλέπει τα αόρατα συναισθήματα, τα άγραφα γεγονότα; Ποιος είναι εκείνος που όχι μόνο βλέπει τον έρωτα, πιο φευγαλέο από οποιοδήποτε φάντασμα, αλλά μπορεί και να τον αδράξει; Με ποιο δικαίωμα μου λέτε ότι δεν ξέρω τι είναι έρωτας;). Η ήρεμη, με σταθερές αξίες στοχαστική ζωή είναι επιλογή της. Τώρα όμως η οικογένεια Σαχίντ «αναστάτωσε τις στέρεες παρατάξεις»[1], σε βαθμό καταφανή. Άλλωστε, και οι φίλες τους νιώθουν την εσωτερική αλλαγή της Νόρας.
     Ωστόσο, καθώς μας περιγράφει την τότε εσωτερική της διέγερση, που παίρνει πολλές μορφές, πετάει πινελιές μίσους και οργής από το παρόν (μπορώ να σας πω τελείως ατάραχα ότι θα μπορούσα να τους σκοτώσω –ότι πάνω απ’ όλα θα μπορούσα να σκοτώσω εκείνη/ω μην ανησυχείτε, δεν θα το κάνω. Είμαι ακίνδυνη. Εμείς οι Γυναίκες του Πάνω Ορόφου είμαστε κι αυτό. Αλλά θα μπορούσα).
     Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί με αυξημένο ενδιαφέρον τα σκαμπανεβάσματα στη σχέση της Νόρας με καθένα από τα τρία μέλη της οικογένειας. Ένα ακόμα σοβαρό επεισόδιο μπούλινγκ απομακρύνει την οικογένεια, καθώς συμπίπτουν και οι διακοπές των Χριστουγέννων –και το μαρτύριο της μοναξιάς και της αναμονής χωρίς να έχει νέα τους διαδέχεται σύντομα μια νέα φάση προσέγγισης, ακόμα πιο στενής και ουσιαστικής: τώρα η Σιρένα τής προτείνει να κρατάει κάποια βράδια τον Ρεζά, όταν οι δυο γονείς θα λείπουν! Η Νόρα εισέρχεται κανονικά και με… τον νόμο στον πυρήνα της οικογένειας, υποκαθιστά τη μητρική σχέση με τον Ρεζά ο οποίος της δείχνει απίστευτη εμπιστοσύνη, εκτιμά με ειλικρίνεια την τέχνη της, ενώ τα βράδια την συνοδεύει στο σπίτι της ο Σκαντάρ, χτίζοντας μια σχέση που δεν αργεί να γίνει ερωτική, της μιας βραδιάς. Η Νόρα ζει σ ένα πέλαγος ευτυχίας, με την ψευδαίσθηση ότι έχει οικογένεια εφόσον και με τους τρεις μοιράζεται μυστικές στιγμές, νιώθει ότι την αγαπούν, βοηθάει την Σιρένα δημιουργικά στην έκθεση που εκείνη έχει προγραμματίσει στο Παρίσι (φτάνει να ακυρώσει το ραντεβού με τον καρτερικό πατέρα της για να βοηθήσει τη Σιρένα), και βασικά, είναι ευτυχισμένη (όλη η ζωή ήταν ξαφνικά δυνητικά συναρπαστική/ζούσα συνειδητά μ’ έναν τρόπο εντελώς καινούργιο για μένα).
     Τα έντονα συναισθήματα είναι αδιαπραγμάτευτα, τα κρατάει σαν φυλαχτό ακόμα κι αν υπάρχει η πιθανότητα να μην είναι αμοιβαία, κι όταν τα μοιράζεται με τις φίλες της κι εκείνες της επισημαίνουν διάφορες ολισθηρές διαστάσεις (δεν αρνούμαι τα συναισθήματά σου, κάνω απλώς μια ερώτηση για την ιστορία που επιλέγεις να πεις γι’ αυτά τα συναισθήματα), εκείνη οχυρώνεται (απλώς και μόνο επειδή κάποιος σας εξηγεί με λογικά επιχειρήματα ότι δεν νιώθεις στ’ αλήθεια αυτό που νιώθεις, δεν αρκεί για να κάνει το συναίσθημα να φύγει).
     Οι μεθυστικές εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν εβδομάδες πυρετώδους προετοιμασίας για την έκθεση του έργου της Σιρένα, ένα έργο διαδραστικό, που ανιχνεύει τη «ζωτική δύναμη», που «ανοίγει τις πόρτες του δυνατού στο να ανακαλύψει ο καθένας την "δική του Χώρα των Θαυμάτων"». Το concept περιλάμβανε την επίσκεψη της τάξης της Νόρας και την μαγνητοσκόπηση των αντιδράσεων των παιδιών, μετά βέβαια από έγκριση των γονέων. Ο χρόνος πιέζει και ο αναγνώστης αρχίζει να νιώθει ότι η Σιρένα μεταμορφώνεται σε εγωκεντρική και αυταρχική καλλιτέχνιδα. Η Νόρα όμως δουλεύει με πάθος πολλές φορές μόνη της στο ατελιέ, φτάνει σε έκσταση χορεύοντας ημίγυμνη και μισομεθυσμένη παίρνοντας φωτογραφίες τον εαυτό της, κι αφήνοντας τα εκρηκτικά της συναισθήματα να την κατακλύσουν (τα ένιωθα όλα με τον ζήλο κάποιου που μόλις είχε ξυπνήσει –μα τον θεό ένιωθα και ένιωθα και ένιωθα/Ω, η μεγάλη περιπέτεια! Η ζωή εκεί, μπροστά μου, το ατελείωτο συμπόσιο που με περίμενε).
     Είναι το χρονικό σημείο όπου οι αστέρες προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον μέχρι που σχεδόν άπτονται, αλλά στη συνέχεια αρχίζουν κι απομακρύνονται. Την χρονική στιγμή που η Νόρα αισθάνεται έτοιμη να μοιραστεί τα πανάκριβα συναισθήματά της, η Σιρένα, απορροφημένη από την σούπερ διοργάνωσή της, εξαφανίζεται χωρίς προειδοποίηση, κι όταν επανεμφανίζεται έχει «συγκλονιστικά νέα» (όπως συνέβαινε τόσο συχνά –μ’ εμάς τις Γυναίκες του Επάνω ορόφου!- η ζωή της θα αποδεικνυόταν πιο σημαντική από τη δική μου ζωή). Ο ενθουσιασμός της Σιρένα «αδειάζει» για άλλη μια φορά τη Νόρα, εκμηδενίζοντας την δική της ύπαρξη (περιττό να σας πω ότι με έγδερνε ζωντανή). Γρήγορα και με οδυνηρό τρόπο η Νόρα αντιλαμβάνεται ότι την είχε χάσει, ότι η "Σιρένα κινούνταν σε άλλη σφαίρα". Η φόρτιση την οδηγεί να χάσει το μέτρο και τον εαυτό της, να αναζητήσει την ελευθερία και τη λύτρωση σε ένα είδος «εξορκισμού», όπως η ίδια παραδέχεται (ήμουν ολοκληρωτικά μια άλλη Νόρα).
     Δεν ήταν όμως βέβαια αυτή η διάψευση, απογοήτευση, η τραυματισμένη χαρά ή η έλλειψη αμοιβαιότητας που έκανε την «συμπαθητική, ήπια γλυκιά δασκάλα» να ξεπεράσει το όριο της αγανάκτησης και της οργής. Η Νόρα έχει την απαραίτητη ηθική ακεραιότητα να θαυμάσει το έργο της Σιρένα, να συμμετέχει, να βάλει στην άκρη το πληγωμένο της εγώ, να μην συγκρίνει και να μην υποτιμήσει τις δικές της καλλιτεχνικές, ερασιτεχνικές προσπάθειες. Ακόμα κι όταν φεύγουν οι Σαχίντ δημιουργώντας της συναισθήματα ψυχικής εγκατάλειψης, κι όταν η ίδια μετά από δυο χρόνια επισκέπτεται την έκθεση της σούπερ πετυχημένης Σιρένα, παραδέχεται ότι της χάρισαν στιγμές απίστευτης ζωντάνιας, χαράς και αγάπης...
     ...μέχρι την φρικτή ανατροπή, που συμβαίνει απότομα και στη ζωή της Νόρας αλλά και στον αναγνώστη (στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου) και γεμίζει και την πρωταγωνίστρια αλλά και τον αναγνώστη θυμό απέναντι στην Σιρένα  και τον Σκαντάρ. Αγανάκτηση που ξεχειλίζει – μια δικαιολογημένη Οργή που όταν εκλογικεύεται θέτει άπειρα ερωτήματα και ηθικά διλήμματα. Μια οργή που θα γίνει κινητήρια δύναμη στη Νόρα για να οριοθετήσει τον εαυτό της (το ότι είμαι έξαλλη, δολοφονικά έξαλλη, σημαίνει ότι είμαι ζωντανή).
     Η οργή μου δεν είναι οργή ασήμαντου ανθρώπου, γλυκιάς κοπέλας, υπάκουης κόρης. Η οργή μου είναι ένας κολοσσός. Γιατί δεν πρόκειται για μια περιστασιακή απογοήτευση. Στο βιβλίο αυτό η συγγραφέας μας δίνει την ευκαιρία, με συναισθηματικό τρόπο, να ψηλαφίσουμε ένα πρόβλημα/θέμα/ζήτημα στο οποίο σκοντάφτει όλη η σύγχρονη κοινωνία και καθένας από μας χωριστά: την σχέση τέχνης και ζωής, εικόνας και ανθρώπινης επαφής.
    Έτσι η Νόρα, μεταμορφωμένη και ανασυγκροτημένη, τελειώνοντας την αφήγησή της, αναφωνεί:
     Περιμένετε και θα δείτε.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Μ. Αναγνωστάκη, «Το σκάκι»: Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω/Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει/Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη/Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου/Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά/Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Τρίτη, Ιουνίου 20, 2023

Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας, Εντουάρ Λουί

Ήταν σίγουρη πως άξιζε μιαν άλλη ζωή,
πως αυτή η ζωή υπήρχε κάπου, αφηρημένα, σε έναν εικονικό κόσμο,
πως ένα τίποτα θα αρκούσε για να την αγγίξει,
και πως η ζωή της στον πραγματικό κόσμο ήταν
αυτό που ήταν κατά λάθος.
     Μια γυναίκα που τη γνωρίσαμε αλλοτριωμένη από τη μιζέρια, τη φτώχεια, τις ταπεινώσεις και την εξαθλίωση όπως περιγράφονται στο πρώτο -αυτοβιογραφικό- βιβλίο «Για να τελειώνουμε με τον Εντυ Μπελγκέλ», αναδύεται εδώ κάτω από ένα άλλο πρίσμα. Ο γιος, ο συγγραφέας, ανεξάρτητος κι απελευθερωμένος πια από τους δικούς του «δαίμονες», ανακαλύπτει (κι αποκαλύπτει) τα κρυμμένα πρόσωπα της γυναίκας που τον έφερε στον κόσμο. Όχι μόνο της μητέρας-νοικοκυράς πέντε παιδιών από δύο βάναυσους άντρες, αλλά του κοριτσιού, της γυναίκας, της κυρίας. Μιας γυναίκας που θέλει να ζει ελεύθερη, με όνειρα για ευτυχία, με μέλλον και δυνατότητες.
     Μια φωτογραφία που η μητέρα του είχε τραβήξει στον εαυτό της όταν ήταν είκοσι χρονών, στέλνει μηνύματα στον Εντύ για την ύπαρξη μιας προσωπικότητας για την οποία ο ίδιος δεν είχε ιδέα. Μιας προσωπικότητας που ακρωτηριάστηκε στα 20 χρόνια που ακολούθησαν, και τον κάνουν να αναρωτιέται ποιο μερίδιο ευθύνης έχει κι εκείνος μπροστά σ’ αυτήν την καταστροφή. Ο συγγραφέας, έχοντας απαρνηθεί όλον συνολικά τον κόσμο της παιδικής του ηλικίας που τον έκανε να υποφέρει, έχει αποκηρύξει για πολλά χρόνια και την ίδια του τη μάνα, καθώς κύριο μέλημά του ήταν μην τυχόν εκείνη καταλάβει την ιδιαιτερότητα, την διαφορετικότητά του (δεν ήθελα να μάθεις πως σχεδόν κάθε μέρα δυο αγόρια με περίμεναν στον διάδρομο της βιβλιοθήκης του ίδιου εκείνου σχολείου για να με χαστουκίσουν και να με φτύσουν στο πρόσωπο, να με τιμωρήσουν γι' αυτό που ήμουν).
     Στο βάρος που κουβαλάει ο μικρός Εντύ[1] -να δώσει όνομα στην διαφορετικότητά του, να την αποδεχτεί, να αντέξει τα γιουχαΐσματα και τις κοροϊδίες μικρών και μεγάλων, στον τρόμο της απομόνωσης- προστίθεται κι ένα ακόμα δυσβάσταχτο άχθος: να μη μάθουν οι γονείς, αλλά κυρίως η μάνα, την αληθινή του ταυτότητα (δεν ήθελα να ξέρεις ποιος είμαι/όλα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα έζησα με τον τρόμο πως θα μάθεις για μένα/ ο αγώνας ενός γιου να μην είναι γιος). Δείχνει σε όλους ότι είναι ένα ευτυχισμένο παιδί, χαμογελά ακόμα και στους βασανιστές του, παρόλο που νιώθει βαθιά αποξενωμένος από τον βαθύτερό του εαυτό.
     Ο βίος της Μονίκ Μπελγκέλ δεν είναι ασυνήθιστος. Περήφανη που γεννήθηκε σε κωμόπολη του βορρά κι όχι σε χωριό όπως ο πατέρας, είναι έξυπνη, θέλει να σπουδάσει, να γίνει μαγείρισσα, αλλά μένει έγκυος από τα 17 και παντρεύεται τον πρώτο σύζυγο, άξεστο και μέθυσο, τον οποίο και εγκατέλειψε (πέθανε από κίρρωση του ήπατος). Με δυο μικρά παιδιά, ερωτεύτηκε τον πατέρα του Εντύ, ωστόσο γρήγορα εκείνος έγινε «σαν όλους τους άλλους». Ακολουθεί ο Εντύ και λίγα χρόνια αργότερα δύο δίδυμα (παρά το σπιράλ!), ενώ όταν ο πατέρας μένει άνεργος από εργατικό ατύχημα, η εξαθλίωση χτυπάει κόκκινο (τι μπορούσε να κάνει; Έκανε ό, τι μπορούσε για να μη νιώσει απόλυτη ασφυξία).
     Ήταν πολύ νέα όταν μπήκε στα βάσανα, ήταν πολύ νέα όταν αποφάσισε να απελευθερωθεί, φεύγοντας για δεύτερη φορά από έναν (δεύτερο) γάμο που την σκλάβωνε (ένιωσα περήφανος για σένα. Σ’ το έχω πει;). Το κοριτσάκι μέσα της όχι μόνο δεν έχει πεθάνει αλλά γυρεύει να βγει και να ζήσει τη ζωή που πάντα ονειρευόταν. Κατά τα είκοσι χρόνια όμως σκλαβιάς, που συμπίπτουν με την ενηλικίωση του Εντύ (και την απόδρασή του στην Αμιένη) η μάνα όχι μόνο υπομένει τον ζυγό της φτώχειας και το άγχος της επιβίωσης, αλλά αμέτρητες προσβολές και βία από τον σχεδόν αλκοολικό άντρα της (δεν ξέρω γιατί ο πατέρας σου νιώθει την ανάγκη να με ταπεινώνει έτσι). Τα ξεσπάσματα χαρά κι αισιοδοξίας είναι μετρημένα στα δάχτυλα (πίνει, γελάει, πάει στο πλανόδιο τσίρκο, ονειρεύεται διακοπές με πάθος/ γιατί δεν έχω δικαίωμα να είμαι χαρούμενη;) και τις σπάνιες φορές που συμβαίνουν προκαλούν αποτροπιασμό ακόμα και στον Εντύ (είχα τόσο πολύ συνηθίσει να την βλέπω δυστυχισμένη μέσα στο σπίτι που η ευτυχία στο πρόσωπό της μου φαινόταν σκάνδαλο, απάτη, ψέμα που έπρεπε να αποκαλύψω όσο πιο γρήγορα γινόταν). Φτάνει στο σημείο να την απαρνηθεί όχι μια και δυο φορές όσο είναι μαθητής, ακόμη και να ντρέπεται γι’ αυτήν, για το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί και για το άξεστο φέρσιμό της (Εκείνη: Εντάξει, δεν σε ντρόπιασα και τόσο, ε;).
Η ιστορία της σχέσης μας άρχισε τη μέρα του χωρισμού μας
     Έτσι, καθώς γράφει αυτό το βιβλίο ο Εντουάρ Λουί, μεγάλος πια και κατασταλαγμένος, συνειδητοποιεί πόσο μόνη και αβοήθητη ήταν η μητέρα του, όταν προσπάθησε για δεύτερη φορά να μηδενίσει το κοντέρ και να ξαναρχίσει απ' την αρχή. Πόσο η ίδια ποθούσε να ζήσει κάποιες χαρές της «μπουρζουάδικης» ζωής (ψώνια, ταξίδια, ωραίο φαγητό, κυρίως όμως ελευθερία). Ωστόσο, η πορεία όσων θέλουν να μεταβούν από τη μια κοινωνική τάξη σε μια άλλη είναι δύσκολη –επειδή αδυνατούσαν να προσαρμοστούν, επειδή αγνοούσαν τους κώδικες του κόσμου στον οποίο εισέρχονταν.
     Ήδη ο ίδιος ο Εντύ που έχει πάει σχολείο, γνωρίζει κάποιους «κώδικες» (π.χ. τη γλώσσα, τον τρόπο να ντύνεται κλπ) μπαίνει στον κύκλο των φοιτητών και των καλλιτεχνών, έχει διαφορετικό λεξιλόγιο και, τώρα ως συγγραφέας, συνειδητοποιεί ότι σε κείνη τη φάση και ο ίδιος «ασκούσε -με τη σειρά του- βία»: ήθελα να χρησιμοποιήσω την καινούργια μου ζωή ως εκδίκηση ενάντια στην παιδική μου ηλικία, ενάντια σε όλες τις φορές που μου είχατε δώσει να καταλάβω, ο πατέρας μου κι εσύ, πως δεν ήμουν ο γιος που θα θέλατε να είχατε. Σ’ αυτήν τη χρονική φάση η κοινωνική απόσταση μεγαλώνει, νιώθει ότι δεν έχουν τίποτα κοινό, τίποτα να πουν, κι ωστόσο όλα αλλάζουν όταν η Μονίκ αποφασίζει να αλλάξει ζωή.
Μου έχουν πει πως η λογοτεχνία δεν πρέπει ποτέ να προσπαθεί να εξηγήσει,
μόνο να απεικονίζει την πραγματικότητα,
κι εγώ γράφω για να εξηγήσω και να κατανοήσω τη ζωή της
     Από κάποιο σημείο και μετά, η απόσταση από τον κόσμο του χωριού κάνει τον Εντύ να δει καθαρότερα. Πρώτα πρώτα τη βία που στον τόπο του θεωρούνταν δεδομένη (π.χ. ο άντρας να δέρνει τη γυναίκα). Όταν πια απελευθερώνεται και η μητέρα του, όταν αναφωνεί «Ποτέ πια», όταν αρχίζει να ψάχνει για δουλειά στη μεγάλη πόλη, το νόημα κάθε λέξης, κάθε πραγματικότητας άλλαζε. Αρχίζει να προσέχει και να περιποιείται τον εαυτό της, το Παρίσι την μαγεύει, η συνομιλία με την Κατρίν Ντενέβ για κείνη είναι σαν παραμύθι… Η μεταμόρφωση επέρχεται σχετικά γρήγορα κι ο Εντύ απολαμβάνει τις στιγμές ευτυχίας της, όταν δε η Μονίκ συναντά και σχετίζεται με κάποιον τρίτο άνδρα (που κατάλαβε ότι «δεν ήταν σαν τους προηγούμενους»), όταν βάζει εκείνη τα όριά της κι όταν, κυρίως, μιλάει με περηφάνια για τις επιλογές της ως γυναίκας (το να γίνει γυναίκα ήταν μια κατάκτηση), σύμφωνα με τον συγγραφέα «γίνεται με τον δικό της τρόπο πολιτικό υποκείμενο».
     Οι δυο «χαμένοι» της ιστορίας (εκείνη η γυναίκα κι εγώ, το τερατώδες παιδί), πέρα από την πραγματική συγγένεια, συναντιούνται ακριβώς στα σύνορα του κοινωνικού αποκλεισμού και της αναζήτησης της αληθινής/ελεύθερης ταυτότητας:
     Το πρόσωπο που είμαι εγώ, δεν είχε υπάρξει ποτέ άντρας. Και αυτή η διαταραχή του πραγματικού με φέρνει πιο κοντά της. Ίσως εδώ, σε αυτόν τον μη τόπο της ύπαρξής μου, μπορώ να προσπαθήσω να καταλάβω ποια είναι και τι έχει βιώσει.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Ο συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά στο πρώτο του βιβλίο