Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Μανιφέστο. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Μανιφέστο. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαΐου 20, 2026

Αυγουστιάτικη βροχή, Φρανθίσκο Άλβαρεθ

Η αλήθεια είναι μια αιθέρια και εύπλαστη έννοια,
που αλλάζει χρώμα, σχήμα και πλευρό με ευκολία
     Εντυπωσιακά ενδιαφέρον μυθιστόρημα, που ουσιαστικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένα «μυθιστορηματικό χρονικό» της δολοφονίας του αναρχικού «μηχανικού, πιστολέρο, απαλλοτριωτή τραπεζών, χαρισματικού συνδικαλιστή, πολιτοφύλακα της αντιφασιστικής Βαρκελώνης»[1] Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι[2],[3], του επονομαζόμενου Πέπε ή «Γορίλα», θρυλικής μορφής του αναρχικού κινήματος της Ισπανίας (μέλους βέβαια της CNT), που σκοτώθηκε σε εμφύλια συμπλοκή στη Μαδρίτη στις 20 Νοεμβρίου του 1936 (Η Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας ή CNT είναι μια ισπανική συνομοσπονδία αναρχοσυνδικαλιστικών ενώσεων συνδεδεμένη με την Διεθνή Ένωση Εργαζομένων. Όταν οι δύο αυτές ενώσεις συνεργάζονταν ήταν γνωστές ως CNT-AIT. Ιστορικά, η CNT είναι στενά συνδεδεμένη και με την Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών ή FAI. Σ’ αυτήν τη συνεργασία ήταν γνωστή ως CNT-FAI. Σε ολόκληρη την ιστορία της, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στο ισπανικό εργατικό κίνημα)[4]. Πέρα όμως από το κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον, το βιβλίο συναρπάζει και λόγω του ύφους, που είναι πολύ διεισδυτικό, μεστό και με ριπές χιούμορ.
     Όπως είναι εύλογο, πολλές προσωπικότητες του μυθιστορήματος είναι ιστορικά, υπαρκτά πρόσωπα. Η ιστορική τεκμηρίωση που είναι απαραίτητη όταν καταπιάνεται κανείς με τέτοιες πολυθρύλητες προσωπικότητες, διασώζεται απ’ τον συγγραφέα μ’ έναν πολύ ευφυή τρόπο: στο αφηγηματικό «σήμερα» -50 χρόνια μετά τον θάνατο του ήρωα, η βασική αφηγήτρια Λιμπερτάδ Κασάλ, δημοσιογράφος στη «Nouvel Observateur», διερευνά την «αλήθεια» σχετικά με τον θάνατο του Ντουρούτι, δηλαδή όχι μόνο τις συνθήκες του θανάτου αλλά και ποιος τον σκότωσε τελικά, πράγμα που ιστορικά είναι αδιευκρίνιστο (υπάρχει υπόνοια ότι τον «καθάρισαν» κάποιοι από τους Δημοκρατικούς καθότι ο Ντουρούτι κατά την πολιορκία της Μαδρίτης συνεργάστηκε με τις δημοκρατικές και πιο συντηρητικές αναρχικές δυνάμεις, αν και η επίσημη εκδοχή είναι ότι πυροβολήθηκε από ελεύθερο σκοπευτή των εθνικιστών). Μην ξεχνάμε, είναι η κρίσιμη περίοδος για τον ισπανικό εμφύλιο (που ξεκίνησε επίσημα τον Ιούλιο του 1936) μεταξύ των Ισπανών Εθνικιστών υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο και των Δημοκρατικών (που συνεργάζονταν με τους «Κόκκινους»), δηλαδή του συνασπισμού των αριστερών, σοσιαλιστών, αναρχικών και κομμουνιστών[5].
     Η Λιμπερτάδ Κασάλ, της οποίας η μητέρα ως νοσοκόμα περιέθαλψε τον Ντουρούτι στο νοσοκομείο στις τελευταίες του στιγμές, έχει ως κίνητρο της έρευνας μια πολύ χαλαρή προσωπική σύνδεση με τον θρυλικό αγωνιστή, στον οποίο χρωστάει το όνομά της. Προκειμένου να μαζέψει σχετικά στοιχεία ταξιδεύει στην Σοβιετική ένωση του 1986, για να συναντήσει τον Αστουριάνο -ηλικιωμένο πια- Αντρές Τουδέλα, στέλεχος παλιό του ΚΚΙ, που ήταν και το τελευταίο πρόσωπο που είδε ζωντανό τον Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, όπως και τη γυναίκα του Ντουρούτι, την Εμιλιέν Μορέν ή Μιμί, που ζούσε τότε με την κόρη τους Κολέτ στη Βρετάνη. Ωστόσο δε συμμετέχει στην αφήγηση παρά σε ελάχιστα, μικρά κι αυτόνομα κεφάλαια του βιβλίου, σε α΄ ενικό, ενώ στον κύριο κορμό υπάρχει η παραστατική φωνή ενός αφηγητή παντογνώστη, που αντίστοιχα σε κάθε κεφάλαιο ζωντανεύει με κάθε λεπτομέρεια επεισόδια από τη δράση των αναρχικών, αυτήν την δύσκολη, περίπλοκη και τόσο κρίσιμη εποχή που προηγήθηκε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
     Έργα και ημέρες
Η ταξική πάλη στην Ισπανία πλέον δεν είναι πάλη, αλλά ανοιχτός πόλεμος
     Ο συγγραφέας μεταφέρει με πολλή ενάργεια τα «κατορθώματα» του Ντουρούτι αλλά και των στενών του συνεργατών: Φρανθίσκο Ασκάσο Αμπαδία[6], Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ[7], Εσκαρτίν κ.α., με τους οποίους ίδρυσαν από το 1922 τους «Λος σολιδάριος»[8] (Αλληλέγγυους), μια αναρχική στρατιωτική καταλανική ομάδα καμιάς εικοσαριάς ατόμων (οικοδόμοι, σιδεράδες, λιμενεργάτες κ.α.), με πλούσια δράση σε ληστείες και δολοφονίες αξιωματούχων του καθεστώτος, συνήθως ως αντίποινα (το 1923 έχουμε τη δικτατορία του στρατιωτικού Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα[9] -ο γιος του Χοσέ ήταν αυτός που ίδρυσε την Φάλαγγα, το στρατιωτικό σώμα του Φράνκο). Ο Ντουρούτι διευκρινίζει πάντα, όποτε του δίνεται η ευκαιρία, ότι δεν πρόκειται για «τρομοκρατική» ομάδα, αλλά για «ομάδα εργατικής αυτοάμυνας».
     Παρακολουθούμε αρχικά με κινηματογραφικές λεπτομέρειες τις δράσεις των Σολιδάριος αυτά τα χρόνια, π.χ. τη δολοφονία του καρδινάλιου της Σαραγόσα Χουάν Σολδεβίλα Ρομέρο (μήπως ξεχάσαμε πως αυτό το αγγελούδι έδινε οδηγίες στους πιστολέρο του Ελεύθερου Συνδικάτου που εξοντώνουν αναρχικούς στην Καταλονία;), σε απάντηση της δολοφονίας των αναρχικών Σαλβαδόρ Σεγκί και Φρανσέσκ Κόμες που «δολοφονήθηκαν στη Βαρκελώνη απ’ τους μπράβους της εργοδοσίας και του καρδινάλιου», ή την «ηχηρή» ληστεία της Τράπεζας της Ισπανίας της Χιχόν, με θύμα τον Διευθυντή της Τράπεζας (που πήγε να αντισταθεί) Αλκαράτε Άλβαρεθ και λάφυρα 600.000 πεσέτες, που φυσικά μοιράστηκαν στους αγωνιστές για τον αγώνα υπό μορφή τουφεκιών και φυσιγγιών, κυρίως (Ντουρούτι: αυτό που εσύ αποκαλείς ληστεία τραπεζών εμείς το αποκαλούμε απαλλοτριωτικό αναρχισμό). Αυτή η πανωλεθρία αναγκάζει την ισπανική αστυνομία να συσπειρωθεί και να κηρύξει ανελέητη δίωξη που πολλές φορές έχει θύματα ανεκτίμητους συντρόφους, όπως τον Εουσέμπιο Μπράου και τον Ραφαέλ Εσκαρτίν.
     Έχουμε όμως και κεφάλαια όπου ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα των αναρχοσυνδικαλιστών ηρώων μας, μια καθημερινότητα που ζωντανεύει από τη χαρισματική πέννα του συγγραφέα -με ξεχωριστή θεατρικότητα, και… χιούμορ! Περιστατικά που αναδεικνύουν το ήθος και το φρόνημα όλων, με προεξάρχοντα βέβαια τον Ντουρούτι[10], που δικαιολογημένα ήταν θρύλος και τόσο αγαπητός, ώστε εν μέσω εμφυλίου, στην κηδεία του παρέστησαν 500.000 άνθρωποι! Ο ίδιος βέβαια αυτοσυστήνεται ως «μαθητευόμενος πολιτοφύλακας της φάλαγγας Ντουρούτι»! Ήταν δεινός ρήτορας, γοήτευε τα πλήθη όχι μόνο με τα λόγια του (έχουμε δείγματα των λόγων του[11]), αλλά κυρίως με το παράδειγμά του (δεν ήταν σαν τους Στρατηγούς της Δημοκρατίας, που δεν διακινδύνευαν τη ζωή τους στην πρώτη γραμμή. Ο Πέπε ήταν αρχηγός των πολιτοφυλακών αλλά δεν θέλησε ποτέ να γίνει στρατιωτικός. Ο κίνδυνος ήταν ανέκαθεν κομμάτι της ζωής του). Άλλωστε, ιδιαίτερα γοητευτικό είναι τα κεφάλαιο όπου με φλας μπακ βλέπουμε «πώς γεννήθηκε και μεγάλωσε ένας θρύλος», μέσα στη φτώχεια, με τον πατέρα του να τον συλλαμβάνουν όταν ο ίδιος ήταν 7 χρονών, ως υποκινητή της απεργίας των βυρσοδεψών. Είναι η εποχή του πολέμου στο Μαρόκο (υπάρχει αναφορά στην πολύνεκρη μάχη στο Ανουάλ[12]) όπου έστελναν βορά των κανονιών τα παιδιά των φτωχών οικογενειών. Ο πατέρας του Ντουρούτι πέθανε προτού προλάβει να μάθει ότι επρόκειτο να χάσει τέσσερα από τα έξι παιδιά του που θα πέθαιναν επειδή ήταν σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί ή φαλαγγίτες, ανάλογα με τη στιγμή και την περίσταση. Στο ίδιο αναδρομικό κεφάλαιο μαθαίνουμε ότι ο Ντουρούτι, ενώ είχε την ευκαιρία να σπουδάσει, επέλεξε να γίνει εργάτης «σαν τον πατέρα του» κι έγινε μηχανικός στα δεκατέσσερα, αλλά και «σοσιαλιστής»!
     Οι αστυνομικές αναφορές σχετικά με τα μέλη της άπιαστης αυτής ελευθεριακής οργάνωσης είναι απίθανες, καθώς τα μέλη της εφάρμοζαν ένα σύστημα εκ περιτροπής όταν προέβαιναν σε κάποια δράση, κι αυτό δυσκόλευε την αστυνομία (παντού και πουθενά. Σκόρπιοι, άπιαστοι…). Επίσης τα μέλη της διακατέχονται από χιούμορ, φαντασία, ανθρωπιά, πίστη στις αξίες τους και βαθιά αγάπη του καθένα για τον άλλον, π.χ. μιλάει ο Ντουρούτι μέσα από τη φυλακή: «Μη στενοχωριέσαι για μένα, δεν είμαι δυστυχισμένος. Τις δυστυχίες μου τις αντέχω ο ίδιος με τα ιδανικά μου, που είναι πιο ισχυρά απ’ όλες τις ανθρώπινες μικροπρέπειες. Τα ιδανικά μου είναι βαθιά, γεννήθηκαν στους κόλπους αυτής της άδικης κοινωνίας, αντιπροσωπεύουν την αγάπη για την ελευθερία. Είναι γερά σαν το ατσάλι κι αυτά με παρηγορούν, γιατί έχω την πεποίθηση ότι είναι σωστά».
     Εξίσου ζωντανά και κινηματογραφικά ζωντανεύουν και σκηνές από τους «διώκτες», είτε είναι η αστυνομία, είτε η χωροφυλακή, είτε ο στρατός, ακόμα και στελέχη κυβερνήσεων, δεδομένου ότι ζητούσαν την έκδοσή τους από τις χώρες όπου είχαν αυτοεξοριστεί. Σχεδόν ξεκαρδιστική π.χ. είναι η σκηνή ανάμεσα στον επιθεωρητή Εστράδο που δίνει αναφορά σχετικά με τις έρευνες της ληστείας και στον πανέξυπνο αλλά κατά τ’ άλλα αντιπαθητικό και κυνικό αστυνομικό διοικητή Φερμίν Γρανάδος, ο οποίος μέσα στον φόβο του επειδή είχε να λογοδοτήσει στον πολιτικό κυβερνήτη και στον στρατηγό της Χωροφυλακής Γιάνος (υποψιαζόμαστε βέβαια ανταγωνισμό μεταξύ αστυνομίας και χωροφυλακής), αυτογελοιοποιείται και προσβάλλει τον Εστράδος, ενώ ο συγγραφέας χαρίζει χαμόγελα στον εντυπωσιασμένο αναγνώστη με τη λεπτή ειρωνεία των περιγραφών και τους έξυπνους διαλόγους!
     Μετά τη θρυλική ληστεία της τράπεζας της Χιχόν, οι συνθήκες γίνονται πολύ σκληρές για τη συμμορία, που αναγκάζονται να κρύβονται και να κινούνται παράνομα (όχι με πολλή προσοχή είναι αλήθεια, έτσι χάθηκε και ο Μπράου) με προορισμό την Πόλα ντε Γορδόν (κοντά στη Λεόν, όπου έμενε η οικογένεια του Ντουρούτι), και στη συνέχεια στη Βαρκελώνη («όλως παραδόξως, θα ήταν ασφαλείς μόνο στη λιγότερο για την εποχή ασφαλή πόλη: την πόλη όπου δρούσαν οι πιστολέρο, λευκοί κόκκινοι και μαύροι, εκεί όπου μιλούσαν οι βόμβες και γίνονταν ένοπλες μικροσυμπλοκές, όπου πέθαιναν βίαια συνδικαλιστές και απεργοσπάστες, εργοδότες και εργάτες, την ιερή πόλη του αναρχισμού). Είναι 13 Σεπτεμβρίου του 1923, λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα του Πρίμο Ντε Ριβέρα, όταν οι πρωτεργάτες των «Λος Σολιδάριος» έφτασαν στη Βαρκελώνη, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι «προτεραιότητά τους ήταν να γλυτώσουν τον θάνατο ή τη φυλακή, επομένως ή εξορία ή παρανομία»!
     Οι ήρωές μας σκορπούν την αμηχανία και την αγωνία στους αξιωματούχους της δικτατορικής κυβέρνησης, εφόσον οι φήμες τούς τοποθετούν είτε στην Αμερική, είτε στην Αργεντινή είτε στην Ουρουγουάη, ενώ η είδηση ότι οι «Τρεις Αναρχικοί Σωματοφύλακες» έχουν καταφύγει στη Γαλλία (Ιούλιος του 1927), όπου βρίσκονται στη φυλακή μετά από «μια δίκη σκάνδαλο» (τους κατηγορούν ότι έκαναν απόπειρα κατά του βασιλιά Αλφόνσου ΙΓ), σκάει σαν βόμβα: η Γαλλία δεν εκδίδει τους πολιτικούς φυγάδες εκείνη την εποχή, οπότε μετά την αποφυλάκισή τους, οι τρεις «στρατευμένοι αγωνιστές της εργατικής πάλης» Ντουρούτι, Χοβέρ και Ασκάσο δεν θα παραδοθούν στις ισπανικές αρχές παρόλες τις πιέσεις της Ισπανίας και της Αργεντινής, αλλά θα περπατούν ελεύθεροι στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης!!! Είναι πραγματικά ξεκαρδιστικές οι σελίδες που μεταφέρουν συνέντευξη από τους τρεις όταν αποφυλακίστηκαν (έξυπνες και εύστοχες οι απαντήσεις του Ντουρούτι, με χιούμορ και κέφι), ενώ ορίζεται ως συνοδός τους σωφέρ, ένας Ιταλός αναρχικός, ο Vaporetto!
     Τότε μάλιστα πραγματοποιείται και η καθοριστική γνωριμία του Ντουρούτι με την Εμιλιέν Μορέν (Μιμί), μέσα στο Διεθνές Αναρχικό Βιβλιοπωλείο στο Παρίσι όπου εκείνη εργαζόταν, μια γυναίκα με οξύ πνεύμα και φυσικά ομοϊδεάτισσα, ενημερωμένη για τη δράση και την τύχη των τριών «σωματοφυλάκων». Ο έρωτας θα αποδειχθεί κεραυνοβόλος και αμοιβαίος. Έχουμε και τη συνέντευξη, πολλά χρόνια αργότερα, της Λιμπερτάδ με την Μιμί, η οποία είναι 84 χρονών αλλά μεταφέρει ζωντανά τις μνήμες της, εντυπωσιάζοντας τη δημοσιογράφο: η Μιμί είχε καταπληκτική μνήμη. Ανήκε στους ανθρώπους που είναι ικανοί να καταγράφουν σαν σε πρακτικά τις μικρές και ζεστές λεπτομέρειες της ζωής όταν ο Κόσμος, με κεφαλαίο, τρέμει και γκρεμίζεται γύρω τους. Δεν κατάλαβα ποτέ αν πρόκειται για έναν μηχανισμό άμυνας του ανθρώπου απέναντι στην εκατόμβη, ή απλώς, για ανθρώπους ευλογημένους από την αισιοδοξία, ικανούς να εντοπίζουν και να κρατούν την όμορφη πλευρά της ζωής, ακόμα και στις πιο άσχημες μέρες, και στα πιο σκληρά σκηνικά. Η Μιμί, ο άνθρωπος που χρόνια μετά τον θάνατό του Πέπε δηλώνει ότι τον αγάπησε βαθιά, μας δίνει πολλά στοιχεία για τον χαρακτήρα του όπως ότι δεν του άρεσε καθόλου ο «προσωποκεντρισμός»…
     1927. Είναι η εποχή που η Γαλλία, με πρόεδρο τον Πουανκαρέ, προσπαθεί να ανασυνταχτεί μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει ανοίξει τα σύνορά της και ακολουθεί πολιτική ανεκτικότητας απέναντι στους πολιτικούς φυγάδες. Ωστόσο, οι τρεις αναρχικοί πρέπει να εγκαταλείψουν τη Γαλλία μέσα σε περιθώριο 15 ημερών… Έτσι, παρά την «προοδευτική» πολιτική της Γαλλίας, οι ανώτεροι αξιωματούχοι (υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Εξωτερικών και Υπουργός Πολέμου) βρίσκονται σε μεγάλη αναταραχή για το πώς θα ξεφορτωθούν τους τρεις (που τελικά είναι δύο γιατί αποφασίστηκε ο Χοβέρ να αλλάξει ταυτότητα και να μείνει στη Γαλλία), και στη σχετική σύσκεψη αποφάσισαν αν τους στείλουν στα σύνορα στο… Βέλγιο (βεβαίως θα είναι μια αόρατη επιχείρηση, ανύπαρκτη που κανείς δεν θα απορέσει ούτε να την αποδείξει, ούτε να την αντιληφθεί). Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας μας χαρίζει πάλι μερικές πολύ απολαυστικές σελίδες…
     Φυσικά, οι Σολιδάριος ονειρεύονται την κοινωνική επανάσταση στην Ισπανία, γιατί, όπως τους είπε κι ο άλλος θρύλος του αναρχικού κινήματος (της Ουκρανίας, τον οποίο συνάντησαν παροπλισμένο και άρρωστο στο Παρίσι –στο πρόσωπό του σχηματιζόταν το κενό της ήττας), ο Νέστορ Μαχνό[13], "οι συνθήκες στην Ισπανία έχει καλύτερες συνθήκες, έχει εργάτες και αγρότες με παράδοση στους αγώνες". Άλλωστε, οι Βέλγοι σύντομα τους αναγνώρισαν και τους επέστρεψαν στη… Γαλλία (το Παρίσι έγινε για τον Ασκάσο και τον Ντουρούτι μια τεράστια ποντικοπαγίδα), και μετά από πολλές «μετακομίσεις», φυλακίσεις (Γερμανία, πάλι Βρυξέλλες όπου τους δέχτηκαν με τον όρο να έχουν πλαστή ταυτότητα!!!) και παράνομες επισκέψεις στην Ισπανία, κατέληξαν πάλι στην Καταλονία, στη Βαρκελώνη (ο Αλφόνσο ΙΓ΄ εντωμεταξύ είχε εγκαταλείψει την Ισπανία).

     Τα χρόνια που προηγήθηκαν του εμφυλίου ήταν πλούσια σε ελευθεριακές και αυτονομιστικές δράσεις, της Καταλονίας (ηγετική μορφή ο Φρανσέσκ Μασιά, πρόεδρος της Ζενεραλιτάτ[14]), των Βάσκων και των διάφορων αναρχικών ομάδων. Με την ανακήρυξη της Β΄ Δημοκρατίας[15], η φωτεινή μεσογειακή αστική άνοιξη της Βαρκελώνης έφερνε φως και χρώμα και στο καφέ των ελευθεριακών. Η οικογένεια του Πέπε έχει μεταφερθεί στη Βαρκελώνη -όπως είπαμε πριν την «πόλη των αναρχικών»-, όπου στο «ιερό» αναρχικό μπαρ «La tranquilidad» διαμείβονται λογομαχίες, ζυμώσεις, συναλλαγές. Για να καταλάβουμε το κλίμα αλλά και την κοινωνική σύνθεση την εποχή που προηγείται της επέλασης του Φράνκο και του εμφυλίου, αξίζει να αναφερθώ και στα ελευθεριακά «ατενέος», κοινωνικά κέντρα με σκοπό της διάδοση της κουλτούρας στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα (βιβλιοθήκες, σχολεία, εκδρομές, παραστάσεις, διαλέξεις).
     Είναι λοιπόν ένα καζάνι που βράζει η Βαρκελώνη… Οι κινήσεις των Καταλανών για αυτονομία προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις στον χώρο του αναρχισμού (τάσεις συνεργασίας, επιφυλακτικότητα, εχθρική στάση/ανάμεσα στους συμβιβαστικούς αναρχικούς και τους καθαρά αναρχικούς), όχι τυχαία μιας και σημειώνονται και βίαια περιστατικά που γίνονται τραγελαφικά, όταν π.χ. στρατιώτες είναι αυτοί που αποτρέπουν τη σφαγή αμάχων από τους Καταλανούς (απίστευτο κι όμως αληθινό τι ζούσαν στην Ισπανία εκείνης της εποχής)! Η CNT εντωμεταξύ έχει γίνει όλο και πιο δυνατή, οι Σολιδάριος που χρειάζονται όπλα συνεργάζονται με τον Μασιά των Καταλανών και, πού ακούστηκε, … η Ζενεραλιτάτ να προμηθεύεται όπλα πληρωμένα με τα κλοπιμαία από τη ληστεία ενός υποκαταστήματος της Τράπεζας της Ισπανίας; Απίστευτο κι όμως αληθινό τι ζούσαν εκείνες τις μέρες. Ωστόσο, οι διαφωνίες μέσα στους αναρχικούς έχει το τίμημά της…. Η Προσωρινή Κυβέρνηση άρχισε να συλλαμβάνει συνδικαλιστές, αναρχικούς και απεργούς.
     Μέσα σε «καυτό πολιτικό κλίμα» γράφτηκε από άντρες της CNT το «Μανιφέστο των τριάντα», όπου επέκριναν την κυβέρνηση μεν για ελάχιστα κοινωνικά μέτρα, καταδικάζουν όμως τις πράξεις βίας (FAI). Ο Ντουρούτι με τον Ασκάσο και τον Ολιβέρ συναντιούνται με δύο από τους προωθητές του Μανιφέστου (ο Πεϊρό, διευθυντής αναρχικής εφημερίδας, θα συμπράξει αργότερα ως… αναρχικός υπουργός της Καταλονίας, πριν τον Φράνκο), όπου ξεδιπλώνεται η ιδεολογία των Σολιδάριος σε αντιπαράθεση με τους συμβιβαστικούς αναρχικούς σ’ έναν πολύ καίριο διάλογο (Πεϊρό: αυτό που εννοείτε εσείς επανάσταση είναι να βγάλετε τους εργάτες στους δρόμους για να τους σφάξουν σαν πρόβατα;).
     Μετά από «επιβεβλημένες διακοπές» στα… Κανάρια Νησιά, και με επεισοδιακό ταξίδι επιστροφής στη Βαρκελώνη, ξανά CNT και FAI τους υποδέχονται θερμά, αρχίζει η τελική αναμέτρηση. Είναι 1932, κι η επόμενη περίοδος είναι γεμάτη απεργίες απόπειρες πραξικοπήματος, καταστολή , σφαγές (Κάσας Βιέχας του Κάδιθ), αναρχική απεργία στη Σαραγόσα, επανάσταση του 1934 στην Αστούρια. Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση άρχισε να μετατοπίζεται από το γκροτέσκο στο τρομακτικό. Η Ισπανία ολίσθαινε στην κλίση μιας πλαγιάς που οδηγούσε στην άβυσσο ενός εμφυλίου πολέμου.
     Στην τελική ευθεία…[16]
Το μυστήριο του θανάτου του Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι
θα εξακολουθούσε να παραμένει ένα μυστήριο
     Παραμονές του ξεσπάσματος του εμφυλίου και ο Φράνκο με τον Εθνικό Στρατό απειλεί να καταλάβει την Καταλονία· κι όχι βέβαια μόνο τη Βαρκελώνη, αλλά και τη Σαραγόσα, τέλος, τη Μαδρίτη. Ο Λιούις Κονπάνς, πρόεδρος της Κυβέρνησης της Καταλονίας (διάδοχος του Μασιά), βρίσκεται σε μεγάλη αναστάτωση (ο στρατός ήδη βεβήλωνε τους δρόμους της Βαρκελώνης, σιγοντάροντας την απόπειρα πραξικοπήματος που είχε ξεκινήσει ο στρατηγός Φράνκο στην Αφρική). Οι δυνάμεις που έχει δεν επαρκούν για αντίσταση, πρέπει να συνεργαστεί με τους 400.000 περίπου Καταλανούς- μέλη της CNT και της FAI. Γνωρίζουν τους δρόμους σπιθαμή προς σπιθαμή, έχουν παρουσία σ’ όλες τις γειτονιές και σε όλα τα δημοτικά διαμερίσματα, στους χώρους της εργατιάς. Να τους δώσει λοιπόν όπλα, παραχωρώντας έτσι και εξουσία στις αναρχικές πολιτοφυλακές; Ντουρούτι και Ασκάσο, συνηθισμένοι στην «επαναστατική γυμναστική», βρίσκουν με τους γνωστούς τρόπους όπλα αλλά ο διοικητής των Καταλανών τους προτρέπει να τα παραδώσουν. Είναι πολύ ενδιαφέρων ο κρίσιμος διάλογος Ντουρούτι και Κονπάνς, όταν με τα πολλά τους επέτρεψαν να τον συναντήσουν, ενώ μια λαοθάλασσα αναρχικών και αυτονομιστών καταλαμβάνει την πλατεία. Τα γεγονότα τρέχουν, τους υπερβαίνουν, και οι ισορροπίες ανάμεσα σε πολιτικούς, αναρχικούς, Χωροφυλακή, Στρατό κλπ είναι πάρα πολύ λεπτές και εύθραυστες… Όταν μάλιστα ο συνταγματάρχης της Χωροφυλακής ζητάει να αφοπλιστούν οι αναρχικοί, ο Κονπάνς παίρνει το μέρος τους (η CNT αυτή τη στιγμή θυσιάζει τη ζωή πολλών μελών της στους δρόμους της πόλης, χωρίς αυτούς δεν θα είχαμε καταφέρει να σταματήσουμε την προέλαση των πραξικοπηματιών).
     Με σκηνές τραγικές (θάνατος Ασκάσο –του «ακτιβιστή της βιασύνης») αλλά και τραγελαφικές (απίστευτες πατέντες θωράκισης οχημάτων, αντιαεροπορική άμυνα με… πέτρες κ.α.) η δράση του Ντουρούτι με τη Φάλαγγά του μεταφέρεται αρχικά στη Σαραγόσα και, στη συνέχεια, λόγω αφόρητης πίεσης των στρατευμάτων του Φράνκο, στη Μαδρίτη. Στις παρατηρήσεις των Καταλανών στρατιωτικών ότι στο στράτευμά τους δεν υπάρχει πειθαρχία, αντιτείνεται: αυτοί οι άντρες αύριο ή μεθαύριο θα πολεμάνε σα λιοντάρια, αλλά μόνο αν τους φερόμαστε σαν σε γενναίους εργάτες κι όχι σαν λιποτάκτες ή δειλούς. Η πειθαρχία οδηγεί στο μίσος και στην αποκτήνωση και δεν χωράει εδώ.
     Η πτώση της Μαδρίτης όμως, είναι πια ζήτημα ημερών. Είναι συγκλονιστικές οι τελευταίες στιγμές του θρύλου, καθώς και οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου –όταν πια έχει γίνει Προσωρινή Κυβέρνηση στην Καταλονία και 4 αναρχικοί έχουν υπουργικό χαρτοφυλάκιο μαζί με σοσιαλιστές… Η κατάσταση ξεπερνά τις δημοκρατικές δυνάμεις παρόλο που ήρθαν ενισχύσεις από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ξεπερνά και τον Ντουρούτι ο οποίος αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 40 χρονών, ενώ παραμένει άγνωστο από ποιον «ήρθε η σφαίρα» -σίγουρα όχι φρανκιστή μας λέει η Μιμί γιατί ήταν από πολύ κοντά... Τροτσκιστής; Σταλινιστής; Αναρχικός που διαφωνούσε ιδεολογικά; Ατύχημα;
     "Τι αφήνετε πίσω σας;"
     Αφήνουμε μια ελευθεριακή επανάσταση σε εξέλιξη/τα πιο πολυτελή ξενοδοχεία της πόλης διαμορφωμένα σε λαϊκούς χώρους σίτισης/ ένα τραπέζι ελεύθερο όπου σερβίρονται ζεστά πιάτα σε όσους πεινάνε/τα εργοστάσια στα χέρια των εργατών/την ασφάλεια των πολιτών υπό την ευθύνη των λαϊκών περιπολιών ελέγχου/την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουμε με τη νίκη επί του φασισμού…
     
     Αυγουστιάτικη βροχή
Μαύρα σύννεφα σαν κουρέλια έσβηναν όλο το γαλάζιο του ουρανού της Βαρκελώνης
     Οι αυγουστιάτικες μπόρες, όπου μαυρίζει ο ουρανός ρίχνοντας σταγόνες βροχής «μεγάλες σαν δάκρυα φάλαινας», και όπου ξαφνικά πέφτουν καρεκλοπόδαρα, είναι ένα συχνό μοτίβο στο βιβλίο, σαν σημαδιακό σκηνικό σ’ αυτό το, ούτως ή άλλως, «κινηματογραφικό» μυθιστόρημα. Και, όπως επισημαίνει ο Πεστάνια, μέλος της CNT με τον οποίο ήρθαν σε ιδεολογική αντιπαράθεση («κάποιοι από σας χρόνια τώρα δράτε σαν κοινοί τρομοκράτες»): Εσείς είστε σαν την αυγουστιάτικη βροχή, μια υπόσχεση βροχής εκεί που ο αέρας καίει περισσότερο, για να πάρει «πληρωμένη» απάντηση:
      Εγώ είμαι από ξερότοπο. Στα μέρη μου η βροχή είναι πάντα ευχάριστο νέο.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Οι χαρακτηρισμοί, σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου
[2] Πρωτοστάτησε μαζί με άλλους αναρχικούς στην απόκρουση των εθνικιστών στη Βαρκελώνη τον Ιούλη του 1936 και πολέμησε εναντίον των εθνικιστών σε διάφορα μέτωπα. Ως στρατιωτικός διοικητής αναρχικών πολιτοφυλακών εφάρμοσε αυστηρή πειθαρχία στο τμήμα του. Σκοτώθηκε στη Μαδρίτη πιθανότατα σε ατύχημα και η κηδεία του ήταν η μεγαλύτερη που είχε γίνει στη Μαδρίτη.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1_%CE%9D%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B9
[3] https://www.sansimera.gr/biographies/3165#goog_rewarded
[4] Κατά την Ισπανική Επανάσταση του 1936-1937, η CNT οργάνωσε το αναρχοσυνδικαλιστικό πρόγραμμα που εφαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό στην βιομηχανική περιοχή της Καταλονίας (Βαρκελώνη) και στην αγροτική περιοχή της Αραγονίας, οι οποίες ελέγχονταν από την CNT, η οποία την περίοδο εκείνη έφτανε ή ίσως και να ξεπερνούσε τα 2.000.000 μέλη.
[5] Το πολιτικό εύρος των λεγομένων Δημοκρατικών Δυνάμεων ήταν μεγάλο, από Φιλελεύθερους αστούς μέχρι Κομμουνιστές και Αναρχικούς "επαναστάτες". Η κύρια δύναμή τους βρισκόταν στις αστικές και βιομηχανικές περιοχές και σε αυτές που είχαν αυτονομιστικές τάσεις, όπως η Αστούριας και η Καταλονία, αλλά είχαν επίσης ισχυρά ερείσματα στους ακτήμονες. Μαζί τους τάχτηκαν και η εθνικιστική κυβέρνηση των Βάσκων αυτονομιστών, πράγμα παράδοξο, που οδήγησε την αριστερά στο να χαρακτηριστεί από τους εθνικιστές ως προδοτική.
[6] https://en.wikipedia.org/wiki/Francisco_Ascaso
[7] https://fr.wikipedia.org/wiki/Juan_Garc%C3%ADa_Oliver
[8] https://en.wikipedia.org/wiki/Los_Solidarios
[9] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CE%BB_%CE%A0%CF%81%CE%AF%CE%BC%CE%BF_%CE%BD%CF%84%CE%B5_%CE%A1%CE%B9%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1
[10] Στη ζωή και το θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι αναφέρεται το έργο του γερμανού συγγραφέα Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας», που εκδόθηκε το 1972. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε αρχικά από τις εκδόσεις «Οδυσσέας» και στη συνέχεια από τις εκδόσεις «Εστία» «Όταν κάποιος πήγαινε επίσκεψη σπίτι του, εκείνος φορούσε συχνά ποδιά επειδή καθάριζε εκείνη τη στιγμή πατάτες. Η γυναίκα του δούλευε. Δεν τον πείραζε καθόλου· δεν είχε τη μανία του ανδρισμού και δεν ένιωθε ότι οι δουλειές του σπιτιού πλήγωναν τον εγωισμό του. Την άλλη μέρα έπαιρνε το πιστόλι κι έβγαινε στον δρόμο για να τα βάλει με έναν κόσμο κοινωνικής καταστολής. Το έκανε με τον ίδιο φυσικό τρόπο, όπως την προηγουμένη το βράδυ είχε αλλάξει πάνες στην κορούλα του, την Κολέτ.» Το κλασικό πια έργο του Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ "Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας" είναι ένα κολάζ μαρτυριών για τη ζωή και τον θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, του ηγέτη των αναρχικών και ήρωα της Ισπανικής Επανάστασης. Ο συγγραφέας μοντάρει σε ένα βιογραφικό μωσαϊκό αναμνήσεις φίλων, συγγενών και συντρόφων, ανέκδοτα, ρεπορτάζ, ομιλίες, συνεντεύξεις, επιστολές, φέιγ βολάν, αποσπάσματα εφημερίδων και προπαγανδιστικά φυλλάδια. Ανάμεσά τους ενθέτει οκτώ δικές του παρεμβάσεις για τον ισπανικό αναρχισμό και το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο της εποχής, της δεκαετίας του '30, που σημαδεύτηκε από την άνοδο του φασισμού. Ο Ισπανός μηχανικός Ντουρούτι οργάνωνε απεργίες και απαγωγές δικαστικών, λήστευε τράπεζες, έβαζε βόμβες, έστηνε οδοφράγματα και αφοσιώθηκε με το εθελοντικό τάγμα του στον αγώνα κατά του στρατηγού Φράνκο. Φυλακίστηκε και κατέφυγε επανειλημμένα στην εξορία. Ηλέκτριζε τα πλήθη και αφιέρωσε ανεπιφύλακτα τη ζωή του στις ιδέες του. Η ζωή και η δράση του δεν έτυχαν ποτέ εξαντλητικής ιστορικής έρευνας. Ακόμα και για τον αιφνίδιο θάνατό του υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Στο πολυσυζητημένο ερώτημα αν το έργο αυτό του Εντσενσμπέργκερ είναι μυθιστόρημα ή ντοκουμέντο έδωσε μια απάντηση ο βιβλιοκριτικός της εφημερίδας "Frankfurter Rundschau": «Το βιβλίο αυτό είναι πιο πλούσιο σε περιεχόμενο και πιο συναρπαστικό στην ανάγνωση από τα έργα που κυκλοφορούν σήμερα ως "μυθιστορήματα" στην αγορά».
[11] «Δε μας φοβίζουν τα ερείπια. Πάντοτε ζούσαμε μέσα σε τρώγλες και θα τα καταφέρουμε για λίγο καιρό ακόμα. Αλλά μην ξεχνάτε ότι εμείς οι εργάτες, ξέρουμε επίσης και να χτίζουμε. Εμείς χτίσαμε όλα αυτά τα παλάτια και τα μέγαρα, εδώ, στην Αμερική και παντού. Και θα τα χτίσουμε ακόμα πιο όμορφα, γιατί εμείς θα κληρονομήσουμε τη Γη και γι’ αυτό να μην έχετε την παραμικρή αμφιβολία. Η αστική τάξη λοιπόν, ας γκρεμίσει τον κόσμο της πριν αποχωρήσει οριστικά από το προσκήνιο της ιστορίας. Εμείς κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο, εδώ, στις καρδιές μας. Κι ο κόσμος αυτός μεγαλώνει κάθε στιγμή. Μεγαλώνει και τώρα, αυτή τη στιγμή που σας μιλάω…» (Χοσέ Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι Ντουμάνγκε)
[12] Η Μάχη του Ανουάλ (22 Ιουλίου 1921) ήταν μια καθοριστική σύγκρουση στο πλαίσιο του Πολέμου του Ριφ, όπου ο ισπανικός στρατός υπέστη καταστροφική ήττα από τις δυνάμεις των Βερβερίνων του Αμπντ ελ-Κριμ στα βορειοανατολικά του Μαρόκου. Αποτέλεσε μία από τις χειρότερες αποικιακές καταστροφές στην ιστορία της Ισπανίας
[13] https://www.topontiki.gr/2022/03/08/nestor-machno-o-anarchikos-pou-organose-tin-ethniki-amina-ton-oukranon-ke-polemise-gia-tin-anexartisia-tis-patridas-tou/
[14] Η τοπική καταλανική πρωτεύουσα
[15] Η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία (Segunda República) ήταν το δημοκρατικό πολίτευμα της Ισπανίας από τις 14 Απριλίου 1931 έως την 1η Απριλίου 1939. Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, αλλά και από έντονη πολιτική πόλωση που οδήγησε τελικά στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και στη μακρόχρονη δικτατορία του Φράνκο
[16] https://www.izquierdadiario.es/Cuando-el-anarquismo-entro-al-gobierno-en-Espana

Σάββατο, Μαρτίου 13, 2021

Λάθος χώρα, Γκαζμέντ Καπλάνι

        Η αντίθεση χαρακτήρων, πεποιθήσεων, ιδεολογιών, τρόπου ζωής∙ η συνύπαρξη των αντιθέτων, η σύγκρουση ή η διαλεκτική τους σχέση σε μια κοινωνία γεμάτη αντιφάσεις (την Αλβανία της εποχής 1968-1990) είναι ο πυρήνας αυτού του μικρού αριστουργήματος του Αλβανού συγγραφέα, που έζησε εικοσιπέντε χρόνια στην Ελλάδα, δούλεψε ως δημοσιογράφος και συγγραφέας αλλά δεν κατάφερε να πάρει την ελληνική υπηκοότητα που ήθελε. Ταυτόχρονα ταξιδεύουμε σε μια χώρα όπου η κοινωνία δοκιμάστηκε από τη δίνη της Ιστορίας (με γιώτα κεφαλαίο) με τρόπο μοναδικό και προβληματικό.
         Ακόμα και η μικρή φανταστική πόλη όπου διαδραματίζεται η πλοκή, η Τερς, χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις. Ο ποταμός Σκάμανδρος («Σηκουάνας» κατ’ ευφημισμόν) χωρίζει την παλιά πόλη -με τους παραδοσιακούς οικισμούς, τις διαφορετικές εκκλησίες (κατεστραμμένες βέβαια από τον κομμουνισμό), τις «παρδαλές» οικογένειες (διαφορετικών θρησκειών)- από την καινούρια πόλη, χτισμένη από Ιταλούς αρχιτέκτονες, με καινούργια ονόματα στους δρόμους , καινούργια κτίρια κλπ. Η Τερς μπορεί να είναι επινόηση του συγγραφέα, αλλά η μικροϊστορία της δηλώνει την μοίρα ενός λαού που βρέθηκε σ’ ένα σταυροδρόμι λαών: «Το Τερς είναι μια πόλη όπου η ιστορία της Ευρώπης σκόνταψε, έπεσε κάτω και έσπασε το σβέρκο της». Από το 1916 Σέρβοι, Έλληνες, Γάλλοι («Αράπηδες» γιατί στο στράτευμά τους είχαν Βορειοαφρικάνους), Ιταλοί/Γερμανοί διεκδικούν κατά καιρούς την κυριαρχία, αφήνοντας το πολιτιστικό τους στίγμα. Τέλος, μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αλβανοί Παρτιζάνοι μπαίνουν σαν ελευθερωτές (χειρότερα δεν γίνεται, αδέρφια, μόνο καλύτερα μπορεί να γίνει. Τουλάχιστον τούτοι εδώ είναι δικοί μας).
         Ξένος στην ίδια του την πατρίδα, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, Καρλ, επιστρέφει για 15 μέρες στην γενέτειρά του, την Τερς, 27 χρόνια μετά την αυτοεξορία του (δεν πίστευαν ότι θα επέστρεφε σε έξι μήνες. Ούτε εκείνος το πίστευε), για την κηδεία του φανατικά σταλινικού πατέρα του. Εκεί θα συναντήσει και θα φιλοξενηθεί από τον αδερφό του Φρέντερικ, πιστό οπαδό της παράδοσης και λάτρη της φτωχής, κατακρεουργημένης και λεηλατημένης Αλβανίας. Μεταξύ τους όμως στέκεται ένας «αόρατος τοίχος» που έχει υψωθεί από τον αγανακτισμένο για την μοίρα του τόπου του, Καρλ.Η ιστορία του τόπου έχει εμφυσήσει στον Φρέντερικ ένα βαθύ εθνικιστικό πνεύμα (ο εθνικισμός δεν είναι μίσος για τους άλλους, είναι αγάπη για τον εαυτό σου, για τη γλώσσα σου, για το έθνος σου), κι αυτό δημιουργεί αγεφύρωτο χάσμα με τον Καρλ.
 
     Μέσα στις πρώτες πέντε σελίδες έχει ήδη στηθεί η βασική αντίθεση της τραγικής ιστορίας. Και το βασικό σκηνικό: οι δυο τόσο διαφορετικοί γιοι να στέκονται με διαφορετικά συναισθήματα ο καθένας δίπλα στο φέρετρο του Πατέρα, μαυροφορεμένες γυναίκες παραδίπλα, ο καπνός απ’ τα τσιγάρα των αντρών, και μια ατμόσφαιρα που μυρίζει παρελθόν (οι περισσότεροι επισκέπτες σ΄αυτό το δωμάτιο ανήκαν σε άλλη εποχή, την οποία όλοι ονόμαζαν «τον καιρό εκείνο»).
     Στην αφήγηση εναλλάσσεται λοιπόν το «σήμερα» που ξεκινά από τη μέρα της κηδείας με σκηνές από το παρελθόν που δίνουν βάθος σ’ αυτό το σήμερα, ενώ με πλάγια γράμματα και συνήθως στο τέλος των μικρών κεφαλαίων, έχουμε τον εσωτερικό μονόλογο του πιστού στα πατροπαράδοτα, αλλά συναισθηματικού Φρέντερικ. Αγαπά τον μεγάλο του αδερφό και νοσταλγεί τις μέρες της παιδικής ξενοιασιάς.
     Ο Καρλ (όνομα χαρισμένο προς τιμήν του Μαρξ (!)) γεννήθηκε το 1968, στο μεσουράνημα της κυριαρχίας του Εμβέρ Χότζα. Ως παιδί, θυμάται τον εαυτό του να διαβάζει μαζί με τον Φρέντερικ (προς τιμήν του Ένγκελς (!)) αποσπάσματα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο για να αποσπάσουν τα χειροκροτήματα των γονιών τους (!). Ήταν και η πρώτη αφορμή για την «ανταρσία» που ακολούθησε, απέναντι στο κομμουνιστικό ιδεώδες που προσπαθούσε να επιβάλει ο πατέρας στην καθημερινότητα των αγοριών. Τα δυο αγόρια μαθαίνουν γαλλικά και ρωσικά, ενώ ο ταλαντούχος στις γλώσσες Καρλ μαθαίνει και ιταλικά, ισπανικά, αγγλικά. Με αυτά ως εφόδιο όμως, ο Καρλ γίνεται λαθρέμπορος εικόνων και θραυσμάτων ενός άλλου κόσμου, απαγορευμένου τον οποίο ο πατέρας θεωρούσε επικίνδυνο, εχθρικό, απειλητικό… Η σύγκρουση με τον πατέρα κορυφώνεται με το χαστούκι που έφαγε ο Καρλ (το επεισόδιο της πατρικής βίας θα έμενε κολλημένο στη μνήμη του Καρλ σαν βδέλλα πάνω σε ανθρώπινη σάρκα/ήταν το βλέμμα του φανατικού. Ένα βλέμμα από το οποίο δεν μπορούσες να κρυφτείς ούτε να του ξεφύγεις). Αργότερα θα δούμε ότι το βλέμμα αυτό «του φανατικού» στοιχειώνει την ψυχολογία του Καρλ, ενώ παράλληλα συσσωρεύονται κι άλλοι λόγοι για τους οποίους απορρίπτει την πατρική «εξουσία» («ο γιος του χαφιέ», έγραφαν τα χαρτάκια που κολλούσαν οι συμμαθητές τους στις τσάντες τους»).
     Η αντίθεση ανάμεσα στα δυο αδέρφια δεν αφορά μόνο μόνο την ιδεολογία αλλά και τον τόπο όπου επέλεξαν να ζήσουν: ο Καρλ είχε ζήσει κάτω από διαφορετικούς ουρανούς, είχε μιλήσει και γράψει σε ξένες γλώσσες, είχε ερωτευτεί γυναίκες διαφορετικών εθνικοτήτων. Ο Φρεντερίκ είχε ζήσει στην ίδια κωμόπολη όπου είχε γεννηθεί, στην ίδια πολυκατοικία, στον ίδιο όροφο, στο ίδιο σπίτι, πραγματοποιώντας έτσι το ιδανικό της συνέχισης των γενεών χωρίς χάσμα –πράγμα που σύμφωνα με τον πατέρα χάριζε στον άνθρωπο την ισχυρή ταυτότητα και ευτυχία. Το χάσμα όμως μεταξύ τους έχει και ακόμα πιο βαθιές ρίζες, είναι η διαφορετική στάση απέναντι στον πατέρα, και συνακόλουθα, απέναντι στο κατεστημένο. Ο Καρλ αμφισβητεί (και σ’αυτό έχει στο πλάι τη μητέρα του), ο Φρεντερίκ συμφωνεί, ή, υπακούει. Οι δυο πρώτοι περιφρονούν το καθεστώς («ξενομανείς» κατά τον πατέρα), οι δυο τελευταίοι αυτοαποκαλούνται «πατριώτες».

     Όταν μετά τον θάνατο του Εμβέρ Χότζα το κομμουνιστικό καθεστώς του άρχισε να τρίζει, το 1989 (εκτέλεση Τσαουσέσκου, κατάρρευση υπαρκτού σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ), οι ταραχές στα Τίρανα ανατρέπουν τις υπάρχουσες ισορροπίες και μέσα στην οικογένεια. Άλλωστε η μητέρα έχει αυτοκτονήσει λίγες βδομάδες πριν, ενώ ο Καρλ, φοιτητής Γαλλικής Φιλολογίας στην αντικαθεστωτική Φιλοσοφική Σχολή στα Τίρανα, συμμετέχει μαγεμένος στο γκρέμισμα του αγάλματος του Εμβέρ Χότζα (δεν έχω ξαναδεί ποτέ τους Αλβανούς τόσο τρελαμένους από ευτυχία όσο εκείνη τη στιγμή/η πιο εύθυμη νεκροφόρα που είχε δει η ιστορία της ανθρωπότητας). Είναι εκείνη η «τρελή νύχτα» όπου θα γνωρίσει την πρώτη μεγάλη αγάπη, την Κλώντι, και θα δώσουν υποσχέσεις, αλλά θα χαθεί απ’ τη ζωή του ξαφνικά κι ανεξήγητα. Είναι εκείνη η τρελή νύχτα όπου ο Καρλ θα αποφασίσει ότι δεν θέλει πια να ζει σ’ αυτήν τη χώρα.
     Και ξέρουμε καλά ότι δεν είναι ο μόνος… Όταν πια παίρνει το πτυχίο του, το 1991 (χρονιά που ήδη μεγάλα κύματα Αλβανών έχουν φύγει απ’ τη χώρα σε Ιταλία και Ελλάδα), ο Καρλ φεύγει από την Αλβανία κλασικά με πλαστή βίζα. Σ’ ένα λεωφορείο σιωπηλό, γεμάτο «τυχερούς ανθρώπους», χωρίς να έχουν ιδέα τι τους περιμένει. Στην Αθήνα, στην Ομόνοια, μέσα στο φόβο και την ανέχεια (τον έκλεψαν άλλοι Αλβανοί) είναι έτοιμος να επιστρέψει , όταν του χαμογελάει η τύχη μέσα από την προσφορά μιας γυναίκας, της Κλειώς, να δουλέψει ως μπαξεβάνης στον κήπο της. Μπήκε στη ζωή της ορμητικά (όμορφος, νέος, δυνατός και ευάλωτος ταυτόχρονα, διψασμένος να τρέξει προς το μέλλον, να βρει μια καινούρια πατρίδα, έναν καινούριο εαυτό, μια καινούργια ταυτότητα), ερωτεύτηκαν κι έζησαν μαζί περίπου πέντε χρόνια, έγινε συγγραφέας, ταξίδεψαν. Το μόνιμο άγχος, οι δυο έξεις «άδεια παραμονής». Όμως, όπως επισήμανε η Κλειώ, ο Καρλ έπασχε από τη «νόσο της φυγής»…
     Οι πολιτικοί καυγάδες με την Άννα, την επόμενη σχέση, έχουν ενδιαφέρον γιατί βλέπουμε πώς η διαφορετική οπτική και τα διαφορετικά βιώματα φωτίζουν με άλλον τρόπο κάποια γεγονότα, αλλά είναι και η αιτία του γρήγορου σχετικά, χωρισμού. Όμως τα επιτυχημένα του συγγραφικά έργα και το ταλέντο του στις γλώσσες, προσδίδουν στον Καρλ μεγάλο κύρος και τον κατατάσσουν στην κατηγορία του «επιτυχώς ενταγμένου μετανάστη» («Αχ, δεν μοιάζετε καθόλου με Αλβανό!»).
     Κι όμως, εξακολουθεί να νιώθει ξένος σ΄αυτήν τη χώρα, κι αυτό κορυφώνεται όταν, με μια σχετικά ασήμαντη αφορμή, βλέπει μπροστά του να υψώνεται ξανά το τείχος του φανατικού: είναι η απόφασή του να δημοσιοποιήσει την τραγική ιστορία μιας ηλικιωμένης κυρίας, που τους δικούς της (Αλβανοί μουσουλμάνοι- Τσάμηδες) τους σκότωσαν οι τσέτες του Ζέρβα (1945, τους Εβραίους τους ξεπάστρεψαν οι Γερμανοί, τους Αλβανούς θα τους ξεπαστρέψουμε εμείς). Πρόκειται για «τη σφαγή στην Πάργα»[1]και στα γύρω χωριά. Ο Καρλ στερεώνει μέσα του την ιδεολογία του κοινού φίλου, του Χρίστου Π. που μισεί την ιδέα του έθνους- κράτους (ο εθνικισμός ήταν μια ιδιαίτερη ψυχική ασθένεια που είχε φτάσει σε αυτά τα μέρη από την κρύα και τσιγκούνικη Δύση∙ ήταν η ανίατη αρρώστια της Ευρώπης που χτύπαγε ειδικά τα μικρά έθνη, εκείνα που είχαν βγει από τη μήτρα της ιστορίας με καισαρική τομή και διέθεταν αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα).
     Ο Αλβανός συγγραφέας όμως, που έχαιρε εκτίμησης μέχρι τώρα, με το να βγάλει στο φως την ιστορία με τους τσέτες, άγγιξε ένα από τα εθνικά ταμπού («βρομοαλβανέ», «τομάρι» κλπ) η στροφή του κόσμου είναι 180 μοίρες, με αποκορύφωμα γνώριμο εμετικό παραλήρημα βουλευτή της Χ.Α.
Ο ήρωας, μετά την απόρριψη του αιτήματός του για ελληνική υπηκοότητα (τοalter ego του συγγραφέα;), αποφασίζει να μετεγκατασταθεί πια στην Αμερική, μια χώρα που δεν του αρνήθηκε την αλλαγή ταυτότητας όπως έκανε η γειτονική Ελλάδα. Στη Βοστώνη αρχίζει να τον βασανίζει το ερώτημα «πού θα ήθελε να θαφτεί μετά τον θάνατό του», μια παραλλαγή του ερωτήματος ποια πόλη, ποιον τόπο νιώθει δικό του, νιώθει ως «πατρίδα». Η «βασανιστική σκέψη της μεταθανάτιας κατοικίας» γίνεται εμμονή, είναι ουσιαστικά πρόβλημα ταυτότητας, που για τον Φρεντερίκ είναι εξαρχής λυμένο. Αν και είναι εθνικιστής δεν είναι φανατικός. Το βαθύτερο κίνητρό του είναι η αγάπη και μερικές φορές τα λόγια του φωτίζουν καλύτερα τον Καρλ απ’ ό, τι οι πράξεις του τελευταίου: δεν είμαι σαν τον Καρλ. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι έχουν ρίζες/η πατρίδα μου είναι εκεί που είναι οι νεκροί μου. Όσο πιο μακριά τους, τόσο λιγότερη δύναμη, τόσο λιγότερη ζωή, τόσο λιγότερη ταυτότητα/μα πώς μπορεί να αντέξει κανείς το αφόρητο βάρος της μοναξιάς χωρίς να νιώθει πως ανήκει σε κάτι που ξεπερνά τα όρια του ατόμου, κάτι που είναι αιώνιο, που δίνει νόημα στην αναπόφευκτη θνητότητά μας;
     Ωστόσο, η τελευταία «πράξη» του έργου οδηγεί σε πόλωση των αντιθέτων αλλά και σε συναισθηματική λύτρωση τον Καρλ. Ο θάνατος της πανέμορφης Φατμίρα και του μοιχού εραστή της διχάζει του Τερσιανούς που θέλουν να μποϊκοτάρουν την κηδεία μοιχών, ρίχνοντας βέβαια όλο το δηλητήριο στην γυναίκα. Ο Καρλ παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ της φυσιολογικής ταφής σε αντίθεση με το εκδικητικό πνεύμα των χωριανών, με τους οποίους συντάσσεται ο Φρεντερίκ (εσύ, ο επαναστάτης, εσένα που σε καίει πιο πολύ για μια άγνωστη γυναίκα παρά για την οικογένειά σου. Θα σου πω τι είσαι, Καρλ. Εσύ είσαι ένας μεγαλομανής, ένας αχάριστος, ένας χαμένος, ένας λιποτάκτης!).
    Το χάσμα μεγαλώνει ακόμα περισσότερο, όμως ο ήρωάς μας συμπαραστέκεται στην οικογένεια της Φατμίρα, μόνο αυτός με τον Πάντι τον τρελό,
αποχαιρετώντας για τελευταία φορά ένα άγνωστο κορίτσι, δίπλα σε ανθρώπους που ήταν σχεδόν άγνωστοι, ο Καρλ έκλαιγε και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
Χριστίνα Παπαγγελή




[1] Στις 26 Ιουνίου του 1944 ο ΕΔΕΣ μπήκε στην Παραμυθιά έπειτα από σύντομη αντίσταση της τσάμικης πολιτοφυλακής. Γράφει ο Γ.Μαργαρίτης: «Όλες οι μαρτυρίες από οποιαδήποτε πλευρά κι αν προέρχονται συμφωνούν στην έκταση και στη βιαιότητα των θανατώσεων και κακοποιήσεων σε βάρος των μουσουλμάνων κατοίκων. Πολλές εκατοντάδες-ο αριθμός άγνωστος, αλλά ίσως πλησιάζει τα 500 άτομα-θανατώθηκαν με τους πιο μαρτυρικούς τρόπους μέσα και γύρω από την πόλη…..ο ταγματάρχης Κρανιάς, …του ΕΔΕΣ αποφάσισε την τιμωρία των ‘πρωταιτίων’, δηλαδή την εκτέλεση 34 Τσάμηδων που είχαν επιβιώσει της σφαγής… Δεν ήταν η τελευταία φάση…οι εκκαθαρίσεις των μουσουλμανικών χωριών νότια του Καλαμά, έδιωξαν τους περισσότερους κατοίκους τους βόρεια από το ποτάμι…» (https://roides.wordpress.com/2015/05/25/25may15/, https://www.istorikathemata.com/2012/06/mousoulmanoi-tsamides-katoxi.html).

Σάββατο, Μαρτίου 09, 2013

Ένα κάποιο τέλος, Τζούλιαν Μπαρνς (Τhe sense of an ending)


Αυτά που βίωσες 
σπανίως είναι όμοια με αυτά 
που κατέληξες να θυμάσαι,
όμως μπορείς πάντοτε να είσαι σίγουρος
 για τις εντυπώσεις που σου άφησαν.
Κι αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να ελπίσεις».

Το κεντρικό τραγικό επεισόδιο της ζωής του αφηγείται εδώ ο βασικός ήρωας του συναρπαστικού αυτού βιβλίου του Τζούλιαν Μπαρνς. Μια ιστορία με έρωτα και θάνατο, που ξεκινά από την εφηβεία, όταν όλα δηλαδή εγγράφονται στην tabula rasa με ανεξίτηλο τρόπο (είμαι υποχρεωμένος να ανατρέξω επιτροχάδην σε μερικά περιστατικά που με τον καιρό απέκτησαν ανεκδοτολογικό χαρακτήρα, σε μερικές θολές αναμνήσεις που ο χρόνος παραμόρφωσε, μετατρέποντάς τες σε βεβαιότητα. Αφού δε μπορώ πια να είμαι βέβαιος για τα πραγματικά γεγονότα, ας μείνω πιστός στην εντύπωση που άφησαν τα συμβάντα αυτά). Έτσι, βλέπουμε ότι η εξιστόρηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ο αφηγητής δεν προσπαθεί να είναι «αντικειμενικός» (αφηγητής -παντογνώστης), αλλά καταγράφει συνειδητά το αποτύπωμα των γεγονότων, των εξαιρετικών βιωμάτων στη συνείδησή του.
   Στην παρέα των τριών φίλων-συμμαθητών που, σημειωτέον, είναι λάτρεις της ιστορίας, προστίθεται ο μυστηριώδης και ξεχωριστός Έιντριαν, ο μοιραίος πρωταγωνιστής της τραγωδίας. Από την πρώτη μέρα του στο σχολείο αιφνιδιάζει καθηγητές και μαθητές με τις απροσδόκητες παρεμβάσεις του στα ζητήματα (π.χ. στην ερώτηση του καθηγητή της ιστορίας πώς θα περιέγραφαν τη βασιλεία του Ερρίκου του 8ου, απάντησε: υπάρχει μια σχολή σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορεί κανείς να πει για οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας  -ακόμη και για την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου- είναι ότι «κάτι συνέβη»). Φαίνεται ότι απέχει σε ευφυΐα και ευαισθησία, έτσι τουλάχιστον το βιώνει ο Τόνι, παρόλ’ αυτά είναι αυθεντικός κι απρόβλεπτος. Στις φιλοσοφικές αναζητήσεις των τεσσάρων φίλων (εδώ πρέπει να παραδεχτούμε ότι το επίπεδο στα κολλέγια αυτά είναι πολύ υψηλότερο από δικά μας λύκεια, όπου θα μας ξάφνιαζε να βλέπουμε μαθητές να συζητάνε διαφωνώντας για το κομμουνιστικό μανιφέστο π.χ. ή για διάφορες κοσμοθεωρίες), ο Έιντριαν πάντα προβάλλει μια πολύ διαφορετική οπτική, που αξίζει κανείς να σημειώσει (δε μιλώ για θεωρητική, αλλά εφαρμοσμένη ευφυΐα. Την ικανότητα που είχε να αντιλαμβάνεται και να εξετάζει τον εαυτό του∙ την ικανότητα να παίρνει αποφάσεις και να ενεργεί βάσει ηθικών αρχών∙ το ψυχικό και σωματικό θάρρος της αυτοκτονίας του/δεν ζηλεύω τον θάνατο του Έιντριαν∙ ζηλέυω τη διαύγεια της ζωής του). Στον προκλητικό ορισμό του για την ιστορία (ιστορία είναι η βεβαιότητα που δημιουργείται στο σημείο όπου οι ατέλειες της μνήμης συναντούν τις ανεπάρκειες της τεκμηρίωσης), ο Έιντριαν δίνει αποστομωτικές εξηγήσειςεπικαλούμενος τη ρευστότητα γεγονότων όπως η αυτοκτονία του συμμαθητή τους, Ρόμπσον.
   Όταν πια τελειώνουν το σχολείο κι ο καθένας ακολουθεί το δρόμο του σε διαφορετικές σχολές, εμφανίζεται και το τρίτο πρόσωπο της τραγωδίας. Είναι η Βερόνικα, το κορίτσι του Τόνι που δεν τον αφήνει να ολοκληρώσει σεξουαλικά, αλλά τον σαγηνεύει, τον εξουσιάζει θα έλεγε κανείς  (η πολιτική της στα σεξουαλικά ζητήματα σήμαινε ότι το κορμί της φυλασσόταν τόσο αυστηρά όσο οι ζώνες απαγόρευσης της αλιείας). Οι λεπτομέρειες στην -εκ των υστέρων πάντα- περιγραφή της ανικανοποίητης σχέσης είναι γλαφυρές ως ξεκαρδιστικές, ενώ το φινάλε, προβλεπόμενο όχι μόνο από τον αναγνώστη αλλά και από τον ίδιο τον ήρωα είναι:
   Όταν χωρίσαμε, κοιμήθηκε μαζί μου.
   Κι όταν κοιμήθηκαν μαζί, δεν την ήθελε πια ο Τόνι, ίσως τον απώθησε ο «χειραγωγικός» χαρακτήρας της, όπως λέει κάπου αλλού (τότε αντιδρούσα στην ιδέα ότι οι γυναίκες ήταν ή θα μπορούσαν να είναι χειραγωγικές. Αυτό μπορεί να λέει περισσότερα για μένα παρά για κείνη).
Ο ενήλικας πια αφηγητής, παντρεμένος, χωρισμένος, με μια κόρη, αναστοχάζεται τα γεγονότα που έφεραν κοντά τον Έιντριαν με τη Βερόνικα. Ο ιδιόρρυθμος Έιντριαν μάλιστα, είχε τότε στείλει γράμμα στον Τόνι ζητώντας του την «άδεια» βγει με τη Βερόνικα. Καταγράφει όσα θυμάται, προβάλλοντας τις δικές του ερμηνείες (οφείλω να υπογραμμίσω ξανά ότι αυτή είναι η ερμηνεία που δίνω τώρα σε κάτι που συνέβη τότε. Ή μάλλον, ό, τι θυμάμαι σήμερα από τον τρόπο με τον οποίο είχα ερμηνεύσει αυτά που είχαν συμβεί εκείνον τον καιρό).  Δεν είναι, όμως, αυτή η απλή «προδοσία» από φίλο, αυτό που καθιστά τραγική την όλη ιστορία. Πολλά χρόνια αργότερα, η παράξενη διαθήκη της μαμάς της Βερόνικα κι ένα μέιλ που στάλθηκε για πλάκα πυροδοτούν ένα νέο κύκλο συναντήσεων, αναμνήσεων, παρεξηγήσεων, συναισθημάτων, αντιφάσεων, εντάσεων και μοιραίων αποκαλύψεων. Μέσα σ’ όλες αυτές τις αποκαλύψεις, ο Τόνι συνειδητοποιεί ότι είχε ζήσει τόσο προσεκτικά, κάποιος που δεν είχε νίκες ή ήττες αλλά είχε αφήσει απλώς τη ζωή να του συμβαίνει. Ότι πάντα πίστευε ότι είχε βρει το μηχανισμό να αποφεύγει τα πλήγματα, και το υπέστη, χρόνια αργότερα,  γι αυτόν ακριβώς το λόγο… Κυρίως, όμως, γίνεται αναπροσδιορισμός των πάντων:
Πόσο συχνά κανείς διηγείται την ιστορία της ζωής του; Πόσο συχνά την προσαρμόζει, την εξωραΐζει και κάνει ύπουλες και πανούργες περικοπές; Και  όσο περισσότερο τραβάει η ζωή σε μάκρος, τόσο λιγοστεύουν εκείνοι από τους γύρω μας που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την εξιστόρησή μας, να μας θυμίσουν ότι η ζωή μας δεν είναι η ζωή μας, αλλά μόνο η ιστορία που είπαμε γι αυτήν. Η ιστορία που είπαμε στους άλλους, κυρίως όμως στον εαυτό μας.

Χριστίνα Παπαγγελή

Τετάρτη, Μαρτίου 24, 2010

σικάγο, Αλάα Αλ Ασουάνι

Πάλι καταφέρνει να μας δώσει μια πολυφωνική εικόνα της αιγυπτιακής κοινωνίας ο συγγραφέας του βιβλίου «Το μέγαρο Γιακουμπιάν», αλλά με τρόπο έμμεσο αυτή τη φορά εφόσον ο χώρος δράσης είναι το πανεπιστήμιο του Ιλινόις στο Σικάγο του 2001, και οι διαφορετικοί ήρωες, κατά κανόνα αιγυπτιακής καταγωγής, διατηρούν μια διαφορετική σχέση ο καθένας με τη γενέθλια γη. Δεν υπάρχει ένας κεντρικός ήρωας, αλλά παράλληλη αφήγηση πολλών επί μέρους προσωπικών ιστοριών που συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, μια τεχνική γνώριμη που παραπέμπει στην κλισαρισμένη τεχνική των σήριαλ (παράλληλες ιστορίες, δομή με μικρές ενότητες που οδηγούν την εκάστοτε πλοκή σε κάποια κορύφωση και σταματούν τη στιγμή της αγωνίας), χωρίς να σημαίνει αυτό κάτι το αρνητικό.
Έτσι, βλέπουμε τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι διαφορετικοί ανθρώπινο τύποι το ανελεύθερο καθεστώς της πατρίδας τους, τους νόμους και τις απαγορεύσεις του μουσουλμανικού κόσμου, και τον διαφορετικό αμερικανικό πολιτισμό. Ξεχωρίζει η πολιτική διαύγεια του Νάγκι Άμπντ ελ Σάμαντ (ίσως σκόπιμα ο συγγραφέας τον προβάλλει σε πρώτο πλάνο καθώς είναι ο μόνος ήρωας του οποίου παρακολουθούμε το ημερολόγιο σε πρώτο ενικό, ίσως πάλι να απηχεί τους προσωπικούς του προβληματισμούς). Είναι ο φοιτητής που γίνεται αποδεκτός με μεγάλη επιφύλαξη από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου στη σχετική συνεδρίαση (πρώτη και χαρακτηριστική σκηνή του βιβλίου) όπου διατυπώνονται διαφορετικές θεωρήσεις:
-Η σωστή απόφαση εδώ είναι ολοφάνερη. Οποιοσδήποτε πληροί τις προϋποθέσεις του τμήματος έχει δικαίωμα να εγγραφεί. Το τι θα κάνει με το δίπλωμά του ή από ποια χώρα προέρχεται δε μας αφορά.
-Αυτού του είδους οι κουβέντες έφεραν την 11η Σεπτεμβρίου στην Αμερική, πετάχτηκε ο Τζορτζ Μάικλ. Ο Γκράχαμ σήκωσε τα μάτια του ψηλά απαντώντας σαρκαστικά:
-Αυτό που μας έφερε την 11η Σεπτεμβρίου είναι το ότι οι περισσότεροι στο Λευκό Οίκο σκέφτονταν σαν και σένα. Υποστήριζαν αυταρχικά καθεστώτα στη Μέση Ανατολή για να πολλαπλασιάσουν τα κέρδη των εταιρειών πετρελαίου και όπλων, και η ένοπλη βία κλιμακώθηκε κι έφτασε στις ακτές μας κλπ. κλπ.

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς «campus novel» το βιβλίο αυτό, όπως συνηθίζεται να ονομάζονται τα βιβλία που, εστιάζοντας στην πανεπιστημιακή ζωή, σχολιάζουν ουσιαστικά τις δυναμικές της κοινωνίας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη σκιαγράφηση των διαφορετικών χαρακτήρων και ιδεολογιών, καθηγητών και φοιτητών (που κάνουν μεταπτυχιακό), ξεκινώντας από τον αντικαθεστωτικό ποιητή και επαναστάτη Νάγκι, τον αντιρατσιστή Αμερικάνο καθηγητή Τζον Γκράχαμ (που συνεργάζεται μαζί του προκειμένου να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους σ’ ένα μανιφέστο απέναντι στην αιγυπτιακή δικτατορία κατά την εκδήλωση υποδοχής του Αιγύπτιου προέδρου στο Σικάγο), τον συνεπή, φιλόδοξο φοιτητή Τάρεκ που έχει να παλέψει σκληρά για να σταθεί ισότιμα με τους άλλους στον επαγγελματικό στίβο, τον συμβατικό Σάλαχ που δυσφορεί μέσα στο συμβατικό του γάμο, τον Αιγύπτο καθηγητή Ράφατ που απαρνείται την πατρίδα του αλλά αντιμετωπίζει τον πλήρη εξαμερικανισμό της ναρκομανούς κόρης του κλπ.κλπ. για να καταλήξει στο άλλο άκρο, στον «πουλημένο» πρόεδρο των Αιγυπτίων φοιτητών (που αποκαλύπτεται ότι είναι πληροφοριοδότης της Ασφάλειας). Συγκλονιστική είναι και η περιγραφή του Σάφουατ Σάκερ, του Αρχηγού της Υπηρεσίας Πληροφοριών, και των μεθόδων βασανισμού που επινοεί για να πείσει τους κρατούμενους να «ομολογήσουν».
Βλέπουμε όμως, εξίσου ανάγλυφα και την ψυχολογία των γυναικών που πλαισιώνουν αυτούς τους κεντρικούς ήρωες, τη σχέση τους μ’ αυτούς, τις ευκαιρίες που τους δίνει η χώρα που τους φιλοξενεί, καθώς και τις εσωτερικές συγκρούσεις, όχι μόνο λόγω ξένης υπηκοότητας, αλλά και λόγω φύλου.
Είναι πολλές οι παράλληλες ιστορίες που διαπλέκονται, κατά τη γνώμη μου πολύ έντεχνα, με στιγμές που αποδίδουν τη σκληρότητα του καθεστώτος αλλά και στιγμές μεγάλης ανθρωπιάς (βλέπε την ιστορία του Αιγύπτιου γιατρού Γκράχαμ). Η γραφή του Άλαα-Αλ Ασουάνι είναι πάντα γοητευτική και «ελαστική», με μια σπάνια διεισδυτικότητα και ικανότητα να αποδίδει λεπτές ψυχικές αποχρώσεις:
(σελ. 80)
Το πρόβλημα όμως του Ράφατ είναι συμφυές με την προσωπικότητά του. Πολλοί Αιγύπτιοι μεγάλωσαν παιδιά στην Αμερική και κατάφεραν να διατηρήσουν μια ισορροπία ανάμεσα στους δυο πολιτισμούς. Ο Ράφατ όμως περιφρονεί έναν πολιτισμό τον οποίο παράλληλα κουβαλάει ακόμα μέσα του, πράγμα που περιπλέκει το θέμα.
(σελ. 373, Ο Ράφατ, ανήμπορος να βοηθήσει την κόρη του, κοιτάζει μια φωτογραφία της):
Μια παράξενη ιδέα του ήρθε καθώς κοίταζε προσεκτικά τη φωτογραφία της: μπορούσε ένας άνθρωπος να έχει χαραγμένη τη μοίρα του στα χαρακτηριστικά του από παιδί; Μπορούμε, άραγε, με κάποια αυτοσυγκέντρωση ή μεγάλη διορατικότητα, να διαβάσουμε το μέλλον των πιαδιών μας στα πρόσωπά τους; (…) Στις φωτογραφίες η Σάρα γελούσε και είχε άνα φωτεινό πρόσωπο γεμάτο χαρά. Εκείνος όμως μπορούσε να δει αυτό που της συνέβαινε τώρα, αποτυπωμένο στο μικρό της πρόσωπο· υπήρχε ένα σκοτεινό σύννεφο που πλανιόταν ανάμεσα στο χαμόγελό της και το αθώο, έκπληκτο ύφος της. Υπήρχε μια σκιά ανεπαίσθητης ήττας στο βλέμμα της, το προαίσθημα ενός θλιβερού πεπρωμένου που δε μπορούσε να αποφύγει. Άφησε δίπλα το άλμπουμ και και σηκώθηκε, όπως έκανε κάθε βράδυ, όταν η θλίψη τον βάραινε τόσο, που δε μπορούσε να κοιτάξει άλλες φωτογραφίες.

Οι πράλληλες ιστορίες ολοκληρώνονται σ' έναν μελαγχολικό τόνο...

Χριστίνα Παπαγγελή

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2008

153 λέξεις για το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς

Ξαναδιάβασα ευκαιριακά το "βιβλιαράκι". Νομίζω ότι αξίζει δυο κουβέντες και σε αυτό το blog. Το πολιτικό βιβλίο μπορεί να ξαναγίνει "της μόδας". Απλές, ουσιώδεις και εύστοχες διαπιστώσεις σε μια σύντομη ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η κυριαρχία της οικονομίας σε όλες τις σχέσεις ως αντανάκλαση της δομής των παραγωγικών σχέσεων. Όλα αγοράζονται, σ’ όλα μεσολαβεί η οικονομία, όλα γίνονται μετρήσιμα.
Απογύμνωση των ιδεολογημάτων που συγκαλύπτουν την αλήθεια του συμφέροντος και της επιδίωξης του κέρδους: η κινητήρια δύναμη της ιστορίας στις σύγχρονες κοινωνίες.
Ταυτόχρονα, ενάμιση αιώνα μετά, έχουν ήδη διαψευστεί και αποτύχει τα πειράματα που βασίζονται στις προτάσεις των συγγραφέων. Η κατάργηση της ιδιοκτησίας, η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής δεν οδήγησε στην εξάλειψη της κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο αλλά στη δημιουργία μορφωμάτων εξουσίας στυγνών και απάνθρωπων. Η κρατική εξουσία αυτονομείται ως θεσμός και ο καπιταλισμός αποδεικνύεται πιο ευέλικτος με μια θαυμαστή ικανότητα αφομοίωσης των αντιθέσεων του. Στο βαθμό να καταγγέλλει ο ίδιος τον εαυτό του...