Σε σένα, που δε με γνώρισες ποτέ
Πρόκειται για μια ακόμη συναρπαστική νουβέλα του αγαπημένου συγγραφέα (Επικίνδυνος οίκτος, Σκακιστική νουβέλα, Ταξίδι στο παρελθόν, Καυτό μυστικό, Φόβος, Το χρέος που ξεπληρώθηκε αργά κ.α.), ο οποίος ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή με τόση παραστατικότητα και διεισδυτικότητα, περιγράφοντας λεπτοφυείς ψυχικές καταστάσεις, σχετικές συνήθως με ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες (έρωτα, τζόγο, επιπολαιότητα, εθισμό). Δεν είναι τυχαίο που το συγκεκριμένο ολιγοσέλιδο έργο έχει γυριστεί τρεις φορές για τον κινηματογράφο, αν και κατά τη γνώμη μου, η πλοκή συνολικά δημιουργεί κάποια ερωτηματικά αληθοφάνειας. Ωστόσο, η γλαφυρή αφήγηση προσελκύει τον αναγνώστη εγείροντας το ενδιαφέρον και την περιέργεια από τις πρώτες πρώτες ακόμα σελίδες: Ο γνωστός συγγραφέας Ρ., πιθανόν alter ego του Στέφαν Τσβάιχ -σύμφωνα με πολλούς μελετητές-, λαμβάνει μια μακροσκελή ανώνυμη επιστολή από μια άγνωστή του κοπέλα λίγο μετά τον θάνατό της (αν αναγκαστώ να συνεχίσω να ζω, θα σκίσω αυτό το γράμμα και θα συνεχίσω να σωπαίνω, όπως σώπαινα πάντα). Η εξομολόγηση «εκ βαθέων» δημιουργεί κατάπληξη όχι μόνο στον παραλήπτη αλλά και στον αναγνώστη, εφόσον ξεκαθαρίζεται απ’ την αρχή ότι η συντάκτρια της επιστολής γράφει αυτό το γράμμα γεμάτη απόγνωση, δίπλα στο νεκρό σώμα του παιδιού της (!), για να αποκαλύψει επιτέλους, μετά από χρόνια σιωπηλής ευτυχίας στον κύριο Ρ. το απίστευτο ερωτικό πάθος που από μικρό ακόμα κορίτσι τη βασανίζει, ένα πάθος που διαμόρφωσε όλη της τη ζωή χωρίς εκείνος να γνωρίσει ποτέ ούτε καν το όνομά της.
Έτσι, μέσα στην εγκιβωτισμένη επιστολή, ξετυλίγεται σε β΄ενικό η απίθανη/απίστευτη ιστορία μιας ζωής που, καθώς εξομολογείται η κοπέλα, ξεκίνησε στην πραγματικότητα από τη μέρα που γνώρισε τον ανίδεο συγγραφέα (μια «ζωή που ήταν δική σου από την πρώτη ως την τελευταία της ώρα»). Ήταν κορίτσι 13 χρονών όταν ο κος Ρ. μετακόμισε στην ίδια πολυκατοικία με την ανώνυμη ηρωίδα, ενώ η είσοδος του διαμερίσματός του ήταν στον ίδιο διάδρομο, απέναντι από την δική της (έμενε με τη μάνα της, ο πατέρας είχε πεθάνει). Στη φάση της μετακόμισης η ευφάνταστη κοπέλα βλέπει τα πράγματά του, τα γλυπτά, τους πίνακες, τα ακριβά βιβλία, κι ενώ φαντάζεται έναν διοπτροφόρο ηλικιωμένο άντρα, αντικρίζει έναν νεαρό ανάλαφρο με αγορίσιο βήμα, όμορφο, λεπτό, κομψό, με φωτεινό πρόσωπο!
Δεν παραξενεύει ιδιαίτερα τον αναγνώστη αυτή η υπερβολική λατρεία που φουντώνει στο μικρό κορίτσι, αυτή η ειδωλοποίηση του γεμάτου ζωντάνια και αυτοπεποίθηση νεαρού, ούτε οι ακραίες εκδηλώσεις όπως να ξημεροβραδιάζεται περιμένοντας να ακούσει την πόρτα να ανοιγοκλείνει κλπ. Η προεφηβεία, άλλωστε, είναι η ηλικία που τα ινδάλματα αποκτούν μια διάσταση θρησκευτικής αφοσίωσης, μετατρέποντας κάθε τι σε ιερό σύμβολο (τίποτα στον κόσμο δεν μοιάζει με την αγάπη ενός παιδιού στα σκοτεινά, που περνά απαρατήρητη· γιατί αυτή δεν έχει καμιά ελπίδα, είναι εκεί για να υπηρετεί και να υποτάσσεται, είναι τόσο καρτερική και παθιασμένη όσο δεν μπορεί ποτέ να είναι η λάγνα, και ασυναίσθητα απαιτητική αγάπη μιας ενήλικης γυναίκας).
Ούτε το γεγονός ότι αυτό το αυθαίρετο ίνδαλμα/πρότυπο μεταμόρφωσε με μαγικό τρόπο τη ζωή της αφηγήτριας, κάνει εντύπωση. Ξαφνικά η ηρωίδα μας άρχισε να ενδιαφέρεται για τα βιβλία, για τη γνώση, για την τέχνη, να εξασκείται στο πιάνο γιατί «πίστευε ότι ο νεαρός αγαπούσε τη μουσική», αιφνιδιάζοντας τη μητέρα της! Είναι συχνό και ανθρώπινο, μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή να γίνεται το έναυσμα για την προσωπική μεταμόρφωση, εξέλιξη, για την πραγμάτωση του δυναμικού που υπάρχει μέσα μας. Η ανώνυμη πρωταγωνίστρια, μέσα από την παθιασμένη αγάπη χωρίς ελπίδα και χωρίς προσδοκίες -φυσικά και χωρίς ανταπόκριση-, πραγματώνει τον εαυτό της, ζει στιγμές αγωνίας, αλλά και πληρότητας -«αιωνιότητας» όπως λέει η ίδια-, κάνοντας ατέλειωτα όνειρα παρατηρώντας στα κλεφτά πτυχές της ζωής του κ. Ρ. πίσω απ’ τις πόρτες, και χτίζοντας μέσα στις φαντασιώσεις την προσωπικότητά της.
Η εμμονή είναι τόσο μεγάλη, που δεν δίνει καν σημασία στη νέα σχέση της μητέρας της με τον έμπορο Φερντινάντ από το Ίννσμπρουκ, μέχρι που της ανακοινώνεται ότι θα μετακομίσουν… Και τότε αλλάζουν όλα με δραματικό τρόπο. Το δεκατριάχρονο κορίτσι, μακριά από την πηγή της έμπνευσης, μεγαλώνει με τις αναμνήσεις των ονείρων που είχε κάνει, ή με τις σκέψεις ποια κοντσέρτα, ποια βιβλία θα ενδιέφεραν το αντικείμενο της λατρείας της, αλλά καθώς μεγαλώνει, αυτή η λατρεία αλλάζει: το πάθος μου για σένα θα παρέμενε το ίδιο, μόνο που έπαιρνε άλλη μορφή μαζί με το σώμα μου, με τις αισθήσεις μου να ξυπνούν, γινόταν πιο λαμπερό, πιο σαρκικό, πιο γυναικείο.
Καθώς ενηλικιώθηκε, λοιπόν, αποφάσισε να επιστρέψει στη Βιέννη, ως υπάλληλος σε κατάστημα ρούχων, με απώτερο σκοπό να συναντήσει τον κύριο Ρ., να συναντήσει ένα και μόνο βλέμμα, να την δει, να μην είναι πια αόρατη, και… με πόθο βέβαια να την αναγνωρίσει (ήθελα να μ’ αναγνωρίσεις μετά απ’ όλα αυτά τα αναθεματισμένα χρόνια που μου έλειψες, ήθελα να με προσέξεις, ήθελα να μ’ αγαπήσεις).
Η απαράμιλλη πέννα του συγγραφέα, ΠΕΙΘΕΙ. Γιατί, όταν επιτέλους κάποια απ’ τις ατέλειωτες ώρες που η ηρωίδα ξημεροβραδιαζόταν στο δρομάκι του Ρ., εκείνος την πρόσεξε, το βλέμμα που της έριξε μπορούμε να νιώσουμε ότι άξιζε όλες τις στιγμές αναμονής: εκείνο το τρυφερό βλέμμα που καλύπτει και ταυτόχρονα αποκαλύπτει, που αγκαλιάζει και σχεδόν αγγίζει· ωστόσο, την πρόσεξε μεν, αλλά δεν την αναγνώρισε.
Και ποτέ δεν την αναγνώρισε. Ούτε τότε αναγνώρισε το παιδί της απέναντι πόρτας, σαν να μην την είχε προσέξει ποτέ όσο ήταν δεκατριάχρονη κοπέλα, αλλά ούτε και αργότερα, όταν ξανασυναντήθηκαν τρεις φορές, μίλησαν, γέλασαν, ήπιαν και συνευρέθηκαν· όταν εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος πίσω του, έμενε πάντα η ανώνυμη, η άγνωστη, η απαρατήρητη… Εδώ βρίσκεται και το θέμα της αναληθοφάνειας… Πώς είναι δυνατόν, ο οποιοσδήποτε, να κάνει μέχρι κι έρωτα δυο τρεις φορές με μια -χαριτωμένη, μας αφήνει να εννοηθεί- γυναίκα, και να μην τη θυμάται μετά από λίγα χρόνια, όσο κι αν πρόκειται για έναν επιπόλαιο γυναικά; Ίσως ο συγγραφέας ήθελε να εστιάσει σ’ αυτό το συναίσθημα που είναι ίσως χειρότερο κι απ’ την απόρριψη ή την περιφρόνηση, το να είσαι αόρατος, ανύπαρκτος για τον άλλον (ούτε μια αράδα δεν έχω από σένα τις τελευταίες μου ώρες, ούτε μια αράδα από σένα, που σου’ χω δώσει τη ζωή μου).
Ωστόσο, η διευρυμένη ψυχή της αφηγήτριας, από τη μια μεριά είναι ευγνώμων γιατί βιώνει ακέριο το όνειρό της, να συνευρεθεί με τον άντρα που ήταν λατρεμένος μια ζωή, κι απ’ την άλλη, αυτό ακόμα το φρικτό συναίσθημα της ανυπαρξίας που σε κάνει να νιώθεις άκυρος, βρίσκει τρόπο να το «αγκαλιάσει»: δεν σε κατηγορώ, σε αγαπώ έτσι όπως είσαι, θερμό και αμελή, αφοσιωμένο και άπιστο, σ’ αγαπάω έτσι, μόνον έτσι, όπως ήσουν πάντα και όπως είσαι ακόμα/εσύ που αγαπάς το ανέμελο, το εύκολο, το παιχνιδιάρικο στην αγάπη. Αγάπη λοιπόν, "άνευ ορίων, άνευ όρων", απέναντι σ’ έναν άνθρωπο ο οποίος, για τρίτη φορά (μετά από χρόνια) δεν δείχνει να τη θυμάται ούτε καν «στο κρεββάτι». Ωστόο, εκείνη σέβεται ακόμα και αναγνωρίζει τη «διττότητα της φύσης του».
Η ανεξήγητη συμπεριφορά της ηρωίδας που μεγαλώνει το παιδί του μεγάλου της έρωτα μόνη της, χωρίς να το εξομολογείται ποτέ στον κύριο Ρ., μια συμπεριφορά που φαίνεται εξωπραγματική, ίσως έχει σαν αφετηρία το βαθύτερο συναίσθημα που την κυριαρχεί: ότι δεν θέλει να του γίνει βάρος, να τον φορτώσει με μια δέσμευση που προφανώς τη σιχαίνεται (προτιμούσα να τα αναλάβω όλα μόνη μου παρά να σου γίνω βάρος κι ήθελα να ήμουν η μόνη από τις γυναίκες σου που θα σκεφτόσουν πάντα με αγάπη, με ευγνωμοσύνη). Ακόμα πιο σοκαριστικό για τον αναγνώστη είναι ότι η γυναίκα αυτή άρχισε να εκδίδεται, χωρίς να αντλεί φυσικά καμιά ευχαρίστηση, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει στο παιδί της, που είναι πια το «παν για κείνη», μια αξιοπρεπή κι «ευτυχισμένη» ζωή.
Όπως τονίζει ο συγγραφέας, πρόκειται για μια προσωπικότητα που υπομένει καρτερικά «όποιον εξευτελισμό, όποια σωματική και ψυχική ταπείνωση αναγκάζεται να υποστεί ο φτωχός, συνυπάρχοντας με πόρνες και άρρωστες», όπως και «την κυνικότητα των νεαρών γιατρών»... Κι όλα αυτά υπηρετώντας τον ανώτερο πνευματικό στόχο, να κρατήσει ακέραιη και ανέπαφη την ανάμνηση από το ιερό αντικείμενο του πόθου, το πνευματικό πάθος που εμπεριέχεται στο αισθησιακό.
Χριστίνα Παπαγγελή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου