Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2019

Κόμπο τον κόμπο, Δήμητρα Λουκά


Πρόκειται για 22 σπαραχτικές αφηγήσεις  από την περιοχή της Πρέβεζας, στα σκληρά μεσοπολεμικά χρόνια οι περισσότερες, μέχρι και τον εμφύλιο. Με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας, όχι μόνο γιατί έχουμε αυτούσιο -υποθέτω- το ιδίωμα της περιοχής, αλλά και γιατί η δομή της αφήγησης ακολουθεί τις τεχνικές του προφορικού λόγου: το ενδιαφέρον υψώνεται εξαρχής κάθετο μέσα από ένα κεντρικό συναίσθημα (π.χ. αφού επιμένεις να με ρωτάς για τον πατέρα μ’, θα σου πω ότι περήφανος δεν είμαι/τι τα θέλεις μωρέ παιδάκι μ’ και τα σκαλίζεις τώρα; Ήταν άτυχος ο αδερφός μ’, και κάθε φορά που τον θυμιέμαι μου λιγώνεται η καρδιά/στην κηδεία του άντρα της του Θωμά, η Φρόσω έμοιαζε σα να θέλει κι εκείνη να πεθάνει) που ξεδιπλώνεται από τις πρώτες πρώτες αράδες προς τον κεντρικό πυρήνα της αφήγησης. Συνήθως υπάρχει ένα β΄ενικό («παπά μ΄», «Θοδωρούλα μ’», «παιδάκι μ’», «Διονυσούλα μ’»), ένα πρόσωπο στο οποίο εξομολογείται ο εκάστοτε αφηγητής/τρια. Κυρίως όμως, όπως ακριβώς και στον προφορικό λαϊκό λόγο, δεν υπάρχει παραστατικότητα θεατρική, ανάλυση ή αναστοχασμός αλλά γεγονότα που πολλές φορές μάλιστα απλώνονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ τα συναισθήματα αποδίδονται λιτά και σύντομα, όμως με δυνατές μεταφορές (έλεγα ότι η σιωπή θα ημερέψει σιγάσιγά τον πόνο, αλλά εκείνη τον θέριεψε σαν τον ασπάλαθρα την άνοιξη κι όλο μ’ αγκυλώνει την καρδιά). «Κόμπο τον κόμπο» αφηγείται κάθε φορά το πρόσωπο-πρωταγωνιστής, που τον πνίγουν ο πόνος και οι αναμνήσεις, και νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο εύστοχος τίτλος: από κόμπο σε κόμπο προχωρά στέκεται η μνήμη, η αφήγηση, η ματιά, η ψυχή. Η αφήγηση επομένως γίνεται πολλές φορές συνοπτική σε χρόνο όπως ακριβώς λειτουργεί η ανάμνηση, με ελάχιστους διαλόγους, ενώ σταλάζουν στον αναγνώστη εικόνες ανεξίτηλες, εικόνες  που μέσα απ την διάφανη σκληρότητά τους υποδηλώνουν κάθε φορά το απύθμενο  βάθος μιας ανώνυμης -πάντα όμως προσωπικής- τραγωδίας.  Απ΄αυτές τις αμέτρητες, που σκηνοθετεί η σκληρή ζωή της ελληνικής επαρχίας, ιδιαίτερα  στα «πέτρινα χρόνια». Κι όταν πρόκειται για μια περιοχή με ιδιαίτερη ιστορία όπως η περιοχή της Πρέβεζας, όπου δεσπόζουν τα Τζουμέρκα με την ιστορική παράδοση στην κλεφτουριά, σχετικά κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, με μειονότητες όπως οι Τσάμηδες και με φουντωμένα τα πάθη του εμφυλίου στα ηπειρωτικά βουνά, οι μαρτυρίες είναι καυτή λάβα.
Κάθε διήγημα λοιπόν, ακόμα κι αυτά που εκτείνονται σε 2-3 σελίδες, σηματοδοτεί κι από μια τραγωδία, αγγίζοντας από τη μια τα περιθώρια της επίσημης ιστορίας, κι απ την άλλη το βάθος της ανθρώπινης ζωής στην υπαρξιακή μοναξιά της. Και οι συνθήκες είναι μοναδικές κι ανεπανάληπτες:
·         Η κόρη που περιμένει την επίσκεψη της μάνας, η οποία  τους είχε εγκαταλείψει μαζί με τον αδερφό, όταν ήταν πολύ μικρά για να κάνει μεγάλη ζωή με άντρα σταφιδέμπορο απ’ την Πάτρα. Κι όταν έρχεται σαν την άνοιξη, είναι «η ομορφιά της καλύτερη κι απ’ το λουλούδι τα’ άσπρο», μα έμεινε τρία βράδια και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Η ζωή προχωρά «κόμπο τον κόμπο» για να καταλήξει στην έσχατη γνώση (τότε κατάλαβα που ο άνθρωπος άμα αλέθεται με τούτο και με κείνο, θέλει δε θέλει, λησμονάει τους πεθαμένους, λησμονάει και τους ζωντανούς που, χει χρόνια πολλά να τους δει, γιατί και κείνοι πεθαμένοι λογαριάζονται μέσα τ’. Έτσι, τη συχώρεσα τη μάνα μ’, και με τη συχώρεση τη δική της γίνηκε το κλάμα μ’ τραγούδι, και από τότες πορεύτκα στη ζωή αχόλευτη ως τα σήμερα)
·         Το μακελειό στο σπιτικό του Ραχάμ του εβραίου στη διάρκεια του πολέμου , που «ψυχή σαν αυτού δεν ηύρε» (τη νίλα που είδαμε στο αραγώι την έχω αγκίδα στην καρδιά να με τρυπάει ως τα σήμερα)
·         Το κρίμα του πατέρα που ο γιος του βρήκε παράδες και μας το κρατάει κρυφό, και  κείνος καλύπτει το φονικό με την πρόφαση ότι ο γιος ατίμαζε την αδερφή (ήρθα να σε βρω και να στα πω παπά μ’, γιατί οι αράχνες μου δαγκάνουν τώρα το κορμί και να τις ξεπαστρέψω δεν μπορώ)
·         Το φευγιό μέσα στη νύχτα απ’ τους «αμίτες» (ΕΑΜίτες) της μάνας με τα παιδιά και τα μωρά στην αγκαλιά και τη μηχανή SINGER (βάλε σημάδι, κοπέλα μ’, να τη βρούμε πάλε όταν περάσει ο χαλασμός)
·         Η νύφη που την είχαν σαν δούλα και δεν την άφησαν ούτε το παιδί της να μεγαλώσει
·         Οι Τουρκαλβανοί/Τσάμηδες[1] που δέχτηκαν στην περιοχή της Πρέβεζας τα κύματα των προσφύγων του ’22 (οι Τσάμηδες δεν περιλήφθηκαν στην ανταλλαγή πληθυσμών), αλλά ζούσαν πάντα με φόβο γιατί ήταν μουσουλμάνοι και δεν τους ήθελαν ούτε στην Τουρκία (ο φόβος κερί αναμμένο έκαιε μέρα νύχτα απάνου στο σοφρά). Η αφηγήτρια είναι Τσάμισα  και μιλά στο δάσκαλο του χωριού (Σπαθαραίους) για το «κακό το μεγάλο» (όποιος σέρνει το χορό , δάσκαλε, θέλει και κάποιον να του κρατά τα ίσια, κνένας δε χορεύει μοναχός τ’): με αφορμή διακόσια πρόβατα γίνεται μεγάλο φονικό Τσάμηδων (δε ρίχνω το βάρος όλο στους χριστιανούς/έκαμαν κι οι δικοί μας πολλά/εκεί απάνου απ΄το κορμί μ’ το σακατεμένο, ορκίστκα να κρατήσω το παιδί).
·         Ο αψίθυμος Σπύρος, που από πληγωμένο φιλότιμο σκότωσε άνθρωπο και κρύφτηκε για ένα χρόνο στα βουνά γίνεται αφορμή για νέο φονικό απ’τον αφηγητή, όταν μαθαίνει ότι τον ξεγέλασε αυτός που τον φυγάδευσε απ’ την Πάργα (αλλά τι τα θέλεις, Μήτσο μ’, τα πλούτη έρχονται και φεύγουν σαν τα περατάρικα τα πουλιά)
Δεν είναι φυσικά σκόπιμο να αναφερθώ και στις 22 τραγωδίες της συλλογής, αν και όλες ανεξαιρέτως έχουν κάτι μοναδικό και ιδιαίτερο. Το  πρόχειρο δείγμα παραπάνω δείχνει  τον σπαραγμό ψυχής που κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις ανώνυμες εξιστορήσεις, όπου κοινός τόπος είναι οι στερήσεις, η σκληρή αγροτική ζωή, το αναποδογύρισμα της μοίρας με εύκολη λύση το φονικό, το φευγιό, η εκδίκηση, ο ολοφυρμός των γυναικών (το φευγιό δε σβήνει το μνημονικό, μόνο ο Χάρος το ξεριζώνει). Κι ο θάνατος, φυσικός σαν κεραυνός, βιώνεται με διαφορετικό τρόπο σ’ αυτό το πλαίσιο: συγκλονιστικό το διήγημα «Πηγαδούσες» όπου μιλά η κόρη που έπεσε στο πηγάδι και την πήραν οι πηγαδούσες, εκειές οι έρμες που γλυκαίνουν τις κοπέλες με τη φωνή τους και τις παίρνουν στον κόσμο τον άλλο, αλλά και οι συμβουλές της αφηγήτριας για να γυρίσει ο αποθαμένος στο «Ο γυρισμός» (Σώπα, με το μοιρολόι δεν έρχεται πίσω/Τίποτα δε γένεται αν δεν προσεύχεται πρώτα η ψυχή και μετά το στόμα. Όταν ακούω ελαφρά τα πατήματά τα’ στις πλάκες της αυλής, σκώνομαι και του ανοίγω σιγανά την πόρτα. Το καντήλι σβήνει, οι άγιοι σφαλίζουν τα μάτια (…) τα ματάκια τ’ θολά, τα χείλια τ’ μπλάβα, τα μαλλάκια τ’ άσπρα τούφες τούφες και λιγοστά. Το κουστούμι τ’ έχει πάρει να πρασινίζει και να ξεφτίζει τόπους τόπους. Δε γίνεται να στ’ αλλάξω, σταυραϊτέ μ’ του λέω).
Ξεχωριστό είναι το σχετικά εκτεταμένο τελευταίο διήγημα, «Η εξαφάνιση της κεφαλής του Λάμπρου Γκαμέρα», ο οποίος εμφανίζεται ως ιστορικό πρόσωπο, ληστής που σκοτώθηκε στην Κρυοπηγή των Τζουμέρκων μετά από συμπλοκή με τη χωροφυλακή το 1931. Η υπόθεση  ξεφεύγει από το ιστορικό ενδιαφέρον κι αποκτά αστυνομική πλοκή με στοιχεία μεταφυσικής, εφόσον η κεφαλή και το μαχαίρι του Γκαμέρα έχουν εξαφανιστεί μυστηριωδώς απ΄ τη θέση τους στο Ιατροδικαστικό Τμήμα. Με θαυμαστό τρόπο ξεδιπλώνεται η τραγική ιστορία του ήρωα από την κόρη του, προς τον αφηγητή/ερευνητή του μυστηρίου:
-Μη με τηράς έτσι, σου’ πα απ’ την αρχή ότι, αν δεν πιστεύεις σαν το παιδί τα’ απονήρευτο ετούτα που σου λέω, να φύγεις.
Δεν ήθελα να τη θυμώσω. Της εξήγησα ότι
άλλο πράγμα είναι η έκπληξη κι άλλο η πίστη σ’ όσα ακούω.

Το θηλυκό στοιχείο
Όπως είδαμε και στα διηγήματα που προαναφέρθηκαν, σ’ αυτόν τον κόσμο της σκληρής ζωής και του θανάτου, η γυναίκα αγκαλιάζει τον πόνο με απαντοχή, θρηνεί σιωπηλά και καρτερικά (εξαιρετικό και το «Σαρκό» όπου η «θειά» αντιμετωπίζει την αρρώστια «σαν έτοιμη από καιρό»: Όσο να’ ρθεις πάλι, μπορεί να την έχω χάσει τη λαλιά μ’ Σοφούλα μ’. Ε, τότες θα πούμε κι εκειά που δε λέγονται). Γιατί ακόμα πιο τραγική είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία αυτή, που είναι φτιαγμένη στα μέτρα των αντρών. Μια κοινωνία όπου τη στέρφα γυναίκα την επιστρέφουν στο πατρικό της, όπου ο πατέρας γκαστρώνει την κόρη του εν γνώσει της μάνας και η λύση βέβαια είναι να τη δώσουν σε σακάτη άνδρα, όπου ο σύζυγος νομιμοποιεί στη διαθήκη το παιδί που έκανε με την οικιακή βοηθό, όπου ο αδερφός («αλλάδελφος» για την ακρίβεια) προσπαθεί να «ρίξει» την αδερφή στα κληρονομικά («Στον τάφο τ’ να χορέψω» είναι ο καταπληκτικός τίτλος), όπου η γιαγιά πενθεί όλη της τη ζωή το θάνατο του πρώτου της παιδιού.
Κι η μάνα, που το παιδί  της γεννήθηκε παράλυτο, «ξεψυχάει για να το βλέπει να βαριοκοιμάται και να γέρνει το κεφαλάκι τ’ αδέξια σαν το λουλούδι το μαραμένο», του μιλάει και του τραγουδάει, και δίνει τη νύχτα όσα δίνει στα άλλα δυο τη μέρα, κι ενώ ο «πόνος τ’ της πλακώνει την καρδιά», φτάνει στη μεγαλύτερη σοφία που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη καρδιά:
Μη βαρυγκομάς, καρδούλα μ’, έλεγα από μέσα μ’, πουλί του θεού είναι κι αυτό, θέλει να κουρνιάσει στη φωλιά της μάνας τ’.
 Χριστίνα Παπαγγελή


[1] Τσάμηδες(από την Wikipedia): Με την ενσωμάτωση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος το 1913, η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, στην Πρέβεζα και στα Ιωάννινα. Το αλβανικό κράτος έκανε λόγο για ύπαρξη επίσης χριστιανών Τσάμηδων και διεκδικούσε εδάφη από την Ελλάδα, τα οποία αποκαλούσε Çamëria (Τσαμουριά στα ελληνικά). Στο διάστημα της κατοχής της Ελλάδας από τον Άξονα, το 1941 με 1944, ένα μέρος των Τσάμηδων συνεργάστηκε με τις δυνάμεις κατοχής και διέπραξαν εγκλήματα σε βάρος Ελλήνων στη Θεσπρωτία. Η Ιταλία, η οποία αναγνώριζε χριστιανούς Τσάμηδες και πλειοψηφία των Αλβανών στη Θεσπρωτία, εισηγήθηκε στον Άξονα να δοθούν κομμάτια της Ηπείρου στην Αλβανία, το σχέδιο όμως απορρίφθηκε από τη Γερμανία. Με την αποχώρηση των Ναζί από την Ελλάδα, ο ελληνικός στρατός εκδίωξε το μεγαλύτερο μέρος΄των μουσουλμάνων Τσάμηδων.


1 σχόλιο:

rocky είπε...

This is awesome blog post. Really good job. Thank You….!