Αν μια ματιά, φωτεινή σαν αχτίδα,
μπορούσε πραγματικά να φωτίσει βαθιά, ως τον θολό βυθό,
τις θαμπές σκιές και τα σκοτεινά βάραθρα.
Αν ο λόγος, κοφτερός σαν μαχαίρι,
μπορούσε να χαράξει ως μέσα στο κόκαλο,
αν μπορούσε να δώσει, για λίγο έστω,
πνοή στα αναιμικά φάσματα.
Στον «θολό βυθό» της μνήμης καταβυθίζεται ο συγγραφέας στο αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο, το δεύτερο της τριλογίας που αφιερώνει στην πολυτάραχη ζωή του (τα άλλα δύο: «Διπλωμένα φτερά» και «Το φως της Φονιάς»). Και δεν είναι τόσο τα σημαδιακά ή συγκλονιστικά γεγονότα που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό «πολυτάραχη», όσο το αποτύπωμα που αφήνουν τα ιδιαίτερα βιώματα στον ψυχικό κόσμο του ήρωα, που στο συγκεκριμένο αυτό, δεύτερο βιβλίο της βιογραφίας του, προσπαθεί να «συνδεθεί» με το Παιδί, το παιδί που υπήρξε κάποτε και που κρύβει τη φωνή του μέσα βαθιά στο υποσυνείδητο του ώριμου πια, κατασταλαγμένου φιλόλογου και συγγραφέα, Γιάννη Ατζακά. Το μικρό ορφανό παιδί που γεννήθηκε στον Θεολόγο της Θάσου μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1941), με μάνα την… γιαγιά Βενετιά (αφού μεγάλωσε λίγο κατάλαβε ότι αυτή που αποκαλούσε «μάνα» ήταν η γιαγιά του), και πατέρα τον Γιώργη που εξαφανίστηκε στα βουνά -και φυσικά κανένας δεν μιλάει γι’ αυτό-, όταν πια ενηλικιώνεται και γίνεται ένας μορφωμένος ώριμος άντρας, γυρεύει να ανασύρει από το πέλαγος των αναμνήσεων τη δική του, τραυματική αλήθεια (με την κρυφή προσδοκία ότι μέσα στη μοναξιά και την απόλυτη σιωπή θα μπορούσε να ξαναβρεί τα σβησμένα ίχνη εκείνου του ξεριζωμένου παιδιού). Γιατί ο μικρός Γιάννης μέχρι τα οκτώ του χρόνια μεγάλωσε με τη γιαγιά του και με τον «πάππο» Γιάννη στις δύσκολες αγροτικές συνθήκες της εποχής εκείνης στο ορεινό χωριό της Θάσου (σε γενικές γραμμές αυτήν την περίοδο την καλύπτει το βιβλίο «Διπλωμένα φτερά»), στη συνέχεια όμως, την ανατροφή και μόρφωσή του «ανέλαβε» η… βασίλισσα Φρειδερίκη! Από την παιδόπολη «Απόστολος Παύλος» στο Καστρί της Κηφισιάς (για ένα χρόνο), στο Ιωσηφόγλειο στη λεωφόρο Συγγρού για άλλον ένα χρόνο, από κει στην «καλή Παναγιά» της Βέροιας όπου έμεινε άλλα τέσσερα χρόνια και δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη (στην αρχή στην παιδόπολη «Άγιος Δημήτριος» και στη συνέχεια σ’ ένα θείο του), ο Γιάννης έφτασε 16 χρονών για να επιστρέψει πάλι στο χωριό. Οκτώ χρόνια ένα μικρό παιδί, σε παντελώς άγνωστο περιβάλλον, και κάθε φορά διαφορετικό: ξανά και ξανά προσαρμογή, νέοι φίλοι κάθε φορά, νέες συνήθειες, νέες ρουτίνες, καινούριοι ομαδάρχες, δάσκαλοι, καθηγητές.
Πρόκειται λοιπόν για μια δύσκολη «ενηλικίωση», ενός παιδιού που ψηλαφεί έναν κόσμο ακατανόητο, ενός παιδιού που θάβει τις φωνές και τα ερωτηματικά μέσα του γιατί ξέρει από πολύ νωρίς ότι, αν υπάρχουν απαντήσεις, αυτές είναι πολύ περίπλοκες. Αλλά το πιο οδυνηρό δεν είναι η πικρή μοναξιά ή ο φόβος του αγνώστου, είναι ότι αυτά τα «πέτρινα», δύσβατα χρόνια που βιώνει ως μικρό παιδί οδηγούν σ’ ένα είδος «αποστασιοποίησης», ένα είδος έλλειψης επαφής με το συγκινησιακό στοιχείο· με τα συναισθήματα, την αγάπη, τη νοσταλγία, την ενσυναίσθηση, -που μπορεί να πονούν αλλά κρατούν ζωντανούς τους δεσμούς με τα πρόσωπα που αγαπάς και σ’ αγαπούν. Κι είναι ο ενήλικας Γιάννης βέβαια που συνειδητοποιεί αυτήν την «ψυχική αναισθησία», όπως ακριβώς η ουλή σ’ ένα τραύμα που έχει κλείσει έχει χάσει την ευαισθησία στον πόνο: Μια βαθιά απάθεια, σαν μια σπάνια και άγνωστη νόσος, χωρίς συμπτώματα, χωρίς πόνο, αλλά και χωρίς ίαση, πρέπει να είχε προσβάλει τον ίδιο, όπως και τα περισσότερα από τα παιδιά. Το μόνο που ίσως μπορούσε τότε να νιώσει ήταν το αίσθημα μιας ατέλειωτης εγκατάλειψης, μιας περηφάνιας άπειρες φορές πληγωμένης.
Αυτή η μεταλλαγή δεν γίνεται φυσικά αμέσως. Περνούν χρόνια στέρησης της μητρικής αγκαλιάς και της οικογενειακής θαλπωρής, άπειρες στιγμές αισθημάτων εγκατάλειψης, για να έρθει η στιγμή που η επίσκεψη της μαμάς/γιαγιάς Βενετιάς (που έρχεται πολύ σπάνια η καημένη) θα του φέρνει πια αμηχανία, και κάποια στιγμή στα δέκα-έντεκα θα νιώσει ανακούφιση όταν θα τη βλέπει να φεύγει… (είχα με τα χρόνια ξεπονέσει, φαίνεται. Δεν είχα πια οικογένεια, δεν είχα δικούς, δεν είχα σπίτι, δεν είχα χωριό). Θυμίζοντας τη θρυλική φράση του Ομήρου «ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιός ἐστιν»…
Αυτό το δεύτερο βιβλίο, λοιπόν, σαν ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στους «δυο» Γιάννηδες, εκφράζει την άρση του εσωτερικού αυτού διχασμού, την συμφιλίωση με τον παιδικό, αποσυνδεδεμένο εαυτό (κάτω από τις αργές επιστρώσεις του χρόνου στο πρόσωπο και στα βάθη της ψυχής του, είχε άραγε παραμείνει ο ίδιος;). Και είναι πολύ ευφυής ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μεταφέρει αυτήν την εσωτερική ανάγκη της «σύνδεσης με τον εαυτό» στη δομή του δεύτερου αυτού βιβλίου της τριλογίας (τα άλλα δύο έχουν πιο γραμμική αφήγηση): έχουμε δύο επίπεδα, δυο παράλληλες αφηγήσεις: του ήρωα-συγγραφέα που μεταφέρει την ψυχολογία του εξηντάχρονου Γιάννη, σε γ΄ ενικό (σε πλάγια γραφή), και την άμεση, πρωτοπρόσωπη «φωνή του Παιδιού», φυσικά σε πιο εκτεταμένη μορφή, μια «φωνή» που αφουγκράζεται και σχολιάζει ο συγγραφέας. Μ’ αυτόν τον ευρηματικό τρόπο ο αναγνώστης παρακολουθεί, όχι ακριβώς τις αναμνήσεις του ενήλικα ήρωα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το μικρό παιδί, με την απραγία και την άγνοια της ηλικίας, προσέλαβε τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις από έναν κόσμο χαώδη (μεταπολεμικό κλίμα εμφυλίου), κατά το δυνατόν βέβαια.
Ο αναγνώστης έρχεται αρχικά σ’ επαφή με τον ενήλικα Γιάννη. Έναν άνθρωπο μοναχικό και στοχαστικό, που αρέσκεται να περιπλανιέται στη φύση μακριά από την τεχνολογία και τον «πολιτισμό», να παρατηρεί τις εναλλαγές και τις αποχρώσεις προκειμένου να βρει τους ρυθμούς και τον εσωτερικό παλμό των αναμνήσεων. Είναι φανερή, ιδιαίτερα στην εισαγωγή του βιβλίου, η εσωτερική συγγένεια με τον λόγο του Σεφέρη («Κράτησα τη ζωή μου…» Αυτός όμως πώς κράτησε τη ζωή του; Και ποια ζωή;/όπου και να ταξιδέψεις όμως, ο τόπος αυτός πάντα θα σε πληγώνει). Πρόκειται για έναν ψυχισμό όπου όλα γίνονται αρχετυπικά και σημαδιακά, μια αρχέγονη γραφή όπου ο εξωτερικός κόσμος αντιστοιχεί στις ψυχικές καταστάσεις (ολόκληρη η ιστορία του πλανήτη ήταν γραμμένη πάνω στα σχήματα και τις πτυχώσεις (των βράχων), πάνω στα ρήγματα και τις ραβδώσεις, στα άπειρα απολιθώματα που άφησαν πάνω τους τα όστρακα, οι ρίζες και τα φυτά του βυθού).
Στα μέρη αυτά του βιβλίου βλέπουμε έναν ελεύθερο από «μικρούς και μεγάλους» καταναγκασμούς άνθρωπο, που επιστρέφει· επιστρέφει πρώτα πρώτα στη «γοητεία του λόγου» (φέτος θα επέστρεφε στη γραφή, σκέφτηκε), κυρίως όμως επιστρέφει στον παιδικό κόσμο, απ’ όπου μετά από τόσα χρόνια ξενιτεμού, είχε γίνει ξένος, ακόμη και στον ίδιον τον τόπο του. Είναι η χρονική στιγμή της απόφασης να ανασύρει από μέσα του ολόκληρη την παλιά ιστορία, να ζωντανέψει, αν το μπορούσε, όλες εκείνες τις ξεχασμένες μέρες, χωρίς τίποτα να αποκρύψει και τίποτα να επινοήσει. Μια πολύ βαθιά ανάγκη τον ωθεί να αναζητήσει στα χρόνια αυτά την καταγωγή των συνηθειών, των εμμονών και των φόβων που τον συνοδεύουν και στην ενήλικη ζωή. Την καταγωγή των αντιφάσεων που βρίσκονται θαμμένες στον ερμητικά κλειστό, τον μυστικό του λαβύρινθο/σ’ αυτόν τον εσώτερο χώρο, όπου σε κανέναν δεν είχε επιτρέψει ποτέ να εισέλθει και που ήταν το δικό του άδυτο, ο πραγματικός πυρήνας της ύπαρξής του.
Η «επιφάνεια» του Παιδιού
Άκουσε τότε, σιγανά στην αρχή,
να φτάνει από πολύ μακριά η φωνή του Παιδιού
–πως γίνεται στα όνειρα,
όπου τα πρόσωπα παίρνουν ζωή και μιλιά
Είναι έξι ουσιαστικά τα «καταχωνιασμένα χρόνια» στις παιδοπόλεις (8 με 14 χρονών), γιατί ο Γιάννης τα δύο πρώτα χρόνια στο Γυμνάσιο (δηλαδή από τα 14 μέχρι τα 16 του) έμεινε στην παράγκα του θείου του του Παντελή, στη Θεσσαλονίκη. Έξι χρόνια στην πιο τρυφερή και εύπλαστη ηλικία, όπου ταυτόχρονα έχει διαμορφώσει σκέψη και μνήμη. Ο Γιάννης όμως είναι ένα υγιές και έξυπνο παιδί, και παρόλο που τον πρώτο καιρό ήταν «σαν το μικρό αρνί, το χαμένο μέσα στο μεγάλο κοπάδι», δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία στο να προσαρμοστεί. Άλλωστε οι συνθήκες, πέρα από την πειθαρχία και τη ρουτίνα στρατοπέδου (και από την πλύση εγκεφάλου στις εθνικιστικές ιδέες, πράγμα που δεν είναι ακόμα αισθητό στο 8χρονο παιδί) δεν είναι και τόσο άσχημες, τουλάχιστον δεν υπάρχει σωματική βία… Στην παιδούπολη «Άγιος Αλέξανδρος» τοποθετείται στην 2α Δημοτικού, και μαζί του είναι απ’ το χωριό και η Μαρίκα (6η Δημοτικού), η κόρη του καπετάνιου, που στην αρχή είναι σαν μεγάλη του αδελφή. Βλέπουμε την καθημερινή ζωή με τις δύσκολες στιγμές (νοσταλγία, κλάμα, ερωτηματικά) αλλά και με τις χαρούμενες (παιχνίδια στην αυλή, δώρα και γιορτές τα Χριστούγεννα, επίσκεψη της… βασίλισσας (της «Μεγάλης Μητέρας»)· κρύο τον χειμώνα, χαρά την άνοιξη, χαρταετός την Καθαρά Δευτέρα (ήταν η πρώτη φορά που γέλασα τόσο πολύ/για πρώτη φορά ο νους μου δεν έτρεχε στο χωριό, αλλά στον κόσμο που είδα έξω εκείνη τη μέρα, στα παιδιά που έτρεχαν χαρούμενα γύρω απ’ τους γονιούς τους), μπάνιο στο Καβούρι στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
Σ’ αυτήν τη δύσκολη, πρώτη χρονιά, ο Γιάννης είχε μόνο μια επίσκεψη από τη θεία του τη Μαρία, ενώ εκείνος έστειλε ένα μοναδικό γράμμα στη γιαγιά του με διεύθυνση «γιαγιά, χωρίον» (για τον πατέρα μου δεν έγραφα τίποτε. Το καταλάβαινα μέσα μου, χωρίς όμως να μπορώ να το εξηγήσω, ότι αυτός ήταν η αιτία που με πήραν απ’ το χωριό, κι ας είχα να τον δω περισσότερο από δυο χρόνια). Κι όταν ήρθε η γιαγιά Βενετιά, στο τέλος της χρονιάς, τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα: την κάκιζα κρυφά από μέσα μου/ένιωθα πως ερχόταν από έναν πολύ μακρινό κόσμο, που κάποτε ήταν ο δικός μου κόσμος).
Το πρώτο καλοκαίρι, με σινεμά και Καραγκιόζη, αποχαιρετά την παιδόπολη, και, επειδή είναι «πεντάρφανος» τον ετοιμάζουν για το Ιωσηφόγλειο ορφανοτροφείο (σκεφτόμουν περισσότερο το Καστρί τώρα παρά το χωριό μου/είχα χάσει και πάλι όσα αγαπούσα), στη Συγγρού απ’ όπου έβλεπε Φάληρο και Σαρωνικό (ένιωθα, χωρίς να ξέρω γιατί, και χαρούμενος και λυπημένος μαζί). Είναι η ηλικία που αρχίζει η μανία με το ποδόσφαιρο (το γήπεδο του Πανιωνίου είναι κοντά) και όλα τα αγόρια κόβουν φωτογραφίες με ποδοσφαιριστές («φάσεις») και συναγωνίζονται ποιος θα μαζέψει τις σπανιότερες.
Τέλος, ο τελευταίος σταθμός πριν από τη Θεσσαλονίκη, ήταν η «Καλή Παναγιά» στη Δοβρά (Βέροια), μέσα στην «αγκαλιά του βουνού», στα κτήματα και στ’ αμπέλια (ήταν σαν να επέστρεφα πάλι στον δικό μου, γνώριμο κόσμο). Η προσαρμογή στην «Ομάδα Βίτσι» με την στριφνή ομαδάρχισσα Θεοδώρα Μουμτζή (θα μιλήσει η «αγία ράβδος»), τρομοκρατεί στην αρχή τον δεκάχρονο πια ήρωά μας, ο οποίος απομονώνεται και αναπολεί την προηγούμενη παιδόπολη (!), σκέφτεται τον παππού και τη γιαγιά του, και κάνει προσπάθειες να προσαρμοστεί στην καινούργια, απαιτητική ρουτίνα στρατοπέδου. «Είναι τόσο πολλοί οι κανόνες και οι απαγορεύσεις, που είναι αδύνατον να μην παραβιάσεις κάποιον». Κι όμως «μη ρωτήσεις τώρα, πού βρίσκαμε τον καιρό και το κέφι σαν παιδιά να χαρούμε και μεις λίγο. Και χρόνο είχαμε και κέφι και χώρο απέραντο είχαμε. Και να το πω ξεκάθαρα από τώρα, τα χρόνια μου στην «Καλή Παναγιά» ήταν τα πιο ευτυχισμένα για μένα από τότε που με πήραν μακριά απ’ το νησί».
Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον, χάρη στην αφηγηματική επιδεξιότητα του συγγραφέα πάντα, την «φωνή» του μικρού Γιάννη καθώς ανακαλύπτει τον κόσμο, έστω και μέσα από την περίκλειστη κοινωνία της παιδόπολης: καινούργια τραγούδια, επαφή με τη φύση, το πρώτο ξύλο με αξιοπρέπεια, παιχνίδια (μπάλα, γήπεδο, κρυφτό, κυνηγητό), τα πρώτα βιβλία (που φυσικά είναι ή θρησκευτικά ή για τους συμμορίτες), την πρώτη αρρώστια με βαρύ πυρετό (ηλίαση), εμβατήρια και ατέλειωτους λόγους σε «δύσκολη γλώσσα» (καθαρεύουσα). Τότε μνημονεύει ο μικρός Γιάννης και την αντικομμουνιστική υστερία, είναι όμως πολύ μικρός για να θέσει ερωτήματα στον εαυτό του.
Όταν φεύγει από την παιδόπολη η Μουμτζή (ο «κακός νάνος»), κι έρχεται στη θέση της η γλυκιά και νεαρή δις Αλίκη, αρχίζει και η δεύτερη χρονιά στην «Καλή Παναγιά». Έχουν τώρα έναν πολύ αγαπητό νέο δάσκαλο που επαίνεσε για πρώτη φορά τις επιδόσεις του ήρωά μας. Ήταν και το έναυσμα για να πάρει στροφές προς το μονοπάτι της μόρφωσης (από τη μέρα εκείνη, σαν να με είχε αγγίξει ένα μαγικό ραβδί, άρχισε η μεταμόρφωσή μου). Οι αντικομμουνιστικές ιστορίες όμως για κακούς συμμορίτες αρχίζουν να τον αναστατώνουν· από τη μια οι άθεοι, οι απάτριδες, οι προδότες, οι κατσαπλιάδες, οι αντάρτες, οι ληστές κι απ’ την άλλη η πατρίδα, η σημαία, ο βασιλιάς, ο στρατός, η εκκλησία, η Παναγία, ο Χριστός (σκεφτόμουν πως αν ο πατέρας μου ήταν μ’ αυτούς, τότε θα ήταν κι αυτός συμμορίτης και κατσαπλιάς και ληστής/αυτό όμως εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ για τον δικό μου πατέρα, όσο λίγο κι αν πρόλαβα να τον γνωρίσω). Πέρα απ’ αυτό όμως, αποκρυσταλλώνονται και τα δύο θεμελιακά ερωτήματα: Ζει ο πατέρας μου; Και… Τι σημαίνει «Ορφανός αμφοτέρων των γονέων»;
Η αντίδραση του «Παιδιού» σ’ αυτήν την αντιφατική τυράγνια ήταν, η απώθηση. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, τουλάχιστον, ο Γιάννης έχει αρχίσει να ξεχνά τον πατέρα του, να μην τον αναζητά, να ξεχνά ότι ήταν γιος αντάρτη, ύστερα να το αρνείται (κι αφού τα ανυποψίαστα εκείνα πλάσματα ούτε ήξεραν κι ούτε τους επιτρεπόταν να υπερασπιστούν τους δικούς τους, το μόνο που τους απέμενε τότε ήταν να τους απαρνηθούν).
Καθώς μπαίνει στην ήβη, ο ήρωάς μας αρχίζει και διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, να ταυτίζεται με τους ήρωες και τα ορφανά του Έκτορος Μαλό, να αναπολεί το χωριό, να ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Αγαπημένος ήρωας ο…Διγενής Ακρίτας, αγαπημένη απασχόληση ο ανθόκηπος που φτιάχνουν με την δεσποινίδα Αλίκη. Μετά από έναν βαρύ χειμώνα, την άνοιξη τη χαρακτηρίζει «άγρια», συγκινείται από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής (τι αθωότητα, Θεέ μου, τι παιδική άγνοια/να αισθάνεται ευτυχισμένο μ’ έναν δικό του τρόπο), πηγαίνουν εκδρομή στη Νάουσα, έγραψε την καλύτερη έκθεση… Ωστόσο, ο καημός για τον πατέρα που «μπόρεσε και τους άφησε» επανέρχεται, τώρα που μπαίνει στην εφηβεία.
Στα «ανταρτόπληκτα» προστέθηκαν και τα «σεισμόπληκτα» από τους σεισμούς της Κεφαλονιάς, μια μεγάλη αλλαγή στην περιορισμένη κοινωνική ζωή τους (είχαν φέρει κάτι αλλιώτικο στη ζωή μας). Έχουν περάσει ήδη τα τέσσερα πρώτα χρόνια «εγκλεισμού» κι ο Γιάννης έχει βρει νόημα στα μαθήματα· το παιδί που έμεινε στην… πρώτη δημοτικού είναι τώρα απ’ τους καλύτερους μαθητές. Ένας νέος κόσμος, ο κόσμος της γνώσης έχει αρχίσει να φανερώνεται και να τον κερδίζει. Με τα πολλά αποφασίζει να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, διαπρέπει στις εξετάσεις (ο μόνος που πέρασε με το σπαθί του και μας έβγαλε ασπροπρόσωπους ήταν ο Α(ρ)χοντής).
Κι έτσι, στην άγουρη εφηβεία, όταν οι πόθοι και οι πονηρές σκέψεις αρχίζουν και σκάνε σαν μπουμπούκια, τελειώνει και η τετραετής θητεία του «παιδιού» στην Καλή Παναγιά. Στην γιορτή αποχωρισμού δεν συγκινήθηκαν μόνο τα παιδιά και οι ομαδάρχες αλλά και ο αναγνώστης νιώθει μαζί τους ότι αποχαιρετά έναν κόσμο- μικρόκοσμο, περιορισμένο αλλά ασφαλή όπου όμως χωρούσαν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, φιλία, αγάπη, μοναξιά, πίκρα, νοσταλγία:
Καληνύχτα αξέχαστοι σύντροφοι, παντέρημα ορφανά, χαμένα μέσα στις συνάξεις των ομάδων, των ενωμοτιών, των συγκροτημάτων, των γενικών συγκεντρώσεων, ξεχασμένα μέσα στο ξεχασμένο και βουβό παιδικό πλήθος, καληνύχτα.
Εφηβεία, γυμνάσιο και έρωτες
Ο έξω κόσμος έπεσε ξαφνικά πάνω μου με την ορμή και τη σκληρότητα γρανίτη
Η προσγείωση στον «Άγιο Δημήτριο», στη μεγάλη πόλη, στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν εύκολη («Η μόνη μας δουλειά εδώ είναι το σχολείο, παιχνίδι έχει μόνο μετά τη μελέτη. Όποιος χάνει χρονιά πηγαίνει για τέχνη ή φεύγει απ’ την παιδοπολη»). Νιώθει για άλλη μια φορά χαμένος και η σκέψη του άγουρου έφηβου μένει για πολύ καιρό στην «Καλή Παναγιά». Όμως αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται κι απ’ την επαφή με τον έξω κόσμο, με τη μεγάλη πόλη, με τη θάλασσα. Άλλωστε, στη Θεσσαλονίκη έχει και συγγενείς! Τον θείο Παντελή, αδερφό του πατέρα του και την οικογένειά του, με τις πέντε «δυχατέρες». Η παρθενική περιπλάνηση του άπειρου νεαρού στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να βρει το σπίτι του θείου του είναι από μόνη της ένα διήγημα… Αγωνία αλλά και κατάπληξη όταν είδε ότι δίπλα στις μεγάλες πολυκατοικίες υπάρχουν και παράγκες, μέσα σε μία από τις οποίες ήταν και οι συγγενείς του. Είναι ωστόσο οι «άνθρωποί του» (εμ, καλά λένε ότι το αίμα τραβάει), όπου η υποδοχή ήταν φτωχική αλλά πολύ θερμή. Αλλόκοτες σκέψεις κι ερωτηματικά αρχίζουν να κατακλύζουν τον Γιάννη, που συνειδητοποιεί ότι η ασφάλεια της παιδόπολης δεν του δίνει απαντήσεις στα χιλιάδες ερωτηματικά του έξω κόσμου. Ότι είναι ένα «θλιβερό ορφανοτροφείο που είχε μαζέψει τα παιδιά ενός μακρινού και ξεχασμένου πια πολέμου». Συγκρίνει τον εαυτό του, που κατατάσσεται στα «ανταρτόπληκτα παιδιά» με τα άλλα παιδιά του γυμνασίου, νιώθει μια ακαθόριστη θλίψη. Κι επίσης του λείπει η φύση.
Υπάρχουν ωστόσο αντίβαρα στο αίσθημα «ξενότητας» για ένα ζωηρό κι ευέλικτο μυαλό όπως του συγγραφέα, ο κινηματογράφος, οι βόλτες στη θάλασσα με τον θείο, οι στενές παρέες με φίλους (συμμετείχε και σε μια μυστική θρησκευτική ομάδα/αδελφότητα), αλλά ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι εκείνες τις τελευταίες μέρες του 1954 και στις δυτικές εσχατιές της πόλης, πρέπει να είχε τις απαρχές του ο εσώτερος λυρικός βίος του, αυτός ο σκοτεινός ποταμός των πόνων, των πόθων και των παθών.
Η «έξοδος»
Όπως σημειώνει και η «φωνή του παιδιού», η Βασιλική Πρόνοια εγκατέλειψε τον Γιάννη: λόγω των παιδιών που ήρθαν στην παιδόπολη από τους σεισμούς του Βόλου, θα συνεχίσουν στον «Άγιο Δημήτριο» μόνον όσοι βγάλαν βαθμό πάνω από δεκαεπτά. Εδώ η θεία Ανθούλα, με τα πέντε μικρά παιδιά μέσα στην παράγκα, έδειξε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής: «Τι θα δούμε και θα ξεδούμε χριστιανέ μου; Θ’ αφήσουμε το παιδί του αδερφού σου να σέρνεται από δω κι από κει; Τι πέντε, τι έξι στόματα»!!!
Άλλος ένας λοιπόν αποχαιρετισμός, άλλο ένα κεφάλαιο κλείνει, κι έτσι ο Γιάννης, τελειώνει τις δύο πρώτες τάξεις του γυμνασίου εγκαταστημένος στο σπίτι του θείου. Κι όταν θα επιστρέψει στο χωριό, μετά από οκτώ χρόνια απουσίας, μια μεγάλη έκπληξη θα τον περιμένει…
Ο εκ των υστέρων αναστοχασμός
Ο Γιάννης δεν ήξερε ακόμη να πει
αν είχε ακούσει αυτό που όλους αυτούς τους μήνες αποζητούσε
με τέτοια μυστική εμμονή, με τέτοιο πάθος
Όπως γράφει και ο ενήλικας Γιάννης, «ένα παιδί κλεισμένο πίσω από μάντρες και συρματοπλέγματα, δεν μπορεί να γνωρίζει το αγεφύρωτο χάσμα που είχε χωρίσει στα δύο όλον τον μεταπολεμικό κόσμο» ούτε τον μηχανισμό που προσπαθούσε να χειραγωγήσει πάνω από τριάντα χιλιάδες ορφανά. Το παράδοξο ήταν ότι η κοινωνία στις παιδοπόλεις ήταν «αταξική», με απόλυτη ισότητα και κοινοκτημοσύνη, εφαρμόζοντας στην πράξη την κοινωνική θεωρία που καταπολεμούσε με τόσο φανατισμό! Ωστόσο, το μικρό παιδί δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να υποκατασταθεί, ούτε το χωριό, ούτε η οικογένεια (ένα συφοριασμένο στρατόπεδο παιδιών, ήταν), ούτε τον μηχανισμό χειραγώγησης σ’ ένα μοντέλο εθνικιστικό τύπου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια». Ο 65χρονος συγγραφέας βλέπει φυσικά από απόσταση το θρησκευτικό παραλήρημα του παιδικού εαυτού του, σαν μια βαθύτερη ανάγκη να ανήκεις κάπου, να πιστέυεις κάπου (ίδιον της εφηβείας, άλλωστε). Αντικρίζει κατάματα όλες αυτές τις αντιφάσεις που έπρεπε να χωρέσουν σε μια παιδική ψυχή, τις παθογένειες ενός διχασμένου κόσμου.
Ο θολός βυθός της μνήμης αποχαιρετά το Παιδί, που η φωνή του αναδύθηκε για να «γεφυρώσει τις δύο όχθες της βυθισμένης ζωής του».
Χριστίνα Παπαγγελή