Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2026

Θολός βυθός, Γιάννης Ατζακάς

Αν μια ματιά, φωτεινή σαν αχτίδα,
μπορούσε πραγματικά να φωτίσει βαθιά, ως τον θολό βυθό,
τις θαμπές σκιές και τα σκοτεινά βάραθρα.
Αν ο λόγος, κοφτερός σαν μαχαίρι,
μπορούσε να χαράξει ως μέσα στο κόκαλο,
αν μπορούσε να δώσει, για λίγο έστω,
πνοή στα αναιμικά φάσματα.
     Στον «θολό βυθό» της μνήμης καταβυθίζεται ο συγγραφέας στο αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο, το δεύτερο της τριλογίας που αφιερώνει στην πολυτάραχη ζωή του (τα άλλα δύο: «Διπλωμένα φτερά» και «Το φως της Φονιάς»). Και δεν είναι τόσο τα σημαδιακά ή συγκλονιστικά γεγονότα που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό «πολυτάραχη», όσο το αποτύπωμα που αφήνουν τα ιδιαίτερα βιώματα στον ψυχικό κόσμο του ήρωα, που στο συγκεκριμένο αυτό, δεύτερο βιβλίο της βιογραφίας του, προσπαθεί να «συνδεθεί» με το Παιδί, το παιδί που υπήρξε κάποτε και που κρύβει τη φωνή του μέσα βαθιά στο υποσυνείδητο του ώριμου πια, κατασταλαγμένου φιλόλογου και συγγραφέα, Γιάννη Ατζακά.
     Το μικρό ορφανό παιδί που γεννήθηκε στον Θεολόγο της Θάσου μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1941), με μάνα την… γιαγιά Βενετιά (αφού μεγάλωσε λίγο κατάλαβε ότι αυτή που αποκαλούσε «μάνα» ήταν η γιαγιά του), και πατέρα τον Γιώργη που εξαφανίστηκε στα βουνά -και φυσικά κανένας δεν μιλάει γι’ αυτό-, όταν πια ενηλικιώνεται και γίνεται ένας μορφωμένος ώριμος άντρας, γυρεύει να ανασύρει από το πέλαγος των αναμνήσεων τη δική του, τραυματική αλήθεια (με την κρυφή προσδοκία ότι μέσα στη μοναξιά και την απόλυτη σιωπή θα μπορούσε να ξαναβρεί τα σβησμένα ίχνη εκείνου του ξεριζωμένου παιδιού). Γιατί ο μικρός Γιάννης μέχρι τα οκτώ του χρόνια μεγάλωσε με τη γιαγιά του και με τον «πάππο» Γιάννη στις δύσκολες αγροτικές συνθήκες της εποχής εκείνης στο ορεινό χωριό της Θάσου (σε γενικές γραμμές αυτήν την περίοδο την καλύπτει το βιβλίο «Διπλωμένα φτερά»), στη συνέχεια όμως, την ανατροφή και μόρφωσή του «ανέλαβε» η… βασίλισσα Φρειδερίκη! Από την παιδόπολη «Απόστολος Παύλος» στο Καστρί της Κηφισιάς (για ένα χρόνο), στο Ιωσηφόγλειο στη λεωφόρο Συγγρού για άλλον ένα χρόνο, από κει στην «καλή Παναγιά» της Βέροιας όπου έμεινε άλλα τέσσερα χρόνια και δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη (στην αρχή στην παιδόπολη «Άγιος Δημήτριος» και στη συνέχεια σ’ ένα θείο του), ο Γιάννης έφτασε 16 χρονών για να επιστρέψει πάλι στο χωριό. Οκτώ χρόνια ένα μικρό παιδί, σε παντελώς άγνωστο περιβάλλον, και κάθε φορά διαφορετικό: ξανά και ξανά προσαρμογή, νέοι φίλοι κάθε φορά, νέες συνήθειες, νέες ρουτίνες, καινούριοι ομαδάρχες, δάσκαλοι, καθηγητές.
     Πρόκειται λοιπόν για μια δύσκολη «ενηλικίωση», ενός παιδιού που ψηλαφεί έναν κόσμο ακατανόητο, ενός παιδιού που θάβει τις φωνές και τα ερωτηματικά μέσα του γιατί ξέρει από πολύ νωρίς ότι, αν υπάρχουν απαντήσεις, αυτές είναι πολύ περίπλοκες. Αλλά το πιο οδυνηρό δεν είναι η πικρή μοναξιά ή ο φόβος του αγνώστου, είναι ότι αυτά τα «πέτρινα», δύσβατα χρόνια που βιώνει ως μικρό παιδί οδηγούν σ’ ένα είδος «αποστασιοποίησης», ένα είδος έλλειψης επαφής με το συγκινησιακό στοιχείο· με τα συναισθήματα, την αγάπη, τη νοσταλγία, την ενσυναίσθηση, -που μπορεί να πονούν αλλά κρατούν ζωντανούς τους δεσμούς με τα πρόσωπα που αγαπάς και σ’ αγαπούν. Κι είναι ο ενήλικας Γιάννης βέβαια που συνειδητοποιεί αυτήν την «ψυχική αναισθησία», όπως ακριβώς η ουλή σ’ ένα τραύμα που έχει κλείσει έχει χάσει την ευαισθησία στον πόνο: Μια βαθιά απάθεια, σαν μια σπάνια και άγνωστη νόσος, χωρίς συμπτώματα, χωρίς πόνο, αλλά και χωρίς ίαση, πρέπει να είχε προσβάλει τον ίδιο, όπως και τα περισσότερα από τα παιδιά. Το μόνο που ίσως μπορούσε τότε να νιώσει ήταν το αίσθημα μιας ατέλειωτης εγκατάλειψης, μιας περηφάνιας άπειρες φορές πληγωμένης.
     Αυτή η μεταλλαγή δεν γίνεται φυσικά αμέσως. Περνούν χρόνια στέρησης της μητρικής αγκαλιάς και της οικογενειακής θαλπωρής, άπειρες στιγμές αισθημάτων εγκατάλειψης, για να έρθει η στιγμή που η επίσκεψη της μαμάς/γιαγιάς Βενετιάς (που έρχεται πολύ σπάνια η καημένη) θα του φέρνει πια αμηχανία, και κάποια στιγμή στα δέκα-έντεκα θα νιώσει ανακούφιση όταν θα τη βλέπει να φεύγει… (είχα με τα χρόνια ξεπονέσει, φαίνεται. Δεν είχα πια οικογένεια, δεν είχα δικούς, δεν είχα σπίτι, δεν είχα χωριό). Θυμίζοντας τη θρυλική φράση του Ομήρου «ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιός ἐστιν»…
     Αυτό το δεύτερο βιβλίο, λοιπόν, σαν ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στους «δυο» Γιάννηδες, εκφράζει την άρση του εσωτερικού αυτού διχασμού, την συμφιλίωση με τον παιδικό, αποσυνδεδεμένο εαυτό (κάτω από τις αργές επιστρώσεις του χρόνου στο πρόσωπο και στα βάθη της ψυχής του, είχε άραγε παραμείνει ο ίδιος;). Και είναι πολύ ευφυής ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μεταφέρει αυτήν την εσωτερική ανάγκη της «σύνδεσης με τον εαυτό» στη δομή του δεύτερου αυτού βιβλίου της τριλογίας (τα άλλα δύο έχουν πιο γραμμική αφήγηση): έχουμε δύο επίπεδα, δυο παράλληλες αφηγήσεις: του ήρωα-συγγραφέα που μεταφέρει την ψυχολογία του εξηντάχρονου Γιάννη, σε γ΄ ενικό (σε πλάγια γραφή), και την άμεση, πρωτοπρόσωπη «φωνή του Παιδιού», φυσικά σε πιο εκτεταμένη μορφή, μια «φωνή» που αφουγκράζεται και σχολιάζει ο συγγραφέας. Μ’ αυτόν τον ευρηματικό τρόπο ο αναγνώστης παρακολουθεί, όχι ακριβώς τις αναμνήσεις του ενήλικα ήρωα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το μικρό παιδί, με την απραγία και την άγνοια της ηλικίας, προσέλαβε τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις από έναν κόσμο χαώδη (μεταπολεμικό κλίμα εμφυλίου), κατά το δυνατόν βέβαια.
     Ο αναγνώστης έρχεται αρχικά σ’ επαφή με τον ενήλικα Γιάννη. Έναν άνθρωπο μοναχικό και στοχαστικό, που αρέσκεται να περιπλανιέται στη φύση μακριά από την τεχνολογία και τον «πολιτισμό», να παρατηρεί τις εναλλαγές και τις αποχρώσεις προκειμένου να βρει τους ρυθμούς και τον εσωτερικό παλμό των αναμνήσεων. Είναι φανερή, ιδιαίτερα στην εισαγωγή του βιβλίου, η εσωτερική συγγένεια με τον λόγο του Σεφέρη («Κράτησα τη ζωή μου…» Αυτός όμως πώς κράτησε τη ζωή του; Και ποια ζωή;/όπου και να ταξιδέψεις όμως, ο τόπος αυτός πάντα θα σε πληγώνει). Πρόκειται για έναν ψυχισμό όπου όλα γίνονται αρχετυπικά και σημαδιακά, μια αρχέγονη γραφή όπου ο εξωτερικός κόσμος αντιστοιχεί στις ψυχικές καταστάσεις (ολόκληρη η ιστορία του πλανήτη ήταν γραμμένη πάνω στα σχήματα και τις πτυχώσεις (των βράχων), πάνω στα ρήγματα και τις ραβδώσεις, στα άπειρα απολιθώματα που άφησαν πάνω τους τα όστρακα, οι ρίζες και τα φυτά του βυθού).
     Στα μέρη αυτά του βιβλίου βλέπουμε έναν ελεύθερο από «μικρούς και μεγάλους» καταναγκασμούς άνθρωπο, που επιστρέφει· επιστρέφει πρώτα πρώτα στη «γοητεία του λόγου» (φέτος θα επέστρεφε στη γραφή, σκέφτηκε), κυρίως όμως επιστρέφει στον παιδικό κόσμο, απ’ όπου μετά από τόσα χρόνια ξενιτεμού, είχε γίνει ξένος, ακόμη και στον ίδιον τον τόπο του. Είναι η χρονική στιγμή της απόφασης να ανασύρει από μέσα του ολόκληρη την παλιά ιστορία, να ζωντανέψει, αν το μπορούσε, όλες εκείνες τις ξεχασμένες μέρες, χωρίς τίποτα να αποκρύψει και τίποτα να επινοήσει. Μια πολύ βαθιά ανάγκη τον ωθεί να αναζητήσει στα χρόνια αυτά την καταγωγή των συνηθειών, των εμμονών και των φόβων που τον συνοδεύουν και στην ενήλικη ζωή. Την καταγωγή των αντιφάσεων που βρίσκονται θαμμένες στον ερμητικά κλειστό, τον μυστικό του λαβύρινθο/σ’ αυτόν τον εσώτερο χώρο, όπου σε κανέναν δεν είχε επιτρέψει ποτέ να εισέλθει και που ήταν το δικό του άδυτο, ο πραγματικός πυρήνας της ύπαρξής του.
     Η «επιφάνεια» του Παιδιού
Άκουσε τότε, σιγανά στην αρχή,
να φτάνει από πολύ μακριά η φωνή του Παιδιού
–πως γίνεται στα όνειρα,
όπου τα πρόσωπα παίρνουν ζωή και μιλιά
     Είναι έξι ουσιαστικά τα «καταχωνιασμένα χρόνια» στις παιδοπόλεις (8 με 14 χρονών), γιατί ο Γιάννης τα δύο πρώτα χρόνια στο Γυμνάσιο (δηλαδή από τα 14 μέχρι τα 16 του) έμεινε στην παράγκα του θείου του του Παντελή, στη Θεσσαλονίκη. Έξι χρόνια στην πιο τρυφερή και εύπλαστη ηλικία, όπου ταυτόχρονα έχει διαμορφώσει σκέψη και μνήμη. Ο Γιάννης όμως είναι ένα υγιές και έξυπνο παιδί, και παρόλο που τον πρώτο καιρό ήταν «σαν το μικρό αρνί, το χαμένο μέσα στο μεγάλο κοπάδι», δεν φαίνεται να παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία στο να προσαρμοστεί. Άλλωστε οι συνθήκες, πέρα από την πειθαρχία και τη ρουτίνα στρατοπέδου (και από την πλύση εγκεφάλου στις εθνικιστικές ιδέες, πράγμα που δεν είναι ακόμα αισθητό στο 8χρονο παιδί) δεν είναι και τόσο άσχημες, τουλάχιστον δεν υπάρχει σωματική βία…
     Στην παιδούπολη «Άγιος Αλέξανδρος» τοποθετείται στην 2α Δημοτικού, και μαζί του είναι απ’ το χωριό και η Μαρίκα (6η Δημοτικού), η κόρη του καπετάνιου, που στην αρχή είναι σαν μεγάλη του αδελφή. Βλέπουμε την καθημερινή ζωή με τις δύσκολες στιγμές (νοσταλγία, κλάμα, ερωτηματικά) αλλά και με τις χαρούμενες (παιχνίδια στην αυλή, δώρα και γιορτές τα Χριστούγεννα, επίσκεψη της… βασίλισσας (της «Μεγάλης Μητέρας»)· κρύο τον χειμώνα, χαρά την άνοιξη, χαρταετός την Καθαρά Δευτέρα (ήταν η πρώτη φορά που γέλασα τόσο πολύ/για πρώτη φορά ο νους μου δεν έτρεχε στο χωριό, αλλά στον κόσμο που είδα έξω εκείνη τη μέρα, στα παιδιά που έτρεχαν χαρούμενα γύρω απ’ τους γονιούς τους), μπάνιο στο Καβούρι στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
     Σ’ αυτήν τη δύσκολη, πρώτη χρονιά, ο Γιάννης είχε μόνο μια επίσκεψη από τη θεία του τη Μαρία, ενώ εκείνος έστειλε ένα μοναδικό γράμμα στη γιαγιά του με διεύθυνση «γιαγιά, χωρίον» (για τον πατέρα μου δεν έγραφα τίποτε. Το καταλάβαινα μέσα μου, χωρίς όμως να μπορώ να το εξηγήσω, ότι αυτός ήταν η αιτία που με πήραν απ’ το χωριό, κι ας είχα να τον δω περισσότερο από δυο χρόνια). Κι όταν ήρθε η γιαγιά Βενετιά, στο τέλος της χρονιάς, τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα: την κάκιζα κρυφά από μέσα μου/ένιωθα πως ερχόταν από έναν πολύ μακρινό κόσμο, που κάποτε ήταν ο δικός μου κόσμος).
     Το πρώτο καλοκαίρι, με σινεμά και Καραγκιόζη, αποχαιρετά την παιδόπολη, και, επειδή είναι «πεντάρφανος» τον ετοιμάζουν για το Ιωσηφόγλειο ορφανοτροφείο (σκεφτόμουν περισσότερο το Καστρί τώρα παρά το χωριό μου/είχα χάσει και πάλι όσα αγαπούσα), στη Συγγρού απ’ όπου έβλεπε Φάληρο και Σαρωνικό (ένιωθα, χωρίς να ξέρω γιατί, και χαρούμενος και λυπημένος μαζί). Είναι η ηλικία που αρχίζει η μανία με το ποδόσφαιρο (το γήπεδο του Πανιωνίου είναι κοντά) και όλα τα αγόρια κόβουν φωτογραφίες με ποδοσφαιριστές («φάσεις») και συναγωνίζονται ποιος θα μαζέψει τις σπανιότερες.
     Τέλος, ο τελευταίος σταθμός πριν από τη Θεσσαλονίκη, ήταν η «Καλή Παναγιά» στη Δοβρά (Βέροια), μέσα στην «αγκαλιά του βουνού», στα κτήματα και στ’ αμπέλια (ήταν σαν να επέστρεφα πάλι στον δικό μου, γνώριμο κόσμο). Η προσαρμογή στην «Ομάδα Βίτσι» με την στριφνή ομαδάρχισσα Θεοδώρα Μουμτζή (θα μιλήσει η «αγία ράβδος»), τρομοκρατεί στην αρχή τον δεκάχρονο πια ήρωά μας, ο οποίος απομονώνεται και αναπολεί την προηγούμενη παιδόπολη (!), σκέφτεται τον παππού και τη γιαγιά του, και κάνει προσπάθειες να προσαρμοστεί στην καινούργια, απαιτητική ρουτίνα στρατοπέδου. «Είναι τόσο πολλοί οι κανόνες και οι απαγορεύσεις, που είναι αδύνατον να μην παραβιάσεις κάποιον». Κι όμως «μη ρωτήσεις τώρα, πού βρίσκαμε τον καιρό και το κέφι σαν παιδιά να χαρούμε και μεις λίγο. Και χρόνο είχαμε και κέφι και χώρο απέραντο είχαμε. Και να το πω ξεκάθαρα από τώρα, τα χρόνια μου στην «Καλή Παναγιά» ήταν τα πιο ευτυχισμένα για μένα από τότε που με πήραν μακριά απ’ το νησί».
     Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον, χάρη στην αφηγηματική επιδεξιότητα του συγγραφέα πάντα, την «φωνή» του μικρού Γιάννη καθώς ανακαλύπτει τον κόσμο, έστω και μέσα από την περίκλειστη κοινωνία της παιδόπολης: καινούργια τραγούδια, επαφή με τη φύση, το πρώτο ξύλο με αξιοπρέπεια, παιχνίδια (μπάλα, γήπεδο, κρυφτό, κυνηγητό), τα πρώτα βιβλία (που φυσικά είναι ή θρησκευτικά ή για τους συμμορίτες), την πρώτη αρρώστια με βαρύ πυρετό (ηλίαση), εμβατήρια και ατέλειωτους λόγους σε «δύσκολη γλώσσα» (καθαρεύουσα). Τότε μνημονεύει ο μικρός Γιάννης και την αντικομμουνιστική υστερία, είναι όμως πολύ μικρός για να θέσει ερωτήματα στον εαυτό του.
     Όταν φεύγει από την παιδόπολη η Μουμτζή (ο «κακός νάνος»), κι έρχεται στη θέση της η γλυκιά και νεαρή δις Αλίκη, αρχίζει και η δεύτερη χρονιά στην «Καλή Παναγιά». Έχουν τώρα έναν πολύ αγαπητό νέο δάσκαλο που επαίνεσε για πρώτη φορά τις επιδόσεις του ήρωά μας. Ήταν και το έναυσμα για να πάρει στροφές προς το μονοπάτι της μόρφωσης (από τη μέρα εκείνη, σαν να με είχε αγγίξει ένα μαγικό ραβδί, άρχισε η μεταμόρφωσή μου). Οι αντικομμουνιστικές ιστορίες όμως για κακούς συμμορίτες αρχίζουν να τον αναστατώνουν· από τη μια οι άθεοι, οι απάτριδες, οι προδότες, οι κατσαπλιάδες, οι αντάρτες, οι ληστές κι απ’ την άλλη η πατρίδα, η σημαία, ο βασιλιάς, ο στρατός, η εκκλησία, η Παναγία, ο Χριστός (σκεφτόμουν πως αν ο πατέρας μου ήταν μ’ αυτούς, τότε θα ήταν κι αυτός συμμορίτης και κατσαπλιάς και ληστής/αυτό όμως εγώ δεν μπορούσα να το δεχτώ για τον δικό μου πατέρα, όσο λίγο κι αν πρόλαβα να τον γνωρίσω). Πέρα απ’ αυτό όμως, αποκρυσταλλώνονται και τα δύο θεμελιακά ερωτήματα: Ζει ο πατέρας μου; Και… Τι σημαίνει «Ορφανός αμφοτέρων των γονέων»;
     Η αντίδραση του «Παιδιού» σ’ αυτήν την αντιφατική τυράγνια ήταν, η απώθηση. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, τουλάχιστον, ο Γιάννης έχει αρχίσει να ξεχνά τον πατέρα του, να μην τον αναζητά, να ξεχνά ότι ήταν γιος αντάρτη, ύστερα να το αρνείται (κι αφού τα ανυποψίαστα εκείνα πλάσματα ούτε ήξεραν κι ούτε τους επιτρεπόταν να υπερασπιστούν τους δικούς τους, το μόνο που τους απέμενε τότε ήταν να τους απαρνηθούν).
     Καθώς μπαίνει στην ήβη, ο ήρωάς μας αρχίζει και διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, να ταυτίζεται με τους ήρωες και τα ορφανά του Έκτορος Μαλό, να αναπολεί το χωριό, να ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Αγαπημένος ήρωας ο…Διγενής Ακρίτας, αγαπημένη απασχόληση ο ανθόκηπος που φτιάχνουν με την δεσποινίδα Αλίκη. Μετά από έναν βαρύ χειμώνα, την άνοιξη τη χαρακτηρίζει «άγρια», συγκινείται από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής (τι αθωότητα, Θεέ μου, τι παιδική άγνοια/να αισθάνεται ευτυχισμένο μ’ έναν δικό του τρόπο), πηγαίνουν εκδρομή στη Νάουσα, έγραψε την καλύτερη έκθεση… Ωστόσο, ο καημός για τον πατέρα που «μπόρεσε και τους άφησε» επανέρχεται, τώρα που μπαίνει στην εφηβεία.
     Στα «ανταρτόπληκτα» προστέθηκαν και τα «σεισμόπληκτα» από τους σεισμούς της Κεφαλονιάς, μια μεγάλη αλλαγή στην περιορισμένη κοινωνική ζωή τους (είχαν φέρει κάτι αλλιώτικο στη ζωή μας). Έχουν περάσει ήδη τα τέσσερα πρώτα χρόνια «εγκλεισμού» κι ο Γιάννης έχει βρει νόημα στα μαθήματα· το παιδί που έμεινε στην… πρώτη δημοτικού είναι τώρα απ’ τους καλύτερους μαθητές. Ένας νέος κόσμος, ο κόσμος της γνώσης έχει αρχίσει να φανερώνεται και να τον κερδίζει. Με τα πολλά αποφασίζει να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, διαπρέπει στις εξετάσεις (ο μόνος που πέρασε με το σπαθί του και μας έβγαλε ασπροπρόσωπους ήταν ο Α(ρ)χοντής).
     Κι έτσι, στην άγουρη εφηβεία, όταν οι πόθοι και οι πονηρές σκέψεις αρχίζουν και σκάνε σαν μπουμπούκια, τελειώνει και η τετραετής θητεία του «παιδιού» στην Καλή Παναγιά. Στην γιορτή αποχωρισμού δεν συγκινήθηκαν μόνο τα παιδιά και οι ομαδάρχες αλλά και ο αναγνώστης νιώθει μαζί τους ότι αποχαιρετά έναν κόσμο- μικρόκοσμο, περιορισμένο αλλά ασφαλή όπου όμως χωρούσαν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, φιλία, αγάπη, μοναξιά, πίκρα, νοσταλγία:
     Καληνύχτα αξέχαστοι σύντροφοι, παντέρημα ορφανά, χαμένα μέσα στις συνάξεις των ομάδων, των ενωμοτιών, των συγκροτημάτων, των γενικών συγκεντρώσεων, ξεχασμένα μέσα στο ξεχασμένο και βουβό παιδικό πλήθος, καληνύχτα.
     Εφηβεία, γυμνάσιο και έρωτες
Ο έξω κόσμος έπεσε ξαφνικά πάνω μου με την ορμή και τη σκληρότητα γρανίτη
     Η προσγείωση στον «Άγιο Δημήτριο», στη μεγάλη πόλη, στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν εύκολη («Η μόνη μας δουλειά εδώ είναι το σχολείο, παιχνίδι έχει μόνο μετά τη μελέτη. Όποιος χάνει χρονιά πηγαίνει για τέχνη ή φεύγει απ’ την παιδοπολη»). Νιώθει για άλλη μια φορά χαμένος και η σκέψη του άγουρου έφηβου μένει για πολύ καιρό στην «Καλή Παναγιά». Όμως αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται κι απ’ την επαφή με τον έξω κόσμο, με τη μεγάλη πόλη, με τη θάλασσα. Άλλωστε, στη Θεσσαλονίκη έχει και συγγενείς! Τον θείο Παντελή, αδερφό του πατέρα του και την οικογένειά του, με τις πέντε «δυχατέρες».
      Η παρθενική περιπλάνηση του άπειρου νεαρού στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να βρει το σπίτι του θείου του είναι από μόνη της ένα διήγημα… Αγωνία αλλά και κατάπληξη όταν είδε ότι δίπλα στις μεγάλες πολυκατοικίες υπάρχουν και παράγκες, μέσα σε μία από τις οποίες ήταν και οι συγγενείς του. Είναι ωστόσο οι «άνθρωποί του» (εμ, καλά λένε ότι το αίμα τραβάει), όπου η υποδοχή ήταν φτωχική αλλά πολύ θερμή. Αλλόκοτες σκέψεις κι ερωτηματικά αρχίζουν να κατακλύζουν τον Γιάννη, που συνειδητοποιεί ότι η ασφάλεια της παιδόπολης δεν του δίνει απαντήσεις στα χιλιάδες ερωτηματικά του έξω κόσμου. Ότι είναι ένα «θλιβερό ορφανοτροφείο που είχε μαζέψει τα παιδιά ενός μακρινού και ξεχασμένου πια πολέμου». Συγκρίνει τον εαυτό του, που κατατάσσεται στα «ανταρτόπληκτα παιδιά» με τα άλλα παιδιά του γυμνασίου, νιώθει μια ακαθόριστη θλίψη. Κι επίσης του λείπει η φύση.
     Υπάρχουν ωστόσο αντίβαρα στο αίσθημα «ξενότητας» για ένα ζωηρό κι ευέλικτο μυαλό όπως του συγγραφέα, ο κινηματογράφος, οι βόλτες στη θάλασσα με τον θείο, οι στενές παρέες με φίλους (συμμετείχε και σε μια μυστική θρησκευτική ομάδα/αδελφότητα), αλλά ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι εκείνες τις τελευταίες μέρες του 1954 και στις δυτικές εσχατιές της πόλης, πρέπει να είχε τις απαρχές του ο εσώτερος λυρικός βίος του, αυτός ο σκοτεινός ποταμός των πόνων, των πόθων και των παθών.
     Η «έξοδος»
     Όπως σημειώνει και η «φωνή του παιδιού», η Βασιλική Πρόνοια εγκατέλειψε τον Γιάννη: λόγω των παιδιών που ήρθαν στην παιδόπολη από τους σεισμούς του Βόλου, θα συνεχίσουν στον «Άγιο Δημήτριο» μόνον όσοι βγάλαν βαθμό πάνω από δεκαεπτά. Εδώ η θεία Ανθούλα, με τα πέντε μικρά παιδιά μέσα στην παράγκα, έδειξε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής: «Τι θα δούμε και θα ξεδούμε χριστιανέ μου; Θ’ αφήσουμε το παιδί του αδερφού σου να σέρνεται από δω κι από κει; Τι πέντε, τι έξι στόματα»!!!
     Άλλος ένας λοιπόν αποχαιρετισμός, άλλο ένα κεφάλαιο κλείνει, κι έτσι ο Γιάννης, τελειώνει τις δύο πρώτες τάξεις του γυμνασίου εγκαταστημένος στο σπίτι του θείου. Κι όταν θα επιστρέψει στο χωριό, μετά από οκτώ χρόνια απουσίας, μια μεγάλη έκπληξη θα τον περιμένει…
     Ο εκ των υστέρων αναστοχασμός
Ο Γιάννης δεν ήξερε ακόμη να πει
αν είχε ακούσει αυτό που όλους αυτούς τους μήνες αποζητούσε
με τέτοια μυστική εμμονή, με τέτοιο πάθος
     Όπως γράφει και ο ενήλικας Γιάννης, «ένα παιδί κλεισμένο πίσω από μάντρες και συρματοπλέγματα, δεν μπορεί να γνωρίζει το αγεφύρωτο χάσμα που είχε χωρίσει στα δύο όλον τον μεταπολεμικό κόσμο» ούτε τον μηχανισμό που προσπαθούσε να χειραγωγήσει πάνω από τριάντα χιλιάδες ορφανά. Το παράδοξο ήταν ότι η κοινωνία στις παιδοπόλεις ήταν «αταξική», με απόλυτη ισότητα και κοινοκτημοσύνη, εφαρμόζοντας στην πράξη την κοινωνική θεωρία που καταπολεμούσε με τόσο φανατισμό! Ωστόσο, το μικρό παιδί δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να υποκατασταθεί, ούτε το χωριό, ούτε η οικογένεια (ένα συφοριασμένο στρατόπεδο παιδιών, ήταν), ούτε τον μηχανισμό χειραγώγησης σ’ ένα μοντέλο εθνικιστικό τύπου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».
     Ο 65χρονος συγγραφέας βλέπει φυσικά από απόσταση το θρησκευτικό παραλήρημα του παιδικού εαυτού του, σαν μια βαθύτερη ανάγκη να ανήκεις κάπου, να πιστέυεις κάπου (ίδιον της εφηβείας, άλλωστε). Αντικρίζει κατάματα όλες αυτές τις αντιφάσεις που έπρεπε να χωρέσουν σε μια παιδική ψυχή, τις παθογένειες ενός διχασμένου κόσμου.
     Ο θολός βυθός της μνήμης αποχαιρετά το Παιδί, που η φωνή του αναδύθηκε για να «γεφυρώσει τις δύο όχθες της βυθισμένης ζωής του».
Χριστίνα Παπαγγελή

 


Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2026

Ο κήπος του Μπανταλπούρ, Κενιζέ Μουράτ

«Είμαι παιδί χαϊδεμένο: έχω μια μαμά Ελβετίδα και μια μαμά στον Ουρανό, έναν μπαμπά Ελβετό κι έναν μπαμπά Ινδό, κι έχω και μια μαμά Βελγίδα κι έναν μπαμπά παπά, κι ακόμα έναν γέρο μπαμπά και μια γριά μαμά από το Λοτ-ε- Γκαρόν. Και βέβαια, ένα σωρό αδέρφια, ξαδέρφια, θείους, θείες, παππούδες και γιαγιάδες, Ελβετούς, Ινδούς, Βέλγους και από το Λοτ-ε- Γκαρόν. Κι αυτά, πριν ανακαλύψω τους θείους, τις θείες και τα ξαδέρφια από την Τουρκία κι από το Πακιστάν».
     Ακόμα πιο συναρπαστικό από το πρώτο βιβλίο (Της νεκρής πριγκίπισσας), είναι το δεύτερο αυτό μυθιστόρημα της δισεγγονής του σουλτάνου Μουράτ Ε΄(μεγάλου αδερφού του Αμπντούλ Χαμίτ, που λίγο καιρό αφότου ανέβηκε στην εξουσία έχασε τα λογικά του, παραχωρώντας το σουλτανάτο στον «τελευταίο σουλτάνο», πριν τον Μουσταφά Κεμάλ). Αυτή τη φορά το μυθιστόρημα είναι καθαρά αυτο-βιογραφικό (στο πρώτο αφηγείται τη βιογραφία της μητέρας της, της Σέλμα Χανιμσουλτάν[1], που ποτέ δεν γνώρισε).
     Η αφήγηση, σε γ΄ενικό παρά την αυτοβιογραφική διάσταση, καθηλώνει, γιατί η Κενιζέ Μουράτ, βρίσκεται ακόμα πιο έντονα απ’ ό, τι η μητέρα της στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, σε μια πολύ κρίσιμη εποχή: γεννήθηκε μέσα στις ακραίες συνθήκες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι -ένα εγκαταλελειμμένο μωρό, ραχιτικό και με έκζεμα, σε φτωχικό πανδοχείο στο Παρίσι γιατί η μητέρα πέθανε ξαφνικά και πολύ νέα, από φυματίωση. Ο αγαπημένος ευνούχος της Σέλμα, ο Ζεϊνέλ, προτού εξαφανιστεί τελείως απ’ τη ζωή της, την παρέδωσε στο ελβετικό προξενείο όπου την ανέλαβε η «πρώτη θετή οικογένεια» (και η πιο αγαπημένη), αλλά δεδομένου ότι ήταν Κατοχή κι έπρεπε να μετακομίσουν, οι «γονείς» της την παρέδωσαν στις καλόγριες, που ωστόσο την αγαπούσαν πολύ (οι τριάντα καινούργιες μαμάδες μου με χάιδευαν υπερβολικά κι εγώ επωφελήθηκα με το παραπάνω απ’ αυτό). Από τότε άλλαξε άλλες δύο θετές οικογένειες (!), πάντα στο αστικό περιβάλλον στην Πόλη του Φωτός, στο Παρίσι της διανόησης, με τη βαριά κληρονομιά μιας μητέρας που ανήκε στην πριγκιπική οικογένεια του σουλτάνου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ενός πατέρα μαχαραγιά- μουσουλμάνου Ινδού χαμένου κάπου στην επαρχία της Ινδίας (τον οποίο φυσικά και δεν γνώρισε, παρά αφού ενηλικιώθηκε). Η Κενιζέ Μουράτ (το όνομα διάλεξε όταν πια έγινε συγγραφέας και δημοσιογράφος), αλλιώς Ζαχρ, ή Σουζάν Χουσαΐν, όχι μόνο ταλαιπωρήθηκε λόγω των αμφιβολιών σχετικά με την καταγωγή της (συγκεκριμένα την πατρότητα) αλλά βίωσε τις ταξικές και ακραίες πολιτιστικές αντιθέσεις (Παρίσι- Ινδία), ενώ όταν πια επισκέφτηκε την Ινδία στα 22 της χρόνια, είχε αρχίσει η αντιπαλότητα μεταξύ μουσουλμάνων και ινδουιστών, που οδήγησε στη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών του 20ου -τουλάχιστον- αιώνα[2] και τη δημιουργία του κράτους του Πακιστάν[3].
     Αυτό όμως που αξίζει περισσότερο, πέρα από το κοινωνιολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μοναδική «πορεία ζωής» της συγγραφέα, είναι οι λεπτές ψυχολογικές διακυμάνσεις καθώς διέρχεται όλα αυτά τα σκαμπανεβάσματα της μοίρας, όλες τις αμφιβολίες, τις απογοητεύσεις, τις εκπλήξεις και τις χαρές. Γιατί δεν πρόκειται για μια απλώς γλαφυρή αφήγηση των απίστευτων περιπετειών και βιωμάτων, αλλά για ένα ψυχογράφημα, που αποτυπώνει τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο και την επίμονη αναζήτηση ταυτότητας, πατρότητας, πατρίδας, σ’ έναν κόσμο που μεταλλασσόταν με γοργό ρυθμό κι όπου δεν υπήρχε έρμα.
     Είμαι πριγκίπισσα, κόρη του βασιλιά της Ινδίας
     Η πεποίθηση που της είχαν εμφυσήσει από την πρώτη της θετή οικογένεια ακόμη, ότι είναι κόρη ενός Ινδού μαχαραγιά, του Αμίρ του Μπανταλπούρ, κλονίζεται βίαια όταν την πληροφορούν ότι η μητέρα της είχε δηλώσει στον Ινδό σύζυγό της ότι το μωρό γεννήθηκε… νεκρό, για να τη σώσει από τη μοίρα στην οποία είναι καταδικασμένες οι γυναίκες στην Ινδία και να της χαρίσει την ελευθερία του δυτικού κόσμου. Άλλες φήμες δημιούργησαν επιπρόσθετη σύγχυση, ότι η Σέλμα είχε σχέση μ’ έναν Αμερικανό φίλο (που ήταν αλήθεια, βλ. «Της νεκρής πριγκίπισσας») κι ότι τελικά δεν «ρέει ινδικό αίμα» στις φλέβες της Ζαχρ/Κενιζέ, αλλά είναι κόρη αυτού του μυστηριώδους φίλου, μια άποψη που βόλευε τις χριστιανικές οικογένειες που τη μεγάλωσαν, και που φυσικά τη βάφτισαν χριστιανή. Αυτός ο «τρίτος» πατέρας φαίνεται ότι έμαθε την ύπαρξή της και την έψαξε και τη βρήκε, αλλά αφού τη φόρτωσε με δώρα, εξαφανίστηκε πάλι και αργότερα μαθεύτηκε ότι πέθανε στην Αμερική.
     Τα συναισθήματα ντροπής για το σκοτάδι που καλύπτει τους γεννήτορές της, αλλά και το τραυματικό αίσθημα εγκατάλειψης, συνοδεύουν τη μικρή Ζαχρ/Κενιζέ σ’ όλη της την ενηλικίωση, καθώς αλλάζει κι άλλες δύο οικογένειες, από τις οποίες ωστόσο φαίνεται ότι έχει συγκρατήσει θετικές αναμνήσεις.
Η μεγαλύτερη τύχη της ζωής μου ήταν σίγουρα
ότι βρέθηκα ολομόναχη στα δεκαεννιά μου χρόνια,
χωρίς χρήματα και χωρίς επάγγελμα
     Όταν λοιπόν μπαίνει στην αυτονομία της εφηβείας, αυτό που γυρεύει, και το εκφράζει σ’ όλο το βιβλίο μ’ όλους τους δυνατούς τρόπους, είναι η ασφάλεια, η στέρεη αγάπη, η αποδοχή, το μυστήριο της καταγωγής της και βασικά, μια πατρίδα. Γίνεται λοιπόν ζωτικό το ζήτημα τού να επιβεβαιώσει την πατρότητα (ο αληθινός πατέρας είναι ο Ινδός ή ο Αμερικανός;), και να τον βρει, όπου γης. Οι αμφιβολίες είναι βάσιμες εφόσον κυκλοφορούν δύο… πιθανές ημερομηνίες γέννησης, και οι προσπάθειες της Κενιζέ να βρει την «αλήθεια της» τιτάνιες, οι απογοητεύσεις και οι λοξοδρομήσεις αλλεπάλληλες.
     Θα αναγκαστεί να περιμένει (μετά από τρία χρόνια καθημερινής έντασης, για να ελέγξω όσα ζούσαν μέσα μου και απειλούσαν να με κάνουν να υποφέρω, κατέληξα μισο-σχιζοφρενής/ κατάργησα, ή τουλάχιστον κοίμισα, όλες τις επιθυμίες μου, έγινα ανίκανη να νιώσω την παραμικρή επιθυμία η να έχω κατασταλαγμένη γνώμη για οποιοδήποτε ζήτημα. Ήμουν ένα όστρακο ακομμάτιαστο, αλλά τελείως κενό), να ανεξαρτητοποιηθεί από τους θετούς, καλοπροαίρετους γονείς, και, όταν πια ενηλικιώνεται στα 18 της χρόνια, μπαίνει δυναμικά στον φοιτητικό κόσμο του Παρισιού (Σορβόννη), σπουδάζοντας αρχικά Ψυχολογία (μελέτησε πολύ και δούλεψε πάνω στις ψυχικές διαταραχές και την ψυχοθεραπεία) και στη συνέχεια Κοινωνιολογία. Την ίδια εποχή μπλέκεται στην «πιο αριστερίστικη και σοφιστικέ ομάδα της δεκαετίας, τη σχισματική ομάδα τροτσκιστών “Σοσιαλισμός και Ελευθερία”».
     Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία, Ψυχολογία, Μαρξ, Λακάν, Ντολτό, Μπουρντιέ, πολιτική, φεμινισμός και αριστερισμός είναι τα αντικείμενα απασχόλησής της, ενώ ψάχνει τα ίχνη μιας πανέμορφης αλλά ανυπότακτης μητέρας που άφησε μυστήριο πίσω της. Κι ενώ το ζήτημα της αμφίβολης πατρότητας επιστρέφει εμμονικά μέσα της, τελείως αναπάντεχα, μέσα από μια απλή μαρτυρία, το τοπίο ξεκαθαρίζει. Ο κύβος ερρίφθη εν μια νυκτί, και η απόφασή της να αφήσει τη ζωή του Παρισιού και να μεταβεί στην Ινδία είναι αμετάκλητη.
     Ούτε σ’ αυτήν τη φάση όμως τα πράγματα είναι ρόδινα. Αρχικά, φημολογείται ότι ο Αμίρ έχει πεθάνει, ωστόσο της έχει απαντήσει σε κάποιες επιστολές, έστω και με… άρθρα. Όταν πια επιβεβαιώνεται ότι ο πατέρας της ζει, όλοι την αποτρέπουν να πάει σε μια χώρα του τρίτου κόσμου, τόσο εκ διαμέτρου αντίθετη από την Γαλλία όπου γαλουχήθηκε. Παράλληλα, έρχεται σε επαφή με συγγενείς από την πλευρά της μητέρας της, τους έκπτωτους σουλτάνους, και μαθαίνει ότι είναι η μοναδική κληρονόμος των… πετρελαίων της Μοσούλης! Ο διχασμός της Ζαχρ/Σουζάν/Κενιζέ (αριστερίστρια, φτωχή από τη μια, πριγκίπισσα με κοιτάσματα πετρελαίου από την άλλη) φτάνει σε όρια κωμικοτραγικά! Ωστόσο, η ηρωίδα μας αγαπά τους συγγενείς αυτούς (ήμουν η «ξεβράκωτη» που είχε ερωτευτεί τους αριστοκράτες συγγενείς της), γιατί είναι «η οικογένειά της»…
     Ινδία
     9 Ιουλίου του 1961, στα 21 της περίπου χρόνια, η Κενιζέ έχει πάρει τη μεγάλη απόφαση και βρίσκεται στο αεροδρόμιο για Νέο Δελχί. Τα συναισθήματα πανικού που δεν την υποδέχεται ο -πενηντάχρονος- πλέον πατέρας της διαδέχονται άπειρα άλλα κι έντονα συναισθήματα όταν τον βλέπει: δεν καταφέρνει να ξεκολλήσει από πάνω του το βλέμμα της: έχει τόσο περήφανη κορμοστασιά, με το μακρύ, μαύρο σιρβάνι του/και τι ήρεμη αυτοπεποίθηση δείχνουν οι κινήσεις του! Κυρίως όμως τη συναρπάζει το πρόσωπό του: μάτια αίλουρου και μύτη αετού, πρόσωπο γοητευτικό και πλάνο, που δείχνει πολλή ευαισθησία και ταυτόχρονα αδιατάρακτη αυτοκυριαρχία.
     Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η περιγραφή συνοψίζει όλη την εικόνα όπως διαμορφώθηκε τα λίγα χρόνια που έμεινε τελικά η Κενιζέ Μουράτ στην Ινδία, ενώ η σχέση της με τον πατέρα αλλά και με όλη την οικογένεια, περνάει τα σαράντα κύματα. Γιατί αυτό που παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ αυτήν και τους εξ αίματος συγγενείς της δεν είναι μόνο η διαφορά στις προσωπικότητες (π.χ. ο Αμίρ είναι ως χαρακτήρας συντηρητικός και μετρημένος, και, παρά την αγγλική του μόρφωση τηρεί τις ισορροπίες και τις παραδόσεις), αλλά και η άβυσσος που χωρίζει την Ινδική επαρχία από την Πόλη του Φωτός.
     Αρχικά, έχει μεγάλο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη η περιγραφή του σταθμού του Νέου Δελχί (θυμίζει γιγάντιο καραβάν-σεράι, όπου, κάτω από τις αυστηρές πέτρινες καμάρες, διασταυρώνεται και στριμώχνεται ένα πολύβουο και πολύχρωμο πλήθος), στη συνέχεια του «υπέροχου και άθλιου» Λουκνάου, της «χιλιοτραγουδισμένης, περήφανης πόλης των βασιλιάδων του Ουντ» -όπου είναι η μόνιμη κατοικία της οικογένειας (Πού βρισκόμαστε; Πού είναι το παλάτι; Δεν είναι αυτό, δεν είναι δυνατό!)- και, τέλος, του Μπανταλπούρ, της έδρας του βασιλείου όπου και το ομώνυμο χωριό, και όπου βρίσκεται και ο περίφημος κήπος της μητέρας, το μετέπειτα «μήλον της έριδος». Θαυμασμός, κατάπληξη μπροστά σε κτίρια εκπληκτικής κομψότητας από τη μια, εγκατάλειψη και αθλιότητα από την άλλη, γιατί όλα είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και η Ιστορία (με γιώτα κεφαλαίο) που πλαισιώνει αυτήν την ατμόσφαιρα, γιατί πλέον η Ινδία είναι ανεξάρτητο κράτος, υπό τον Νεχρού (που είναι φίλος του Αμίρ). Ωστόσο, όταν το 1952 κατασχέθηκαν όλα αυτά τα κρατίδια ηγεμόνων όπως του Αμίρ, η κυβέρνηση έδωσε πενιχρή αποζημίωση, και ο Αμίρ είναι μπλεγμένος σε απέλπιδους δικαστικούς αγώνες ενάντια στην κυβέρνηση, που απαλλοτρίωσε παράνομα κάποια κτήματά του. Έχει αναγκαστεί να χωρίσει το παλάτι σε… διαμερίσματα και να τα νοικιάσει, ενώ οι νόμοι δεν ευνοούν ούτε τους ιδιοκτήτες, ούτε τους φτωχούς, ούτε τους αγρότες που αναγκάστηκαν να μεταπουλήσουν τη γη τους, αλλά «τους εμπόρους, αυτούς τους νεόπλουτους, τη χειρότερη φάρα κάθε κοινωνίας». Ουσιαστικά η εξουσία του μαχαραγιά είναι ανύπαρκτη και διατηρείται εξ αδρανείας, επειδή η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη για μεγάλες τομές, π.χ. δεν ήταν έτοιμη να απαρνηθεί τη διάκριση της κοινωνίας σε κάστες. Χαρακτηριστική η έκπληξη της Ζαχρ όταν συνειδητοποίησε ότι οι «ντουζίνες» υπηρέτες του «παλατιού» δεν πληρώνονταν (οι άνθρωποι ξέρουν ότι η κατάσταση άλλαξε αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν ότι έχουμε καταστραφεί. Γι’ αυτούς, ο μαχαραγιάς είναι μαχαραγιάς και πρέπει να είναι γενναιόδωρος/εκείνοι θεωρούν πως είναι μέλη της οικογένειας, μοιράζονται τις χαρές και τις λύπεςμας, όπως και μεις τις δικές τους). Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη θα νιώσει αργότερα, όταν μάθει ότι η διπλή της καταγωγή θα θεωρηθεί αιτία να ενταχτεί από τους ινδουιστές στους «ανέγγιχτους», δηλαδή στην πιο ταπεινή κάστα, όχι μόνο η ίδια αλλά και οι ινδο-μουσουλμάνοι συγγενείς της απ’ την πλευρά του πατέρα (γι’ αυτό πολλοί έφυγαν στο Πακιστάν).
     Πολιτιστικό σοκ
Εσύ, που δεν δεχόσουν κανέναν καταναγκασμό
κι έβγαζες νύχια μόλις τολμούσαν να σου δώσουν μια συμβουλή,
εσύ που δεν είχες άλλον νόμο από την ιερή ανεξαρτησία σου,
να που έγινες τέλεια ανατολίτισσα, πειθήνια, υποταγμένη.
     Πρέπει να διευκρινιστεί εδώ, ότι πέρα από τις ειδικές συνθήκες στις οποίες βρέθηκε η Κενιζέ Μουράτ, φαίνεται ότι έχει ένα σπάνιο, δυναμικό, πολύ εξαιρετικό χαρακτήρα (εξυπνάδα, ενσυναίσθηση, επιμονή και πηγαία ανθρωπιά) καθώς δεν δέχεται καρτερικά και παθητικά ό, τι της συμβαίνει, αλλά επεξεργάζεται τα ζητήματα και τις απίθανες αντιφάσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη, προσπαθώντας να κατανοήσει, να βρει την αλήθεια, την απάντηση, ή την «ενότητα» θα πει αργότερα, όταν πια θα διαβάσει τη Μαγκαβάντ Γκίτα. Είναι απόλαυση λοιπόν για τον αναγνώστη να παρακολουθεί τα έντονα συναισθήματα μπροστά στα απίθανα γεγονότα, τις εσωτερικές σκέψεις και τους συλλογισμούς της, που συνήθως συνοδεύονται από άμεση δράση.
     Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στην Ινδία, η Ζαχρ δέχεται κύματα έκπληξης, είτε δυσάρεστα είτε ευχάριστα: εικόνες που κρύβουν ιστορία και μόχθο ανθρώπινο, μνημεία μεγαλόπρεπα ή γυμνά «που ανοίγουν διάλογο μυστικιστικό ανάμεσα σε Ουρανό και Γη», αλλά και έθιμα σοκαριστικά που της δημιουργούν απέχθεια και έντονη αμφισβήτηση: πρώτα πρώτα το «πουρντά», το παραπέτασμα που χωρίζει τον κόσμο των ανδρών από των γυναικών και γενικότερα συναντά έναν κώδικα συμπεριφοράς «άτεγκτο και βαθιά εσωτερικευμένο» (που ισχύει με διαφορετικές διαβαθμίσεις στις διάφορες επαρχίες, και στον ινδουιστικό, και στον μουσουλμανικό κόσμο), αλλά και όλους τους απίθανους περιορισμούς που έζησε όσο ήταν στην Ινδία, επειδή μόνο και μόνο ήταν γυναίκα· τα γυναικεία διαμερίσματα, όπου δεν πατάει πόδι άνδρας, δεν χωρίζονται με πόρτες αλλά με κουρτίνες (οι πόρτες θεωρούνται εμπόδιο περιττό ακόμα και προσβλητικό, σ’έναν κόσμο όπου ο καθένας ζει για όλους)· το «ρικσό», αμαξάκι που το οδηγεί σκλάβος μούσκεμα στον ιδρώτα τη γεμίζει αγανάκτηση (κάθε πενταλιά της ξεσκίζει την καρδιά)· ακραία φτώχεια που της σκίζει την καρδιά και ζητιάνοι που την περιτριγυρίζουν σαν σμάρι και τους διαλύει ο πατέρας της μ’ ένα μπαστούνι· απαράδεκτες προκαταλήψεις απέναντι στο γυναικείο φύλο αλλά και τους «ανέγγιχτους»· ο παραδοσιακός γάμος δε, έχει ένα απίστευτο πρωτόκολλο, είναι μια τελετή που όσο αφορά τους περιορισμούς της νύφης ξεπερνά κάθε φαντασία (ο γάμος από έρωτα είναι απρέπεια/ ο έρωτας είναι συναίσθημα πολύ όμορφο και πολύ ρομαντικό, ασταθές όμως και ανεξέλεγκτο και δεν μπορεί να εξαρτάται από υλικούς δεσμούς). Κι εδώ δεν μπορεί παρά να στοχαστεί τη μάνα της, που μικρό κοριτσάκι ήρθε ως νύφη στο Λούκναου, χωρίς να γνωρίζει κανέναν.
     Απίστευτη είναι και η παροχή ιατρικής περίθαλψης σε γυναίκες (ο γιατρός εξετάζει την άρρωστη πίσω από μια κουρτίνα και την ακροάζεται πάνω από πολλά στρώματα υφάσματος, στα τυφλά (!)), όπως και οι τρομερές προκαταλήψεις σχετικά με ψυχοθεραπεία και ψυχιατρική: δυστυχώς ένα από του ετεροθαλείς αδερφούς, ο Μαντζού, πάσχει από ψυχασθένεια (γνώριμη κατάσταση για την Ζαχρ, και φυσικά η οικογένεια αντιδρά στο να τον δει ένας «κανονικός» γιατρός. Η λύση που προτείνει κάποια στιγμή ο πατέρας, όταν ο Μαντζού αποδεικνύεται πια επικίνδυνος, είναι να τον… παντρέψουν για να του κατευνάσουν τις ορμές (!) κι εδώ βέβαια η Κενιζέ φτάνει στα όριά της (-Δεν έχεις το δικαίωμα να το κάνεις αυτό! –Δεν θέλεις τον εγκλεισμό, δεν θέλεις και τον γάμο!/-Αυτό όμως αδύνατο, είναι απάνθρωπο… δεν μπορείς να το κάνεις αυτό σε μια γυναίκα). Ακραίο και ανατριχιαστικό, επίσης, είναι το έθιμο που ίσχυε σε μερικές περιοχές, σύμφωνα με τον παραδοσιακό ινδουιστικό κώδικα, να… καίνε τη γυναίκα οι συγγενείς του συζύγου, όταν δεν έχει πληρωθεί όλη η προίκα. Πρόκειται για μια πληγή της κοινωνίας, έγκλημα που δεν μπορεί να αποδειχθεί, κι έχει οδηγήσει σε ειδεχθή θάνατο χιλιάδες νεαρές γυναίκες…
     Ωστόσο, τόση είναι η δίψα της ηρωίδας μας για «οικογένεια» που όχι απλώς προσαρμόζεται (π.χ. φοράει με πολλή φυσικότητα τα σάρι, τις γκαράρα και τα ρεπουρτά, νιώθοντας πολύ πιο ελεύθερη μέσα στην ευρυχωρία των ρούχων απ’ ό, τι στα στενά παντελόνια και φορέματα της Δύσης), αλλά είναι ενθουσιασμένη με τη νέα της ζωή κι ας μην την αφήνουν να κυκλοφορεί όπως έχει συνηθίσει, ενώ νιώθει ασφαλής με τις καινούργιες συγγενικές σχέσεις (π.χ. τα τρία αδέρφια ετεροθαλή, τις θείες κλπ): μέχρι τότε είχε γνωρίσει μόνο δεσμούς δανεικούς, που μπορούσαν να σπάσουν οποιαδήποτε στιγμή και να τη βυθίσουν στο κενό/στο εξής όλα θα είναι αλλιώτικα, ξαναβρήκε τον πυρήνα της. Βγήκε ο ήλιος, έχει την εντύπωση ότι τώρα γεννιέται. Βέβαια, συνεχώς τα όριά της δοκιμάζονται, αλλά με μια αξιοθαύμαστη ενσυναίσθηση συν-χωρεί, χωράει δηλαδή στην καρδιά της, τον πατέρα που ενώ είναι συμπονετικός και δοτικός κι έχει κάνει βήματα προοδευτικά, σε κάποιες περιπτώσεις, αποδεικνύεται άτεγκτος και παράλογος: π.χ. δεν της επιτρέπει να παρίσταται σε «αντρικές» συζητήσεις (για να είναι σεβαστή μια γυναίκα πρέπει να είναι αθέατη). Επίσης γίνεται ΕΞΑΛΛΟΣ όταν κάποιος θείος της την φιλάει στο… μάγουλο (πώς τόλμησε να κάνεις σεξουαλική πράξη σε δημόσιο χώρο;), όπως και όταν επιστρέφει «αργά» το βράδυ, από βόλτα με ΔΥΟ άντρες, γιους της μαχαρανής του Τζεχαναμπάντ. Δεν μπορεί άλλωστε να χωνέψει ότι η κόρη του είχε ολοκληρωμένες σχέσεις στη Γαλλία!
     «Ο γρίφος που με δημιούργησε»
Τι μου συμβαίνει;
Η επιθυμία ν’ αρέσω στον πατέρα μου,
να αγαπηθώ από την οικογένειά μου,
ήταν τόσο δυνατή ώστε να γίνω η προσωπικότητα που περίμεναν από μένα
και να χάσω τη δική μου;
Μήπως η αγάπη που θέλουμε και μας δίνουν
είναι πλύση εγκεφάλου πιο δυνατή από κάθε μορφή βίας;
     Στην «σχεδόν μεσαιωνική κοινωνία» όπου προσαρμόζεται η Ζαχρ βήμα προς βήμα, έχοντας εγκαταλείψει την πατρίδα που την ανέθρεψε με τις δικές της αξίες, τη Γαλλία, δεν παύει να αναστατώνεται κάθε φορά όταν βίσκει ένα κομμάτι από το παρελθόν της πραγματικής της μητέρας, αυτής της περήφανης και μυστηριώδους γυναίκας για την οποία ακούει πολλά αντιφατικά λόγια, και αποδοκιμαστικά και επαινετικά. Ωστόσο αυτή η φράση που αντικατοπτρίζει πιο πιστά το τι ήταν η Σέλμα, είναι: «Ήταν σαν λουλούδι χαμένο στην έρημο». Δεν παύει λοιπόν να αναζητά μιαν αλήθεια που θα μπορέσει να αποκαλέσει «δική της»: πρέπει ν’ αποκτήσεις τη μητέρα σου, πρέπει ν’ αποκτήσεις τη γη σου, για να μπορέσεις μια μέρα ν’ αποσπασθείς απ’ αυτά- και να ζήσεις.
     Αναρωτιέται πόσο κουράγιο είχε για να έρθει η Σέλμα άγνωστη μεταξύ αγνώστων στην παράξενη αυτή χώρα, κι «αφήνεται να γίνει ένα μ’ εκείνην». Προσπαθεί να μαντέψει πώς ήταν αυτή η «καταπληκτική και αντιφατική Σέλμα», που, όπως αφήνει να εννοηθεί η συγγραφέας/κόρη τους, πρέπει να την αγάπησε πολύ ο Αμίρ (δεν έχει σημασία αν ξαναπαντρεύτηκε κι έχει τρεις γιους από τον δεύτερο γάμο –όπως είπαμε στην ινδική κοινωνία, ο γάμος κι ο έρωτας δεν συναντιούνται). Βλέπει φωτογραφίες και προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα για την καθημερινότητα αυτής της νεαρής γυναίκας που τα άφησε με τέτοια ευκολία όλα πίσω, μια και ο πατέρας αποφεύγει να μιλάει γι’ αυτήν… αλλά κι όταν ρωτάει τις άλλες μαχαρανές για τη σχέση τους, αντιμετωπίζει μια «ενοχλημένη σιωπή». Η μητέρα της τους είχε προδώσει, κι όμως δεν παύει να είναι ένα αίνιγμα, αυτή η μητέρα που «μισεί και λατρεύει», συμβατική, υποταγμένη αλλά και επαναστάτρια, ένα… «πυροτέχνημα»! Καταλαβαίνει την έκρηξη φυγής αυτής της νεαρής γυναίκας, που δεν άντεξε άλλο τις ηθικολογίες και τη θρησκομανία…
     Κι ο πατέρας, παρά τις στραβοτιμονιές και τις ιδιοτροπίες του, περιγράφεται ως τραγική μορφή: πτυχιούχος της νομικής στην Αγγλία, μοναχικός και υπερήφανος, με εξουσία αμφισβητήσιμη σε μια εποχή πολύ δύσκολη για την Ιστορία της Ινδίας, έχει λάβει επίσημη επιστολή της βρετανικής κυβέρνησης ότι η γυναίκα του τον έχει απατήσει, μια επιστολή της οποίας την εγκυρότητα αμφισβητεί. Αγνοεί άραγε ή κάνει ότι αγνοεί, ότι η Σέλμα, η «εύθραυστη πριγκηπέσσα του», «η σύζυγος που αγάπησε τρελά», του είπε ψέματα σχετικά με τη γέννηση της κόρης τους; Πόσο εξαπατημένος κι απογοητευμένος νιώθει; Αλλά ποια ήταν εξαρχής η σχέση μιας γυναίκας «διψασμένης για αγάπη» κι ενός μοναχικού άντρα, ορφανού από παιδί, που «τόσο αρνιόταν την αγάπη»; (τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: η Σέλμα, φτωχή πριγκίπισσα, παντρευόταν τον μαχαραγιά για το χρήμα του. Όσο για τον Αμίρ, παντρευόταν τη Σέλμα για την ανήκουστη ευτυχία να συγγενέψει με τη μεγάλη αυτοκρατορική οικογένεια). Ποια εκδοχή άραγε απ’ τις δυο ίσχυε; (Αμίρ: Για μένα η αγάπη είναι αρρώστια. Θαύμαζα τη μητέρα σου και τη σεβόμουν, και πιστεύω ότι έτσι ένιωθε κι εκείνη για μένα).
     Πέρα όμως από τη συναισθηματική σχέση με τη Σέλμα και τη Ζάχρα, ο Αμίρ έχει ν’ αντιμετωπίσει πρωτόγνωρες δυσκολίες στο βασίλειό του. Ο «κόκκινος μαχαραγιάς», που τόλμησε κάποια στιγμή να οραματιστεί για την Ινδία μια… μαοϊκή επανάσταση, έχει πολλές γνώσεις που η Ζαχρ δεν κουράζεται να ακούει, είναι ορθολογιστής (έχει ιδρύσει μάλιστα και τον τοπικό κλάδο της «Ένωσης Ορθολογιστών (!)), αγωνίστηκε από νέος για την απελευθέρωση της Ινδίας «από τον καρκίνο της αποικιοκρατίας», και την κατάργηση των προνομίων της ίδιας του της κοινωνικής τάξης, αλλά βλέπει ότι χρόνο με τον χρόνο διαψεύδονται οι ελπίδες για πραγματική ανεξαρτησία και ισότητα (το χρήμα απλά άλλαξε χέρια και οι νεόπλουτοι τώρα έχουν λιγότερους ενδοιασμούς να καταπιέζουν τους αδύνατους), ενώ η τάση δουλοπρέπειας παραμένει αδιατάρακτη. Όσο αφορά δε τα υπερ-συντηρητικά έθιμα που ο ίδιος ακολουθεί πιστά, αλλά στα οποία αντιδρά έντονα η Σέλμα, ομολογεί ότι «δεν μπορεί να αλλάξει μόνος του προαιώνιες συνήθειες». Δέχεται με ευκολία όποια βρετανική συνήθεια θεωρεί προοδευτική, αλλά δεν μπορεί εύκολα να αντισταθεί σε ήθη παγιωμένα εδώ κι εκατονταετίες. Τέλος, στο βασίλειο αλλά και στην προσωπική τους ζωή δεν υπάρχει πια… χρήμα, αλλά πρέπει να κάνουν οικονομία χωρίς να φαίνονται… τσιγκούνηδες! Στο Λουκνάου μπορούν να κρατήσουν τα προσχήματα, αλλά στην Καλκούτα, η πραγματικότητα (φτώχεια και μιζέρια) δεν μπορεί να κρυφτεί.
      Το τραύμα
Ξεχνάει ότι εγώ, περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο, χρειάζομαι έναν πατέρα!
Για να τον κρατήσω σαν πατέρα, είμαι υποχρεωμένη να τον εγκαταλείψω
     Τίποτα φαίνεται να μην μπορεί να απομακρύνει την Ζάχρ από την Ινδία, ακόμα και οι πιο ακραίες συντηρητικές προκαταλήψεις, μέχρι που συνέβη ένα περιστατικό, μια απίστευτη στραβοτιμονιά του Αμίρ (που δεν… θα αποκαλύψω) που την αναστατώνει βαθιά και προκαλεί σύγκρουση και αγεφύρωτο χάσμα με τον πατέρα. Το σοκ της είναι τόσο μεγάλο που αδυνατεί να το επεξεργαστεί, ενώ τα σημάδια δείχνουν ότι δεν ήταν ένα τυχαίο επεισόδιο, αλλά κάτι βαθύ και προμελετημένο. Η Ζαχρ αρρωσταίνει (ίκτερος), αντιδρά σπασμωδικά, θέλει να φύγει, υφίσταται πιέσεις, αλλά κυρίως πιέζεται από την εσωτερική σύγκρουση (αγάπη/απέχθεια) κι από τις ενοχές: …ίσως και να σε σκοτώνω… γιατί μαζί μου ξαναβρήκες τη διάθεση για ζωή, ξαναδέθηκες με την ευτυχία. Ξέρω ότι η φυγή μου θα σου ραγίσει την καρδιά. Αλλά δεν μπορώ, μπαμπά, εσύ μ’ αναγκάζεις να φύγω… Σου κρατάω τόση κακία και ταυτόχρονα δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο σε αγάπησα.
     Η Ζαχρ φεύγει από την Ινδία, ξαναβλέπει τον πατέρα της μετά από είκοσι χρόνια απουσίας (1982), ρίχνεται με πάθος σε επαγγελματικές (ως δημοσιογράφος) και συναισθηματικές περιπέτειες αλλά το «τραύμα» δεν θεραπεύεται: Δεν μπορεί να ξεχάσει, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την οργή, έχουν διαταραχτεί οι σχέσεις της με τους άντρες (παρόλες τις ψυχοθεραπείες). Ωστόσο τα δέκα χρόνια που μεσολαβούν μέχρι εκείνος να πεθάνει (1992) τον επισκέπτεται συχνά καθώς ο οίκτος προς τα γηρατειά του κυριαρχεί (βρήκε έναν άνθρωπο γερασμένο και θλιμμένο) και μάλιστα του κάνει κάθε χρόνο γενέθλια (ένα μόνο ήθελε τώρα πια: να του χαρίσει λίγη ευτυχία, να του προσφέρει την τρυφερότητα που του στέρησε τόσα χρόνια), ενώ το τραύμα έρχεται και φεύγει σε ανυποψίαστες στιγμές.
     Ο κήπος του Μπανταλπούρ
     Η σχέση τους θα αναταραχθεί πάλι με αφορμή τα κληρονομικά: οι «νόμοι των μαχαραγιάδων», ισχυρότεροι απ’ ό, τι φαίνεται από τους νόμους της Δημοκρατίας της Ινδίας, θα επηρεάσουν το κληροδότημα του Αμίρ μετά θάνατον (όλα για τους γιους σου; Η κόρη σου δεν υπάρχει;). Η Ζαχρ θα ενδιαφερθεί για την κληρονομιά των δύο ανήλικων κοριτσιών του αδερφού της Ναντίμ (που αυτοκτόνησε) αλλά κυρίως, όσο αφορά την ίδια, για τον περίφημο κήπο του Μπανταλπούρ, τον κήπο που με τόση αγάπη είχε φροντίσει η μητέρα της, η Σέλμα. Γρήγορα όμως συνειδητοποιεί ότι πρέπει να έρθει σε μεγάλη κόντρα με τον μεγάλο της αδερφό, τον Μαζαφάρ, ο οποίος επιμένει να κληροδοτηθεί όλη η περιουσία στον πρωτότοκο, παρόλο που υποτίθεται ότι ο Αμίρ άφησε τον «κήπο της σουλτάνας» στην Ζαχρ.
     Όπως ακριβώς και η μητέρα της, η Σέλμα, η Ζαχρ απ’ όλη την Ινδία αγάπησε και δέθηκε με το Μπανταλπούρ, όπου νιώθει ότι βρίσκεται στο σπίτι της: όλες αυτές οι απέραντες εκτάσεις, τα πυκνά δάση που δεν έχουν τέλος, αυτό το όμορφο λασπωμένο ποταμάκι, αυτά τα χωράφια όπου δουλεύουν οι γυναίκες κι αυτά τα χωριουδάκια με τις αχυρένιες στέγες, που στους δρόμους τρέχουν πλήθη μισόγυμνα παιδάκια, όλα αυτά είναι το Μπανταλπούρ, είναι το σπίτι μου! Τα παλάτια βέβαια είναι ρημαγμένα, η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη (μετά την απαλλοτρίωση του κρατιδίου έπαψαν να έρχονται), αλλά το φάσμα της μητέρας της (ένα πλάσμα φωτεινό, άπιαστο), που ήταν τόσο αγαπητή στις χωριανές και τους χωριανούς, ακολουθεί και την Ζαχρ. Πέρα απ’ το ότι ισχύει ένα αξιοθαύμαστο δημοκρατικό σύστημα διοίκησης στο χωριό, υπάρχει και σχολείο και μάλιστα μεικτό, όπου την υποδέχονται με μεγάλη χαρά, γιατί η Σέλμα ήταν εκείνη που επέμενε να ιδρυθεί. Όπως και η μητέρα της, περνά ώρες στο χωριό, κάνει παρέα με τις γυναίκες, μοιράζεται τα προβλήματά τους (τα «καθημερινά δράματά τους»), νιώθει ότι την αγαπούν και τους αγαπάει, νιώθει πιο ελεύθερη απ’ ό, τι στην πόλη.
     Άλλωστε εδώ βρίσκεται κι ο αγαπημένος της κήπος με τα «αγριόχορτα», όπου φύτεψε μάνγκο και τον φρόντισε η ίδια μαζί με τον πατέρα της με τόση αγάπη (αυτός ο κήπος έγινε το κοινό τους έργο, έφερνε τους δυο τους πιο κοντά από οποιαδήποτε κουβέντα, από οποιαδήποτε εκδήλωση αγάπης). Πρόκειται λοιπόν για έναν τόπο που έχει ιδιαίτερο συμβολισμό για την Ζαχρ, νιώθει ότι είναι το λίκνο της οικογένειάς της, και ταράζεται στην υποψία ότι ο Αμίρ δεν έκανε «νομικό» λάθος όταν της τον μεταβίβασε ως κληρονομιά.
     Είναι απίστευτη η γραφειοκρατική Οδύσσεια που υφίσταται η Ζαχρ με τη βοήθεια του θείου της Σελίμ, και βέβαια ο αναγνώστης παθαίνει σοκ με τους νόμους που ισχύουν και δεν ισχύουν και με τον ρατσισμό, προς γυναίκες και προς μουσουλμάνους, που συναντά σ΄ αυτές τις προσπάθειες η Ζαχρ.
     Γαλλία, Ινδία, Τουρκία ή Πακιστάν;
Ενώ υπέφερε από έλλειψη ταυτότητας,
καταλάβαινε σιγά σιγά ότι έχει ταυτότητες πολλές, συχνά αντιφατικές,
αλλά ότι η έννοια της ύπαρξής της ήταν ίσως
η προσπάθεια να συμφιλιώσει τους κόσμους που αντιμάχονταν μέσα της
     Αγαπάει τη Γαλλία όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε –παρόλο που δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι για λόγους ρατσιστικούς δεν έψαξαν την αληθινή της οικογένεια και την βάφτισαν χριστιανή-, κι έχει γαλλική ιθαγένεια. Έχει και βρετανική ιθαγένεια εφόσον γεννήθηκε σε μια εποχή που η Ινδία ήταν αποικία του Ηνωμένου Βασιλείου. Επειδή όμως την εποχή μετά τον θάνατο του πατέρα της η Ινδία σπαράσσεται από εμφύλιες διαμάχες μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων, η Ζαχρ αποφασίζει να αιτηθεί την… πακιστανική ιθαγένεια (όπου έχουν καταφύγει και πολλοί συγγενείς της λόγω της εχθρότητας με τους ινδουιστές), «κουφαίνοντας τους υπαλλήλους του προξενείου (ίσως από το 1947, έτος ίδρυσης του Πακιστάν, θα ήταν η πρώτη στη Γαλλία που υπέβαλλε τέτοιο αίτημα).
     Κι όλα αυτά σε μια εποχή που ο παλιός κόσμος καταρρέει, και παρόλη την ανεξαρτησία της η Ινδία ζει τρομακτικές αντιφάσεις, κυρίως όμως ταλανίζεται από περιστατικά βίας μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων, που επιδεινώνονται σε τρομακτικό βαθμό και καταλήγουν σε ανείπωτες τραγωδίες (πολύνεκρα πογκρόμ, μουσουλμανικά χωριά πυρπολημένα, με αποκορύφωμα την καταστροφή του τεμένους του Μπαμπούρ, του πρώτου μουσουλμανικού τεμένους της Ινδίας), και μάλιστα η Ζαχρ προσπαθεί να επέμβει με την ιδιότητα της δημοσιογράφου. Ήδη από το 1964 έχει δουλέψει σε εφημερίδες πάνω σε καυτά κοινωνικά ζητήματα, όπως εκμετάλλευση παιδικής εργασίας, τη μαντήλα, γυναίκες κακοποιημένες στον γάμο τους, πόλεμο Ινδίας κατά του Πακιστάν (μάλιστα την θεώρησαν κατάσκοπο και την έσωσε ο τότε πρωθυπουργός, ο Μπούτο!), γιατί κάποια στιγμή, με σκληρό και βιωματικό τρόπο, συνειδητοποίησε ότι το γράψιμο για κείνην ήταν ο μοναδικός τρόπος ύπαρξης.
     Στη συμβολή των δύο κόσμων, ένιωθε μια ανάγκη βαθιά, ουσιαστική, να κάνει κατανοητό τον κόσμο της καταγωγής της στον κόσμο που την είχε υιοθετήσει. Γιατί ήταν και οι δύο δικοί της κόσμοι, και η έλλειψη κατανόησης μεταξύ τους, το αμοιβαίο ξέσχισμά τους ήταν και δικό της εσωτερικό ξέσχισμα. Η προσπάθεια να τους φέρει σε επικοινωνία, να στήσει γέφυρες, ήταν γι’ αυτήν ο μοναδικός τρόπος να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της.  
Χριστίνα Παπαγγελή

[1] https://en.wikipedia.org/wiki/Selma_Han%C4%B1msultan
[2] https://www.e-prologos.gr/%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD-1947-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B9%CE%BF-%CE%B2%CE%AF%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9/ .
[3] Το όνομα Πακιστάν δεν αποτελεί ιστορικό όνομα γεωγραφικής περιοχής, αλλά μια σύγχρονη επινόηση της δεκαετίας του 1930. Συγκεκριμένα, τη λέξη Πακιστάν την επινόησε το 1933 ο Τσούνταρι Ραχμάτ Αλί,[24] ο αποκαλούμενος προφήτης του μουσουλμανικού εθνικισμού στην Ινδία την περίοδο που ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Παντίτ Νεχρού αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία της Ινδίας από τους Άγγλους. Αρχικό όνομα ήταν "ΠΑΚΣΤΑΝ" (χωρίς Ι) που αποτελούσε αρκτικόλεξο εκ των αρχικών γραμμάτων των γεωγραφικών περιοχών της τότε Ινδίας όπου διέμεναν μουσουλμάνοι (οι 5 βόρειες περιοχές του βρετανικού Ρατζ). Έτσι το πρώτο γράμμα Π δόθηκε για την περιοχή Παντζάμπ, το δεύτερο, Α για την περιοχή Αφγανία, το τρίτο Κ για την περιοχή Κασμίρ, το τέταρτο Σ για τις περιοχές των Σιντ, λαών με ισλαμική παράδοση της Δυτικής Ινδίας και τέλος η κατάληξη ΤΑΝ που πρόκειται για περσική (φαρσί) λέξη που σημαίνει έδαφος - χώρα. Η λέξη ΠΑΚ-ΣΤΑΝ σημαίνει "χώρα των καθαρών" (γνήσιων μουσουλμάνων).