Τρίτη, Μαρτίου 10, 2026

Άνθρωποι στον ήλιο, Γασσάν Καναφάνι

Όλοι μιλούσαν για δρόμους. Όλοι έλεγαν: «θα βρεθείς στον δρόμο»
Και το μόνο που ήξεραν για τον δρόμο ήταν η μαυρίλα του και τα πεζοδρόμιά του
     Δύο συγκλονιστικές νουβέλες περιλαμβάνει το βιβλίο του αγαπημένου Παλαιστίνιου συγγραφέα και δημοσιογράφου (βλ και Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών), που δολοφονήθηκε από τη Μοσάντ[1] το 1972, στα 36 του χρόνια[2].
     Η συμμετοχή του Καναφάνι στον παλαιστινιακό αγώνα ήταν καθοριστική, αλλά δεν θα μπορούσαμε για κανένα λόγο να ισχυριστούμε ότι η τέχνη του είναι «στρατευμένη». Η λογοτεχνική του εκφραστική δύναμη οπωσδήποτε συνυφαίνεται όχι μόνο με τις αγωνίες και τα πάθη του λαού του, τα οποία ως πρόσφυγας στον Λίβανο αρχικά και στη συνέχεια στο Κουβέιτ, παρακολουθεί στενά, αλλά και με όλη την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην περιοχή, όπως διαμορφώθηκε μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και τη Νάκμπα (1948). Όπως γράφει κι ο μεταφραστής του, ο Νασίμ Αλάτρας, στην εισαγωγή, «ο Καναφάνι δεν επεδίωξε μέσα από το σύνολο του συγγραφικού του έργου να λειτουργήσει ως ιστοριογράφος των ατέρμονων πόθων και παθών του παλαιστινιακού λαού. Είναι όμως αρκετά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο για κάποιον προσεκτικό παρατηρητή του έργου του να επιχειρήσει τον διαχωρισμό του λογοτεχνικού χαρακτήρα από την πολιτισμική και πολιτική πραγματικότητα που εμπεριέχεται στις συγγραφικές του καταθέσεις».
     Η αυθεντικότητα της αφήγησης, που ολοφάνερα είναι αβίαστη κι ανεπιτήδευτη γιατί αποκαλύπτει βιώματα και συναισθήματα ενός ολόκληρου κόσμου σε βάθος χρόνου, κερδίζει τον αναγνώστη γιατί εκφράζει, ή μάλλον ενσαρκώνει, τη μεγάλη αντίθεση στις κοινωνίες τις σημερινές, του 21ου αιώνα (και πόσο πρώιμα! Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1962!): από τη μια ο εκμηδενισμός της ανθρώπινης ζωής, ο «homo sacer»[3], οι «άστεγες, γυμνές ζωές» των περιπλανώμενων, των εκτοπισμένων στους καταυλισμούς όπου ο θάνατός τους δεν είναι καν είδηση, κι απ’ την άλλη οι ισχυροί, οι «πολιτισμένοι», που έχουν τη στρατιωτική και πολιτική ισχύ να καθορίζουν τις μοίρες των ανθρώπων σαν να πρόκειται για παιχνίδια.
     Και οι δύο ιστορίες που ξεδιπλώνονται στις δύο νουβέλες είναι σχεδόν απίστευτες, όμως θυμόμαστε γρήγορα ότι τίποτα δεν είναι απίστευτο πια σε εμπόλεμες περιοχές (κι ο πόλεμος στην Παλαιστίνη δεν σταμάτησε ούτε μετά το 1949). Είναι ενταγμένες μέσα στην καθημερινότητα, σε μια καθημερινότητα έκτακτης ανάγκης επιβίωσης ωστόσο, όπου η κανονικότητα ταυτίζεται με το απρόοπτο και τον κίνδυνο. Υπάρχει και στις δύο ένας άξονας ενδιαφέρουσας πλοκής, όπου ταυτόχρονα παρεισφρέουν αναμνήσεις των ηρώων από το παρελθόν, ή εμβόλιμες ιστορίες δευτερευόντων προσώπων, πάντα συγκλονιστικές, πάντα μοναδικές αλλά και αναμενόμενες πια, σ’ αυτές τις έκρυθμες συνθήκες…
     Επίσης, στις ιστορίες του Καναφάνι, όπως είδαμε και στο «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών», η φύση βρίσκεται πάντα στο σκηνικό, κι όχι μόνο είναι ενσωματωμένη στην ψυχολογία των ανθρώπων που είναι δεμένοι με τον τόπο τους, αλλά σχεδόν πρωταγωνιστεί.
     Άνθρωποι στον ήλιο
Άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του
προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη.
Όμως αυτή έμεινε εκεί, πελώρια και βροντερή, ακλόνητη κι επίμονη.
     Η καθημερινότητα εδώ αφορά την απελπισμένη προσπάθεια των Παλαιστινίων να μεταναστεύσουν, να φύγουν διωγμένοι και με απίστευτες δυσκολίες απ’ τα σπίτια τους, ψάχνοντας τρόπους να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια. Είναι κοινός τόπος ότι νιώθουν ξένοι στην ίδια τους την πατρίδα, αποκομμένοι από τις πηγές της, από τις δουλειές της, από τη γη της. Έτσι, μεγάλα κύματα μεταναστών άρχισαν να καταφεύγουν από κείνα ακόμα τα χρόνια σε καταυλισμούς στις γειτονικές αραβικές χώρες (Λίβανο, Κουβέιτ), μέσα στους οποίους περιλαμβάνεται κι η οικογένεια του Καναφάνι.
     Τρεις είναι οι κεντρικοί ήρωες, που τους βλέπουμε αρχικά σε ξεχωριστά κεφάλαια, τον καθένα με τη δική του ιστορία και το δικό του ριζικό, να παζαρεύουν με τον διακινητή το ποσόν που θα τους επιτρέψει να αποδράσουν κρυφά στο Κουβέιτ. Είναι ο πιο ηλικιωμένος Αμπού Κάις «με την κουρασμένη καρδιά», που, επηρεασμένος από τον φίλο του Σάαντ, αποφασίζει να αφήσει γυναίκα και παιδιά και να πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς (έχουν περάσει δέκα χρόνια και ζεις σαν ζητιάνος/χρειάστηκες δέκα ατελείωτα, πεινασμένα χρόνια για να το χωνέψεις, πως έχεις χάσει τα δέντρα σου, το σπίτι σου, τη νιότη σου και ολόκληρο το χωριό σου)· είναι ο Ασσάντ, που δανείστηκε πενήντα δηνάρια από τον θείο - του τα δίνει με αντάλλαγμα να τον παντρέψει με την κόρη του (!)-, και επιμένει στον «χοντρό άντρα, τον ιδιοκτήτη του γραφείου που αναλάμβανε τη λαθραία μεταφορά του κόσμου από τη Μπάσρα στο Κουβέιτ» να πληρώσει τα 15 οφειλόμενα δηνάρια αφού φτάσουν στο Κουβέιτ (είχε ήδη εξαπατηθεί οικτρά σε άλλη προσπάθεια απόδρασης μέσω Ιορδανίας)· τέλος, ο νεαρότερος απ’ όλους, ο Μαρουάν που έχει όνειρο να γίνει γιατρός, που θέλει να βρει στο Κουβέιτ τον αδερφό του Ζακαρία, που πήγε να το παίξει μάγκας στον λαθρέμπορο, κι ενώ το χαστούκι έκαιγε ακόμα το αριστερό του μάγουλο, άρχισε να καταπίνει τον εξευτελισμό του. Κι ίσως είναι ο πιο ενδιαφέρων, γιατί παρόλη την απελπισία (εκείνος έχει μόνο πέντε δηνάρια), η ορμή της νιότης του του χαρίζει μιαν «απόμακρη αίσθηση πως η ζωή ήταν υπέροχη και αιώνια». Άλλωστε, το ίδιο πρωί ο ίδιος ο Μαρουάν έγραψε με εξαιρετική διάθεση στη μάνα του ένα λυτρωτικό γράμμα, όπου αποκαλούσε τον πατέρα του «διεστραμμένο σκύλο» γιατί την εγκατέλειψε με τέσσερα παιδιά και παντρεύτηκε τη Σαφίκα με το κομμένο πόδι (άλλη τραγική περίπτωση), αλλά… όπως και να’ χει, η αλήθεια είναι πως δεν μισούσε τόσο πολύ τον πατέρα του.
     Μέσα στις πρώτες 25 σελίδες λοιπόν, ο συγγραφέας σκιαγραφεί χαρακτήρες που αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που ζει στην κόψη του ξυραφιού. Στο κάδρο προστίθεται κι ο τελευταίος ήρωας, ο Αμπού Ελ Χαίζαραν, λαθρέμπορος στην υπηρεσία του περίφημου Αλ Χατζ Ρίντ, που αναλαμβάνει υποτίθεται «κυνηγετικές εξορμήσεις», και που δέχεται να τους φυγαδεύσει πιο φτηνά και χωρίς αναμονές, μ’ έναν τρόπο όμως πολύ τολμηρό. Η προσωπική ιστορία του Αμπού Ελ Χαίζαραν είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα σε περίληψη: είχε υπηρετήσει στον βρετανικό στρατό, ενώθηκε με τους Μαχητές της Ελευθερίας και αναδείχθηκε πολύ επιδέξιος οδηγός στο να οδηγεί φορτηγά και τεθωρακισμένα σε δύσκολες διαδρομές. Πάνω απ’ όλα, όμως, κρύβει στο παρελθόν ένα απίστευτο τραύμα (δέκα χρόνια από τότε που του στέρησαν τον αντρισμό του και ζούσε αυτήν την ταπείνωση μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα).
     Σκαρφαλωμένοι στο φορτηγό και με τον ήλιο να καίει αλύπητα, οι τρεις ήρωες συναινούν στο πολύ ριψοκίνδυνο σχέδιο (που δεν θα αποκαλύψω εδώ) και αρχίζει μια περιπέτεια μέσα στην έρημο προκειμένου να διασχίσουν κρυφά τα σύνορα πρώτα με Ιορδανία και μετά με Κουβέιτ. Οι συνθήκες μέσα στην έρημο είναι πραγματικά πολύ δύσκολες κι ο Αμπού Αλ Χαίζαραν, αν και διακινητής (συνήθως εκμεταλλεύονται ανελέητα), αποδεικνύεται άνθρωπος με φιλότιμο κι ενσυναίσθηση, καθώς αγωνιά κι αυτός για τους «συντρόφους» του:
    (...) ξεκούμπωσε το πουκάμισό του και τα δάχτυλά του πασπάτεψαν το δασύτριχο στήθος του που ήταν μούσκεμα/ένιωθε τους μυς στα πόδια του να φουσκώνουν, έτοιμοι να εκραγούν. Ω παντοδύναμε Θεέ, εσύ που ποτέ δεν ήσουν μαζί μου, που ποτέ μαζί σου δεν ήμουνα, που ποτέ σε σένα δεν πίστεψα, μήπως μπορείς να υπάρξεις για μια φορά; Μόνο γι’ αυτή τη φορά;
     Ο τυφλός και ο κουφός
Το θαύμα δεν είναι τίποτε άλλο
 παρά το ξένο έμβρυο που μεγαλώνει στη μήτρα της απελπισίας
     Ακόμα πιο ιδιαίτερο και συγκλονιστικό είναι το περιεχόμενο της δεύτερης αυτής νουβέλας του βιβλίου, όπου οι πρωταγωνιστές και πρωτοπρόσωποι αφηγητές είναι εναλλάξ ο τυφλός Άμερ, που δουλεύει σε φούρνο με τον νεαρό Χάμνταν, και ο… κουφός Αμπού Κάις, που μοιράζει ανθρωπιστική βοήθεια στον Οργανισμό οήθειας, στις απέραντες ουρές των προσφύγων (σκόπιμα με είχαν βάλει στη θέση αυτή, αφού δεν θα ήταν δυνατόν σε κανέναν άλλον να αντέξει τον καταιγισμό της παράλυτης οργής για είκοσι ολόκληρα χρόνια/έβλεπα τα χείλη τους να κινούνται, η φωνή τους όμως χανόταν πίσω απ’ το αδιαπέραστο τείχος που φράζει τα’ αυτιά μου/όπως ο άνθρωπος συνηθίζει τον θάνατο, έτσι κι ο κουφός συνηθίζει την κώφωση).
     Τους δύο ήρωες τους φέρνει κοντά η φήμη ότι ο ευσεβής Αμπντ-Ελ-Άττι (ένα από τα επίθετα του θεού στο Ισλάμ), που ήταν θαμμένος κοντά στην πόλη, άρχισε να θαυματουργεί (!). Ο τυφλός Άμερ, με μνήμες απελπισμένες της μάνας του που τον κουβαλούσε σ’ όλους τους τάφους των ευσεβών (εκεί έσταζαν στα μάτια μου τόσο λάδι και τόση προσευχή που θα έλιωναν μ’ αυτά τα βουνά σιωπή και πείσματος/ τίποτε όμως δεν έγινε) συναντά τον Αμπού Κάις στην ελπίδα ενός «θαύματος». Είναι αξιοπρόσεκτο πώς αποδίδει ο συγγραφέας τον τρόπο συνεννόησης ενός κουφού μ’ έναν τυφλό (και πού ν’ αντάμωναν ένας κουφός κι ένας τυφλός, αν όχι εδώ;/εσύ δεν τον βλέπεις κι εγώ δεν τον ακούω). Και είναι υψηλής ποιητικής υφής οι μονόλογοι των δύο που απευθύνουν στην θεότητα που τους εξαπάτησε (τους παραθέτει περίπου στη μέση της νουβέλας ο συγγραφέας), και όπου ξεδιπλώνουν τη μοίρα τους, τον κόσμο τους, την οπτική τους.
     Η διάψευση έρχεται μ’ έναν κωμικοτραγικό τρόπο, κι εδώ να πω κάνοντας μια παρένθεση, ότι συχνά σ’ αυτές τις οριακές καταστάσεις το κωμικό συμπλέκεται με το τραγικό, πολλές φορές γίνεται τραγελαφικό (και είναι μάλλον χαρακτηριστικό του συγγραφέα όπως κι άλλων καλλιτεχνών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής)… Έτσι, η εικόνα του τυφλού ανεβασμένου στις πλάτες του κουφού, να προσπαθεί να ψηλαφήσει τον θεό σ’ ένα δέντρο και να αποκαλύπτει εντέλει ένα… μανιτάρι (μανιτάρι είναι, το κεφάλι του Αμπντ- Ελ Άττι είναι ένα μανιτάρι που φύτρωσε εκεί κατά σύμπτωση, αναφωνεί ο τυφλός Άμερ), δεν μπορεί να μη μας χαρίσει ένα χαμόγελο, κι ας είναι απίστευτα τραγική. Άλλωστε κι οι δυο -φίλοι πλέον, ανακαλύπτουν μάλιστα ότι και οι δύο κατάγονται από την Τύρα-, γέλασαν κι αυτοί με τη σειρά τους (και γέλασε, και δεν με άκουσε να γελώ, αφηγείται ο τυφλός, ενώ προχωρούσαμε μες στην καρδιά της σκοτεινιάς και της σιωπής). Και φυσικά, κλονίστηκε και η λίγη πίστη που είχαν (ήξερα πως κάτι μέσα μου, σαν το δοκάρι που στηρίζει τη γέφυρα, είχε γκρεμιστεί), προς μεγάλη απογοήτευση του ευσεβούς νεαρού Χαμντάν, που τους αποκαλεί άπιστους και τους ξορκίζει να μην καταστρέψουν τον τάφο του Αμντ Ελ Άττι. Όμως, δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Τα πράγματα γίνονται περίπλοκα όταν πεθαίνουν οι ευσεβείς, γκρεμίζονται οι γέφυρες της αυταπάτης, σαπίζουν οι υποσχέσεις… συνειδητοποιεί ο Άμερ, ωστόσο το να καταστρέψεις τον τάφο του ή να κόψεις το δέντρο του, δεν αλλάζει κάτι, «δεν είναι τίποτα παρά μια γιορτή, μόνο μια γιορτή, κι αυτό δεν έχει αξία».
     Με τον γνώριμο τρόπο να εγκιβωτίζει ιστορίες (καθόλου περίεργο γιατί όποια πέτρα και να σηκώσεις στις χώρες αυτές υπάρχει από κάτω μια απίστευτη τραγωδία), μαθαίνουμε την ιστορία του γέροντα Χασανέν, του ιμάμη του ιερού τεμένους στην Τύρα της Χάιφα, που εντάχτηκε στους «Αγωνιστές»[4] και ο θάνατός του άφησε ένα τρομακτικό κενό· την ιστορία της Ζήνα, κόρης του Άμερ, που την εκμεταλλεύτηκε το αφεντικό του Αμπού Κάις (στον Οργανισμό Βοήθειας), ο Μούσταφα, κλέβοντάς της την τιμή για ένα κομμάτι ψωμί· η ιστορία για την οργή που γίνεται γροθιά του Αμπού Κάις απένντι στον Μούσταφα που έγινε αντάρτης στην… «Ομάδα μπαμ μπουμ»(!)· το πώς σώθηκε ο Αμπού Κάις από βομβαρδισμό λόγω κουφαμάρας· την ιστορία του Χαμντάν και την ιστορία του αντάρτη πατέρα του που γύρισε ξαφνικά σπίτι μετά από χρόνια φυλακής, ενώ η μάνα του είχε ξαναπαντρευτεί έναν «σκληρόκαρδο άντρα». Κι είναι ένα νέο πρόσωπο που φέρνει την αλλαγή, ο πατέρας του Χαμντάν, γιατί «έμαθε την πολιτική στην φυλακή», που είναι το αντίθετο της «ομάδας μπαμ μπουμ», γιατί θεωρεί ότι «οι ευσεβείς είναι σαν τα φίδια».
      Δεν υπάρχει κανένα άλλο αξιοσημείωτο εξωτερικό περιστατικό στην ιστορία των δύο ηρώων, ωστόσο κάτι έχει μετουσιωθεί μέσα στις ψυχές τους, μια εσωτερική αλλαγή τούς έχει μεταμορφώσει, έχει μετατοπίσει την πίστη τους από τις θεότητες στον ίδιον τον άνθρωπο, και βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά: πέρα από κάθε λογική, ήμουν σίγουρος ότι οι μάζες των ξεσηκωμένων έξω από την πύλη θα την έσπαγαν κι ότι το τείχος της σιωπής που με χώριζε απ’ τον κόσμο θα έσπαγε κι αυτό την ίδια στιγμή/τώρα είμαστε χωρίς ασπίδα κι όμως πορευόμαστε στα αγκάθια του χρόνου, μες στη φωτιά και στα μαχαίρια του, γυμνόστηθοι κι ευάλωτοι, με τις σάρκες μας τρέφουμε την τρομαχτική εκείνη σύγκρουση με το άγνωστο.
      Μιλάει ο τυφλός Άμερ: 
      Και ήρθε πάλι η σιωπή εκείνη, η φωνή της αναμονής που την ακούω τώρα δυνατότερη από ποτέ, η φωνή της περίεργης εκείνης γέννας, που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να καρποφορήσει. Αυτός ο κόσμος γυρίζει με εξωφρενική ταχύτητα, όλα μπερδεύονται με φοβερή αταξία και στη στιγμή δημιουργούν αρμονικές αλήθειες. Αυτή η γλώσσα που την καταλαβαίνει ο Αμπού Κάις, η γλώσσα των προσφύγων, η γλώσσα της δυστυχίας που την βλέπει αλλά δεν την ακούει, η γλώσσα της δυστυχίας που δεν την βλέπω αλλά την ακούω και μερικές φορές την αισθάνομαι, κάποτε στο ψωμί και κάποτε στα μουσκεμένα από ιδρώτα και δάκρυα χέρια μου. Η γλώσσα που ο Αμντ Ελ Άττι (η θεότητα) δεν μπορεί ούτε να ακούσει ούτε και να δει.
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Η Μοσάντ επισήμως Ινστιτούτο Πληροφοριών και Ειδικών Αποστολών είναι η κύρια οργάνωση συγκέντρωσης και ανάλυσης πληροφοριών του Ισραήλ, και ιδρύθηκε το 1949. Επίσης, έχει παραστρατιωτικές (συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών δολοφονιών) και αντιτρομοκρατικές αρμοδιότητες
[2] Ο Παλαιστίνιος συγγραφέας, δημοσιογράφος, ιστορικός και ζωγράφος, «μάρτυρας της Τέχνης και των Γραμμάτων» Γασσάν Καναφάνι (1936-1972) αναγκάστηκε ως παιδί να φύγει το 1948 με την οικογένειά του από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις ιστορικές πόλεις Γιάφα και Άκκα (όπου έμενε η οικογένεια εναλλάξ), γεγονός που μας υπενθυμίζει ότι η δίωξη των Παλαιστινίων και το καθεστώς απαρτχάιντ ίσχυαν από την ίδρυση ακόμα του κράτους του Ισραήλ το 1948, οπότε έχουμε τον τρομακτικό ξεριζωμό (μισού περίπου παλαιστινιακού πληθυσμού) που ονομάστηκε Νάκμπα. Τότε αναγκάστηκαν πολλές οικογένειες, ανάμεσα στις οποίες και η οικογένεια του Καναφάνι, να εκπατριστούν και να καταφύγουν ως πρόσφυγες σε στρατόπεδα γειτονικών χωρών. Ο Γασσάν έζησε κι ενηλικιώθηκε ως πρόσφυγας αρχικά στον Λίβανο, στη Δαμασκό και στη συνέχεια για λίγα χρόνια στο Κουβέιτ, ενώ επέστρεψε στον Λίβανο απ’ όπου, ενταγμένος στο Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, αφοσιώνεται στον αντισιωνιστικό αγώνα. Πάντα αισθανόταν μειονεκτικά απέναντι στους αντάρτες «που αντιμετώπιζαν τον Σιωνιστή κάθε μέρα και ώρα», ωστόσο η πολιτική του δράση είναι αδιάλειπτη και μοναδικής σημασίας (από την ανάρτηση https://anagnosi.blogspot.com/2025/11/ghassan-kanafani.html).
[3] Ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν διερευνά αυτή την έννοια στο βιβλίο του Homo Sacer: Κυρίαρχη Δύναμη και Γυμνή Ζωή [ 4 ] . Για τον Αγκάμπεν, ο «homo sacer» είναι ένα άτομο που θεωρείται, από νομικής άποψης, ως εξόριστος. Σύμφωνα με αυτόν, υπάρχει ένα παράδοξο: πράγματι, μέσω του νόμου η κοινωνία καθιστά το άτομο «homo sacer» (άγιο), ωστόσο η διαδικασία του αποκλεισμού του παρέχει έμμεσα αναγνώριση, μια νομική ταυτότητα.
Ο Αγκάμπεν εξετάζει αυτή τη ζωή από δύο οπτικές γωνίες: τη βιολογική ζωή (την ελληνική ζωή ) και την πολιτική της διάσταση (τον ελληνικό βίο ). Ο ίδιος ο Αγκάμπεν συνδέει τη ζωή με την περιγραφή της Χάνα Άρεντ για την «γυμνή ζωή» του πρόσφυγα στο έργο του «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού » (1951). Σύμφωνα με αυτόν, η πραγματικότητα του «homo sacer» είναι μια πλήρης ρήξη μεταξύ της πολιτικής και της βιολογικής ζωής του ατόμου. Μέσω της «γυμνής ζωής» του, ο «homo sacer» βρίσκεται υπό την κυριαρχία της κατάστασης εξαίρεσης και, παρόλο που η βιολογική του ζωή συνεχίζεται, δεν έχει πλέον καμία πολιτική ύπαρξη (https://fr.wikipedia.org/wiki/Homo_sacer) .
[4] Παλαιστίνιοι αγωνιστές πριν το 1948 ενάντια στους Άγγλους κατακτητές και τους σιωνιστές Εβραίους

Δευτέρα, Μαρτίου 02, 2026

Η Δεσποινίδα, Ίβο Άντριτς

     Μια «ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα», ιδιότροπη και τσιγκούνα, η Ράικα Ραντάκοβιτς, Σαραϊλιά (δηλαδή από το Σαράγεβο) βρέθηκε σε προχωρημένη ηλικία νεκρή το 1935 στο σπίτι όπου κατοικούσε μόνη της, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, στο Βελιγράδι. Έτσι ξεκινά το βιβλίο απ’ την πρώτη σελίδα. Η Ράικα είναι η κεντρική και βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος, κι όλη η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την άχρωμη κι εμμονική ζωή της. Πρόκειται για μια μονόχνωτη γυναίκα, με «αντρικό πείσμα», που με τα σημερινά δεδομένα θα αποκαλούσαμε «διαταραγμένη προσωπικότητα».
     Η παθολογική ιδεοληψία της Ράικα αφορά το χρήμα, τη συσσώρευση του πλούτου, κι ως εκ τούτου την οικονομία σε όλα τα απίθανα επίπεδα, και, όπως συμβαίνει μ’ αυτές τις αρρωστημένες περιπτώσεις, όλα τα συναισθήματα προς τον συνάνθρωπο εκμηδενίζονται, ενώ αντίθετα όλες οι έγνοιες αφορούν τον πόθο αυτόν, της συγκέντρωσης όλο και περισσότερου κέρδους. Στιγμές ευτυχίας υπάρχουν μόνο όταν αγγίζεται ο απώτερος στόχος, που είναι να αυξήσει το κομπόδεμα και να φτάσει το εκατομμύριο (όλη η υπόθεση είναι να πιάσεις το πρώτο εκατομμύριο. Μετά, όλα είναι εύκολα). Ένα θέμα κοινότοπο, που έχει απασχολήσει πολλές φορές τη λογοτεχνία, και θα πίστευε κανείς ότι έχει εξαντληθεί. Τι ενδιαφέρον να έχει για τον αναγνώστη η μηδενική εξέλιξη μιας τέτοιας παρεκκλίνουσας προσωπικότητας, που, όπως βλέπουμε κι απ’ τον θάνατό της, ουδόλως μετακινήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής της; Πράγματι, όπως γράφει κι ο ίδιος συγγραφέας, «ούτε η πρόσφατη ζωή της, ούτε κι ο θάνατος της είχαν κάτι που θα μπορούσε να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού». Και θα συμπλήρωνα εγώ, όχι μόνο η πρόσφατη αλλά ούτε και η νεανική της ζωή. Ήταν μια αντιπαθητική και βαρετή, τυπική και προβλέψιμη φιγούρα.
     Όμως ο συγγραφέας είναι ο νομπελίστας Βόσνιος Ίβο Άντριτς, γνωστός και αγαπημένος από το «Γεφύρι του Δρίνου», και η μαστοριά στην τέχνη της γραφής -της περιγραφής και της διείσδυσης στο ψυχοκοινωνικό επίπεδο-, απαράμιλλη. Ο συγγραφέας αρχικά μας «συστήνει» κατά κάποιον τρόπο την ηρωίδα, με τα χούγια της, τους συγγενείς της, τις καταβολές της. Η κλασική εικόνα του μεγαλύτερου μέρους της ζωής της: να κάθεται στο παραθύρι όλη μέρα, να κεντά και να μπαλώνει στο σκοτάδι και στο κρύο για να κάνει οικονομία (όλα σ’ αυτό το δωμάτιο, από τους τοίχους μέχρι και τα έπιπλα, έχουν τη σφραγίδα της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας, λες κι εκεί μέσα ζει κάποιος τυφλός ή ένας αναχωρητής που είναι εντελώς αδιάφορος για τα πράγματα αυτού του κόσμου). Σταδιακά προσανατολιζόμαστε στον χώρο και στον χρόνο μέσα από μια ατμόσφαιρα υποβλητική, σχεδόν κινηματογραφική, και η ανάγνωση, που εστιάζει όχι τόσο στην υπόθεση όσο στην διεισδυτική περιγραφή, γίνεται απόλαυση.
     Η Ράικα είναι όχι μόνο σφιχτοχέρα, αδιάφορη για τους ανθρώπους γύρω της και για τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, αλλά δεν αναγνωρίζει καμιά απολύτως άλλη αξία εκτός από την εξοικονόμηση και η πρόσοδος, δεν την ενδιαφέρει καθόλου μα καθόλου η γνώμη των άλλων, ούτε φυσικά η εμφάνισή της (όσο για την ομορφιά, καρφί δεν της καίγεται γι’ αυτήν. Η ομορφιά είναι ακριβή, πανάκριβη, τιποτένια και ψεύτικη). Έχει απωθήσει τελείως τα ξέγνοιαστα παιδικά της χρόνια «αυτό το χρονικό διάστημα όπου ο άνθρωπος δεν ξέρει ούτε τι είναι χρήμα, ούτε και πόσος μόχθος απαιτείται για να το αποκτήσεις». Η ζωή της «ξεκινάει από τα δεκαπέντε της, από κάποιο σκοτεινό σημείο, από μια πολύ πικρή στιγμή». Είναι προφανώς τότε που ο πατέρας της, άντρας οικονομικά ισχυρός, χοντρέμπορος γουναράς, φαλίρισε, αρρώστησε και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πέθανε. Τα τελευταία του λόγια που χάρισε σαν ευχή στην μοναδική του κόρη, λόγια απελπισμένα ενός ανθρώπου που πίστεψε στην ευγένεια, τη μεγαθυμία και την ευσπλαχνία και προδόθηκε, χαράχτηκαν μέσα της: η οικονομία πρέπει να γίνεται με τρόπο ανελέητο, όσο ανελέητη είναι και η ίδια η ζωή/πρόσεχε το βιός σου όσο καλύτερα μπορείς ώστε να μην εξαρτάται ποτέ από την καλή προαίρεση των άλλων. Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι ο Άντριτς αγγίζει και μια ψυχολογική ερμηνεία της διαμόρφωσης του μονοκόμματου και άτεγκτου χαρακτήρα της Ράικα: η αδυναμία στον αδικοχαμένο πρόωρα πατέρα την ωθεί να «καταφέρει με τη δουλειά της να εκδικηθεί και ν’ αποκαταστήσει τον πατέρα της».
     Στις πρώτες πενήντα σελίδες αναρωτιέται κανείς, εφόσον γνωρίζει και το τέλος της ηρωίδας, πώς θα γεμίσουν άλλες διακόσιες σελίδες από μια τέτοια επίπεδη προσωπικότητα. Κι όμως, αρχικά βλέπουμε την σταδιακή αποξένωση της Ράικα από το κοινωνικό περιβάλλον, από τα σόγια και τους γείτονες, όπου ξεχωρίζει μόνον ο «θείος Βλάντο», νέος, όμορφος αλλά παιχνιδιάρης και άσωτος, που πέθανε από φυματίωση στα 23 του χρόνια (ήταν σαν χάρισμα της μοίρας γιατί είναι δύσκολο και να φανταστεί κανείς πώς θα’ μοιαζε η ζωή του χωρίς τη δυνατότητα να χαρίζει και να ξοδεύει). Είναι μια ανάμνηση τρυφερή για τη Ράικα, αλλά τρομακτική ταυτόχρονα: πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στον ίδιον άνθρωπο δεμένες σφιχτά κι αχώριστα οι πιο αντιφατικές ιδιότητες του σώματος και του πνεύματος.
     Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Ράικα, μένει μόνο με τη μητέρα, διώχνει υπηρέτες και μαγείρισσα και διατηρεί ουσιαστικές σχέσεις (λόγω ανάγκης φυσικά) μόνο με τον λογιστή Βέσο, βοηθό του πατέρα της, με τον οποίο όμως καβγαδίζει συνέχεια, τον νονό της και κηδεμόνα της κυρ Μιχάιλο, και τον τραπεζίτη της τράπεζας Ουνιόν κ. Πάγερ. Συνεχίζει για πολύ μικρό διάστημα εξ αδρανείας να συναντιέται σε σπίτια με συνομήλικους (άκουγε εκείνο το ανέμελο γέλιο, το μεταδοτικό, που είναι το πολύτιμο αλάτι της νιότης και που η αξία του μόνο με την αξία της υγείας μπορεί να συγκριθεί), αλλά γρήγορα απαρνιέται κάθε παρέα, κάθε έξοδο. Απαρνιέται και τα λιγοστά προξενιά που περιέργως δέχτηκε στο σπίτι της, και το μόνο που την ενδιαφέρει πια είναι τα λογιστικά βιβλία, η εμπορική αλληλογραφία, τα γραμμάτια, τα δάνεια, το κέρδος.
     Το Σαράγεβο ήταν πάντα πόλη του χρήματος
     Βρισκόμαστε τώρα στα 1906, η Ράικα πρέπει να είναι περίπου τριάντα χρονών, κι έχει αρχίσει να νιώθει τη γλύκα του «παρά που κλωσάει» (αυτό το ψυχρό δηλαδή μεθύσι που ζεσταίνει κρυφά κι ευφραίνει τους τσιφούτηδες πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο και πιο όμορφα κι από την άνοιξη), να δανείζει δηλαδή χρήματα (με πολύ αυστηρή επιλογή φυσικά –η εντολή του πατέρα ήταν να είναι ανελέητη) και να υπερτοκίζει το δάνειο. Άλλωστε το Σαράγεβο, μια πόλη όπου διασταυρώνονται «πολιτισμοί, αντιλήψεις και τρόποι ζωής», όπου ανταμώνουν άνθρωποι από διάφορες εθνικότητες, φτωχοί με -μάταιες;- ελπίδες αλλά «μεγάλη δίψα για παρά», όπου βλέπει κανείς το κράμα των ράθυμων συνηθειών της Ανατολής με τον πολιτισμό της Μεσευρώπης (βασικά της γειτονικής Αυστροουγγαρίας), ήταν, όπως λέει ο συγγραφέας «πάντα πόλη του χρήματος». Γέννημα θρέμμα αυτής της κοινωνίας είναι άνθρωποι σαν τον δαιμόνιο Εβραίο σαράφη Ράφο Κόνφορτι (απολαυστική η σκιαγράφησή του από τον συγγραφέα), έναν απίστευτο καταφερτζή, καπάτσο, φωνακλά τοκογλύφο, που οσμίζεται τις ευκαιρίες και πείθει τα θύματά του στο λεπτό. Είναι ο άνθρωπος που χρειαζόταν η Ράικα, που αναλαμβάνει τις εξωτερικές δουλειές της και την προτρέπει εν αναμονή του πολέμου να αγοράσει χρυσό, δηλαδή δουκάτα. Η γνωριμία/συνεργασία μαζί του τη βυθίζει πιο βαθιά στην παθολογική της εμμονή.
     Ένας άξονας ενδιαφέροντος βέβαια είναι η ιστορική συγκυρία στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Σαράγεβο και Βελιγράδι, Σέρβοι, Βόσνιοι και Αυστριακοί, Βαλκανικοί πόλεμοι, προσάρτηση Βοσνίας κι Ερζεγοβίνης το 1908, ξέσπασμα Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και μάλιστα με αφορμή τη δολοφονία του πρίγκιπα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, στο Σαράγεβο. Αυτά όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα βέβαια που έφεραν απανωτές κρίσεις -κι όπως λέει ο συγγραφέας οι κρίσεις φέρνουν παραζάλη όπου άλλος χάνει κι άλλος κερδίζει-, δεν αγγίζουν καν την ηρωίδα μας, κι αργεί πολύ να πάρει χαμπάρι ότι μετά την ηρωική αντίσταση των Σέρβων (ένα είδος αλβανικού έπους την πρώτη χρονιά του Μεγάλου Πολέμου) και την εξορία της νόμιμης κυβέρνησης στην Κέρκυρα, η αυστριακή κατοχή έφερε τα πάνω κάτω. Οι παρωπίδες της την καθιστούν όχι μόνο αδιάφορη για τους άλλους, αλλά εγωίστρια και αντιπαθητική στους δικούς της ανθρώπους, που μάταια προσπαθούν να την πείσουν να μην προδώσει τους ίδιους τους Σέρβους, απ’ τον φόβο της ότι θα της πειράξουν το σπίτι και το μαγαζί οι «ξυπόλυτοι κι οι κουρελήδες» (Βόσνιοι;).
     Τα τέσσερα χρόνια του πολέμου η Ράικα τα πέρασε σαν σε όνειρο, αγοράζοντας ό, τι μπορούσε σύμφωνα με τις συμβουλές του Ράφο, να μπαίνει σε μικροδουλειές (αγορές και μεταπωλήσεις), τουτέστιν έγινε μαυραγορίτισσα του χειρίστου είδους, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στις πολεμικές συγκρούσεις, τους νεκρούς, την πείνα, τις συλλήψεις. Ό, τι έβλεπε δίπλα της ήταν μόνο «αλόγιστη σπατάλη», κι άκουγε με παγερή αδιαφορία τα νέα επιστράτευσης Σέρβων στον αυστριακό στρατό που κουβέντιαζε η μάνα της και οι συγγένισσες (πιο πολύ βέβαια την ενοχλούσαν τα κεράσματα του καφέ και του ρακιού), ούτε βέβαια μπορούσε να καταλάβει πού έγκειται ο ηρωισμός όσων το έσκασαν από το αυστριακό μέτωπο και στρατεύονταν με τη μεριά των Ρώσων!
     Το φθινόπωρο του 1917, στα πλαίσια των επιτάξεων ο αυστριακός υπολοχαγός που επιτάσσει το σπίτι της Ράικα έχει αντιπολεμικό φρόνημα. Είναι αυτός που με τις εξιστορήσεις του βάζει κάπως τη Ράικα στο πνεύμα του πολέμου, ενός πολέμου όμως που, επειδή φτάνει στο τέλος του, θα φέρει στην επιφάνεια απρόβλεπτα οικονομικά προβλήματα. Και όντως, απ’ αυτήν την άποψη, «το 1918 ήταν μια πολύ κακή χρονιά»: ένα χάος από ανάγκες κι ελλείψεις δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια στους δωσίλογους ή μαυραγορίτες, ακόμα και στον Ράφο (ο ίδιος κι όλα τα μεγαλεία του έσβηναν σιγά σιγά, όπως έσβηνε κι αυτός ο πόλεμος), ο οποίος μετά από λίγο καιρό κατέληξε στο φρενοκομείο. Η Ράικα δεν μπορεί καν να καταλάβει για ποιον λόγο οι έμπιστοι άνθρωποί της όπως ο λογιστής Βέσο και ο τραπεζίτης Πάγερ της δείχνουν δυσπιστία, αποδοκιμασία και καχυποψία. Ο φόβος της με το τέλος του πολέμου φουντώνει, και όποιος δεν ξέρει τι φοβάται, φοβάται διπλά.
     Η αναλυτική ψυχογράφηση του φόβου, από τον συγγραφέα, και του τι δημιουργεί αυτό το ολέθριο συναίσθημα στον άνθρωπο είναι αριστουργηματική, με αποκορύφωμα τον απίστευτο εφιάλτη που είδε η Ράικα, ότι το «χρήμα έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης» (έγινε κάτι χειρότερο: χάθηκε το νόημα του χρήματος/το χρήμα χάθηκε απ’ τη γη κι ο κόσμος έμεινε χωρίς σώμα, χωρίς ψυχή, σώμα χωρίς αίμα, δίχως τη δύναμη που το κινεί)! Και φυσικά αυτοί οι φόβοι δικαιώνονται γιατί η Ράικα, όπως κι ο Ράφο, υφίστανται επίθεση ως μαυραγορίτες όχι μόνο από τους συμπολίτες τους, αλλά κι από τον τύπο, εφόσον οι περισσότερες εφημερίδες καταδικάζουν και στιγματίζουν επώνυμα τους προδότες. Τώρα, βλέπει πραγματικά ότι είναι «εκτός μάχης».
     Η Ράικα με τη μητέρα της αναγκάζονται λοιπόν να φύγουν απ’ το Σαράγεβο, και να πάνε σε συγγενείς στο Βελιγράδι. Απολαμβάνουμε την περίοδο προσαρμογής της ηρωίδας μας σ’ ένα περιβάλλον φιλικό, ως φιλοξενούμενοι, αρχικά, σε σπίτι συγγενικό που φυσικά το βρίσκει «σπάταλο» (δεξιώσεις, πάρτι, συγκεντρώσεις νέων, καφέδες (η Δεσποινίδα απέφευγε τις συγκεντρώσεις όσο κι όταν μπορούσε). Φρικάρει μάλιστα όταν σε μια σύναξη νέων ποιητών, ακούει ανατριχιαστικά ποιήματα κατά του πλούτου (με την κάθε μέρα που περνάει, έλεγε η Δεσποινίδα στον εαυτό της, η τρέλα σε τούτο το σπίτι όλο και δυναμώνει)! Όταν πια στέκεται στα πόδια της αγοράζοντας δικό της σπίτι, όπου εγκαθίσταται με την άβουλη και άχρωμη μητέρα, ασχολείται με συναλλαγές στα «Ανταλλακτήρια» (σαράφικα, «γραφεία συναλλαγών» με ομόλογα κλπ) προκειμένου να ασκήσει την παλιά της τέχνη…
     Το άλλο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της μονοκόμματης ηρωίδας μας, που χαρίζει πάλι απολαυστικές σκηνές στον αναγνώστη λέγεται Γιοβάνκα, και κατ’ επέκταση Γιοβάνκα και Ράτκο! Απολαμβάνουμε πάλι την εκφραστική δύναμη του συγγραφέα καθώς σκιαγραφεί την Γιοβάνκα («μια κοπέλα που κάνει πάντα τα δικά της» κατά τους συγγενείς της Ράικα), μια αντρογυναίκα sui generis: μια γεροδεμένη κοπέλα αν και μικρόσωμη, με μποέμικο στυλ, λαμπερά μάτια και διαπεραστικό βλέμμα, σκληρή και αμείλικτη απέναντι στην αδικία, που θεωρούσε ύψιστο καθήκον της να βοηθήσει με όλες της τις δυνάμεις όποιον αδύναμο έκρινε ότι είχε ανάγκη (της δινόταν η ευκαιρία να ζει μέσα από δεκάδες ξένες ζωές), αλλά όταν στράβωνε γινόταν ανελέητη.
     Η θυελλώδης αυτή προσωπικότητα όχι μόνο «ψάρεψε» τη Ράικα, αλλά της γνώρισε και τον αμφιλεγόμενο Ράτκο Ράτκοβιτς, έναν όμορφο και ήπιων τόνων νεαρό, που άγγιξε κάποιες ευαίσθητες χορδές της ηρωίδας μας γιατί έμοιαζε απίστευτα στον αγαπημένο κι αδικοχαμένο της θείο, τον Βλάντο (αυτό πια δεν ήταν απλή ομοιότητα, ήταν κάτι άλλο). Ήρωας πολέμου, Ερζεγοβίνος, ο Ράτκο μάγεψε τις δυο κοπέλες και μάλιστα, προς μεγάλη μας έκπληξη, ιδιαίτερα την Ράικα, η οποία ενέδωσε σε απαιτήσεις του, δυσανάλογα με αυτό που η ίδια συνήθιζε. 
     Το νέο συναίσθημα άνοιξε μια ρωγμή απ’ όπου διέρρευσε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα η ανατροπή, ένα αναποδογύρισμα ήθους και συνηθειών που εκπλήσσει όλους, ακόμα και… τον αναγνώστη! Ωστόσο, η αποκάλυψη μιας απατηλής πραγματικότητας προσγείωσε απότομα την πρωταγωνίστριά μας, ενώ η συγκεκριμένη σκηνή, της αποκάλυψης, που εκβίασε βέβαια η Γιοβάνκα κι εξουθένωσε τη Ράικα, είναι από τις πιο διασκεδαστικές του μυθιστορήματος.
     Η παρένθεση αυτή άνοιξε κι έκλεισε χαρίζοντας οδύνη αλλά και γνώση στην ηρωίδα. Ήταν η ακατάσχετη πεισματάρικη και την ίδια ώρα σωτήρια και καταστροφική μαζί δύναμη που δίνει τη λύτρωση σπρώχνοντας τον κάθε πόνο στα όριά του και την πτώση ως το τέρμα της, ως το μη παρέκει, όπου ο άνθρωπος ή γίνεται θρύψαλα ή καταφέρνει να σταθεί ξανά όρθιος, στα πόδια του. Και η ηρωίδα μας επέστρεψε αξιοπρεπώς στον συνηθισμένο της ρυθμό, στην κλειστή και μονοδιάστατη ζωή της, στη μοναξιά μέσα στην οποία έβρισκε στιγμές ευτυχίας και πραγμάτωσης του φαντασιακού της σκοπού.
Χριστίνα Παπαγγελή