Πρόκειται για ένα μικρό διαμαντάκι, παρόλο που φαίνεται απλό/απλοϊκό, εφηβικό και προβλέψιμο. Η συγγραφέας, από Γαλλίδα μητέρα και Ιρανό πατέρα, έχει εξειδικευτεί στα θέματα της Μέσης Ανατολής με πολυετή θητεία ως ανταποκρίτρια στη Le Figaro (Ιράν, Ιράκ, Συρία). Είναι πιο γνωστή για το βιβλίο της «Συλλέκτες βιβλίων στην Νταράγια», το οποίο το γύρισε μάλιστα και ως ντοκιμαντέρ, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια ταξιδεύει πολύ σε όλον τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Το τελευταίο της βιβλίο «Το αλφάβητο της σιωπής» έχει ως θέμα τη δικτατορία του Εντοργάν, στη χώρα όπου ζει τώρα η συγγραφέας.Ανεπιτήδευτος και ειλικρινής εσωτερικός μονόλογος, σπαρακτικό ημερολόγιο, αναστεναγμός, κραυγή, αυτό το βιβλίο μιλάει στην καρδιά και στο μυαλό μας σαν να μην ήταν λέξεις, αλλά εικόνα: μοιάζει με μια πλούσια τοιχογραφία, που μπορείς μεν να την κοιτάξεις κομμάτι κομμάτι, μα που αρπάζει όλη μαζί τη ματιά σου και την κυριεύει. Είχαμε καιρό να διαβάσουμε κάτι τόσο μικρό σε έκταση μα και τόσο δυνατό ταυτόχρονα – ένα βιβλίο-σύνθημα, που δεν σε αφήνει να το κλείσεις πριν φτάσεις στην τελευταία του λέξη, ακόμη κι όταν συναισθηματικά νιώθεις αδύναμος και η όρασή σου θολώνει από τα δάκρυα...(Κυριάκος Αθανασιάδης, https://www.kathimerini.gr/culture/563281174/i-gynaika-poy-den-fovithike-ton-agiatolach/)
Στο βιβλίο αυτό, «Ελεύθερη» ((γαλλικός τίτλος: La Rebelle, κυριολεκτικά: «Η Επαναστάτρια»), το οποίο είναι μάλλον εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία μιας συγκεκριμένης νεαρής κοπέλας (αν και εκφράζει πολλές συνηθισμένες περιπτώσεις στο σύγχρονο Ιράν), αφηγήτρια είναι ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, η Ζάχρα, που η μητέρα της την αποκαλεί κρυφά Μπαντζένς («πονηρή», ξετσίπωτη, κατά λέξη, σκάρτο φύλλο), όχι όμως υποτιμητικά, αλλά για να της τονώσει το φρόνημα, εφόσον «Badjens» είναι και το όνομα φεμινιστικού περιοδικού από το 1999. Ζει με την οικογένειά της στην πόλη Σιράζ.
Το συγγραφικό «σήμερα» είναι η 24η Σεπτεμβρίου του 2022, μια μέρα σημαδιακή για την ιστορία του φεμινιστικού κινήματος στο Ιράν, εφόσον ο θάνατος της Μαχσά Αμίνι[1], που συνελήφθη από την Αστυνομία Ηθών γιατί δεν φορούσε σωστά τη μαντίλα (χιτζάμπ) και ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, πυροδότησε μεγάλες αντιδράσεις και κυρίως τη συσπείρωση των γυναικών γύρω από κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» (Zan, Zendegi, Azadi). Πρόκειται για μια ιστορική φεμινιστική και αντικαθεστωτική εξέγερση που ξεκίνησε από το Ιράν και εξαπλώθηκε σε όλες τις αραβικές χώρες όπου η γυναίκα είναι καταπιεσμένη. Προέρχεται από το κουρδικό κίνημα ανεξαρτησίας (Jin, Jiyan, Azadî) και μετατράπηκε σε παγκόσμιο σύμβολο της μάχης κατά της πατριαρχίας και του θεοκρατικού καθεστώτος (να σημειώσουμε ότι αυτό το κίνημα ισχυροποιήθηκε και με την ακτιβιστική δράση της φοιτήτριας Ahoo Daryaei που στις 2 Νοεμβρίου 2024 περπάτησε έξω από το πανεπιστήμιο της Τεχεράνης μόνο με τα εσώρουχα της με σκοπό να διαμαρτυρηθεί για τον αυστηρό ισλαμικό νόμο του Ιράν[2]).
Ναι, για σένα ζητωκραυγάζουν.
Εσένα, τη βασίλισσα της μιας νύχτας, που ανεβαίνει επιτέλους στον θρόνο της
Η πρώτη εικόνα/σκηνή του βιβλίου είναι η ίδια με την τελευταία: η δεκαεξάχρονη ηρωίδα στην καρδιά της διαδήλωσης στη Σιράζ (μία από τις πολλές πόλεις όπου ακολούθησαν διαδηλώσεις για τον θάνατο της Μαχσά Αμίνι)[3], είναι ανεβασμένη πάνω σ’ έναν αναποδογυρισμένο κάδο σκουπιδιών, ξαναμμένη από την ένταση και την αγωνία, κρατώντας τη μαντίλα στο ένα χέρι και τον αναπτήρα στο άλλο… Είναι η πιο κρίσιμη και κορυφαία στιγμή στη μέχρι τότε ζωή της μικρής επαναστάτριας, γι’ αυτό και η συγγραφέας τονίζει την πράξη της ακολουθώντας κυκλικό σχήμα, ενώ στη συνέχεια σε αναδρομική αφήγηση ξετυλίγει την προσωπική διαδρομή της νεαρής Ζαχρά/Μπαντζένς, που δεν διαφέρει και πολύ από τις υπόλοιπες νεαρές κοπέλες της γενιάς της.
Είναι αξιοσημείωτο ότι την πρώτη πρώτη αυτή σκηνή η συγγραφέας την αποδίδει σε δεύτερο ενικό, σαν να απευθύνεται η ηρωίδα σ’ ένα υποθετικό, άλλο εγώ, καθώς μεταφέρει στον αναγνώστη τους δισταγμούς τις ενοχές και τις αναστολές της, λίγες στιγμές πριν την παράτολμη ενέργεια… Η υπόλοιπη ωστόσο αφήγηση είναι στο οικείο και αδιαμεσολάβητο πρωτοπρόσωπο εγώ, εν είδει εσωτερικής εκμυστήρευσης, μια τεχνική που επιτρέπει περισσότερο τη συναισθηματική ταύτιση του αναγνώστη. Γιατί οι πληροφορίες, από τη μια μεριά για τον δυτικό άνθρωπο είναι όχι μόνο γνωστές αλλά και γνώριμες, μιας και αγγίζουν οικεία κακά (π.χ. την απογοήτευση των γονέων όταν γεννιόταν ένα κορίτσι). Όμως, απ’ την άλλη μεριά η εσωτερική οπτική γωνία μιας έξυπνης και γενναίας κοπέλας που εκφράζει το πώς νιώθει επακριβώς, δίνει άλλη χροιά και ξυπνά όχι μόνο το ενδιαφέρον αλλά και κύματα αλληλεγγύης για κάθε ανθρώπινο πλάσμα που αδικείται: …Αισθάνομαι υποχρεωμένη να δικαιολογούμαι για τα πάντα. Σαν να φταίω. Σαν να μη είμαι ένοχη. Στην πραγματικότητα, ναι, είμαι ένοχη. Γιατί είμαι γυναίκα. Έχω μαλλιά. Γελάω. Μιλάω. Σκέφτομαι. Τραγουδάω. Χορεύω. Θέλω να ζήσω. Εγώ που δεν έπρεπε να έχω γεννηθεί…
Γεννημένη «αόρατη», να μην τη θέλει λόγω του φύλου της ούτε ο ίδιος της ο πατέρας, (ενώ μέχρι και υπερηχογράφημα ζήτησε ο παππούς για να δουν το φύλο και να μπορέσουν να την «ξεφορτωθούν» αν ήταν κορίτσι! –το απέφυγαν γιατί η έκτρωση ήταν πανάκριβη), μαθημένη να αποδέχεται την ανισότητα από μικρό παιδί, την αδικία να έχει όλα τα καλά ο μικρός αδερφός της ο Μεχντί, ο «κρυφός ιμάμης», «εκείνος που ο πατέρας μου ήθελε πάντα/εκείνον που ο πατέρας μου τον φτιάχνει κατ’ εικόνα του». Εκείνη είναι το «λάθος», το πραγματικό παιδί είναι ο παραχαϊδεμένος Μεχντί. Μέχρι και σε κάποια πυρκαγιά στο σπίτι, την ξέχασαν μέσα κι ευτυχώς διασώθηκε από μόνη της! Για καλή της τύχη όμως, η Ζαχρά είχε μια μητέρα σιωπηλή μεν, αλλά με κρυφή δύναμη, που την υπερασπιζόταν πάντα.
Αντίστοιχη καταπίεση, ως γνωστόν, υφίστανται τα κορίτσια και στο σχολείο, και οι απειλές ότι θα καούν στην κόλαση αν δεν υπακούσουν τις εντολές του Θεού (κυρίως περί ενδυμασίας) είναι το μόνιμο μοτίβο στη διαπαιδαγώγηση. Η Ζαχρά όμως είναι όμως ένα νεαρό κορίτσι, ένα μικρό παιδί που του αρέσουν τα γλυκά, τα ποιήματα, τα παιχνίδια και στη συνέχεια μια έφηβη με ορμή, ενέργεια, όνειρα, λαχτάρες και παιχνιδιάρικη διάθεση. Μια τραυματική σεξουαλική εμπειρία στα δώδεκά της χρόνια από τον αγαπημένο ξάδερφο (συνηθισμένη κατάσταση, όπου η γυναίκα πάντα βγαίνει φταίχτρα), θα είναι καθοριστική για την διαμόρφωση ενός χαρακτήρα έτοιμου για αντίδραση και αντίλογο (φέρω την απόγνωση όπως φοράω τη μαντίλα/όσο μεγαλώνω τόσο με κυριεύει το άγχος). Αργότερα ανακαλύπτει ότι κι η καλύτερή της φίλη έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, και μάλιστα από τον αδερφό της…
Έτσι, παρακολουθούμε μια πορεία ενηλικίωσης, τόσο διαφορετικής από εκείνην του δυτικού κόσμου μια και η γυναικεία χειραφέτηση περνά από πολύ δύσβατα μονοπάτια, αλλά τόσο ίδιας σε συναισθηματικό επίπεδο: Με τις φίλες της γελάνε, κοροϊδεύουν, κρύβονται, κρίνουν και κατακρίνουν (πώς μαγαρίζουν τη θρησκεία λίγες τούφες στο μέτωπο;). Κι όταν κλείνονται στο δωμάτιό τους στις περίφημες «βραδιές κοριτσιών», κυρίως με την Λεϊλά, την ΒΒF ,[4]γίνονται επιτέλους ο εαυτός τους, ακούνε μουσική, βάφονται, βγάζουν τα φρύδια τους, καθρεφτίζονται, καμαρώνονται, καπνίζουν ή ψάχνουν απαγορευμένες διευθύνσεις στα κινητά (στην πραγματικότητα σκέφτομαι όλους αυτούς τους ιστότοπους σαν καταφύγια. Ή μάλλον, σαν ασπίδες). Βιώνουν με παρόμοιο τρόπο με τον δυτικό κόσμο τον εγκλεισμό λόγω κόβιντ, μόνο που το σχολείο κλείνει τελείως, ούτε καν με διαδικτυακά μαθήματα, λόγω σκανδάλου με καθηγήτρια που κατά λάθος φάνηκαν τα πόδια της στην οθόνη!!! Τότε είναι που αποκτά μια επιστήθια, διαδικτυακή όμως, φίλη Νοτιοκορεάτισσα, την Μι-τσα (πίσω από την γκόθικ εμφάνιση, κρύβεται μια κοπέλα γεμάτη γλύκα και ενσυναίσθηση).
Θέλω να θυμάμαι ότι έχω σώμα
Στην Τεχεράνη, τη λαμπερή πόλη όπου πολλές γυναίκες κυκλοφορούν χωρίς μαντίλες, με συνοδό την προοδευτική μητέρα της παίρνει τα πρώτα βαφτίσματα επαναστατικότητας, αγοράζει τα πρώτα της βιβλία (Σιμόν ντε Μποβουάρ, Χάννα Άρεντ, Τζορτζ Όργουελ και πρωτοποριακά ποιήματα του Σιμίν Μπεχμπαχανί), κι έχει και την πρώτη της εμπειρία με την Αστυνομία Ηθών και το περίφημο «κέντρο αναμόρφωσης στη Βοζάρα», όπου γνωρίζει γυναίκες -μέλη της συλλογικότητας «Λευκές Τετάρτες»[5]. Με την Μι-τσα, που δηλώνει ότι της αρέσουν τα κορίτσια, προβληματίζεται στα θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού, όπου βέβαια η κυρίαρχη ιδεολογία είναι άκρως συντηρητική. Ωστόσο, τρία-τέσσερα χρόνια μετά το τραυματικό επεισόδιο με τον ξέδερφο, συναντά σχεδόν τυχαία κι ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον Νταριούς (δύο πεφταστέρια στο φως της μέρας) αλλά χωρίζουν εξίσου κεραυνοβόλα (λυπάμαι, αλλά είμαι άντρας, καταλαβαίνεις;)
Στον δρόμο της ωρίμανσης καθοριστική είναι και η ενασχόλησή της με τα τατουάζ, που ενθάρρυνε και η μητέρα της –μάλιστα στα δεκάξι της άνοιξε και στούντιο (στο στούντιό μου, σκυμμένη πάνω από τα μπράτσα, τους ώμους ή τις πλάτες τους, νιώθω σαν τον εργάτη στο εργοστάσιο πολτοποίησης βιβλίων του Μπόχουμιλ Χράμπαλ: μεταμορφώνω τις απαγορευμένες λέξεις σε έργα τέχνης, σε μια ανεξίτηλη γλώσσα, ζωγραφισμένη για πάντα πάνω στο δέρμα).
Η Μαχσά είναι νεκρή
Τον θάνατο της «κοπέλας από το Ιρανικό Κουρδιστάν» ακολούθησαν μεγάλες αντιδράσεις και διαδηλώσεις, δεν ξεχάστηκε κι αυτός όπως τόσων άλλων «μαρτύρων». Οι κοπέλες, οι γυναίκες, οι αντιφρονούντες μπαίνουν σε μια δίνη επαναστατικότητας, μέσα στην οποία κάθε τους πράξη ακόμα και μέσα στο σχολείο, επαναφέρει το καυτό ζήτημα. Η Μπαντζένς (έτσι συστήνεται πια), παρά τους αρχικούς φόβους, είναι πια αποφασισμένη και ώριμη:
..Ακούς τις φωνές τους; Ακούς που σε χειροκροτούν ενώ δεν έχεις κάνει ακόμη τίποτε; Δειλή! Δεν τολμάς. Δεν τολμάς ν’ ανεβείς πάνω στον κάδο. Γύρω σου, οι φωνές αντηχούν: «Μπόρο ντοχταράμ!» «Έλα, κορίτσι μου!» Καταμεσής της λεωφόρου Ζαντ, οι διαδηλωτές έχουν αναποδογυρίσει έναν μεγάλο κάδο σκουπιδιών. Σου κλείνει το μάτι. Καίγεσαι από επιθυμία να σκαρφαλώσεις. Φρικάρεις. Βλέπεις τον εαυτό σου. Μικρή και φοβισμένη. Αόρατη κάτω από την υποχρεωτική μαντίλα που ανεμίζει τώρα κρεμασμένη στ’ ακροδάχτυλό σου. Βλέπεις τον εαυτό σου κι από μέσα σου λες: «Τι κάνω εγώ εδώ;» Μόλις πέντε λεπτά πριν, καμάρωνες σαν αντράκι βγάζοντας το χιτζάμπ σου. Και τώρα, κατουριέσαι πάνω σου σαν μωρό. Έλα, όρμα! Δεν έχεις τίποτα πια να χάσεις. Βλέπεις αυτούς τους δρόμους, κατάμεστους από το πλήθος, όλους αυτούς τους ανθρώπους που φτιάχνουν τείχος ενάντια στους μπάτσους; Για μια φορά, οι άντρες σε προστατεύουν αντί να σε συνθλίβουν… Έλα, δυο βήματα έμειναν. Βιάσου! Μη γυρίζεις πίσω!…
Χριστίνα Παπαγγελή
[1] Θάνατος της Μάχσα Αμίνι - Βικιπαίδεια [2] Οι αρχές του Ιράν μετά τη σύλληψη είχαν δηλώσει ότι η Daryaei μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερη κάποιες μέρες μετά
[3] Αυτές οι διαμαρτυρίες εξαπλώθηκαν γρήγορα και στην επόμενη μέρα διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις εξής πόλεις: Τεχεράνη, Χαμαντάν, Κερμανσάχ, Μασχάντ, Σαμπζεβάρ, Αμόλ, Ισφαχάν, Κερμάν, Σιράζ, Ταμπρίζ, Ραστ, Σάρι, Καράτζ, Τονεκαμπόν, Αράκ, Ιλάμ και άλλες πόλεις
[4] Best best friend
[5] Μια φορά τη βδομάδα, κάθε Τετάρτη, Ιρανές βιντεοσκοπούνταν χωρίς μαντίλα, κι ανέβαζαν τα βίντεο στα social media
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου